Για να πω την αλήθεια, μετά τα όσα ζήσαμε από το 2010 που ξέσπασε η κρίση, δεν περίμενα να φτάσει κάποτε η μέρα που θα επανέλθει η χώρα μας στο καθεστώς της μεγάλης κατάκτησης των εργαζόμενων τον προηγούμενο αιώνα, που δεν είναι άλλη από το δικαίωμα να διαπραγματεύονται με τους εργοδότες τους και να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
Με τον εκβιασμό που υποστήκαμε ως χώρα από τους λεγόμενους θεσμούς και την εκχώρηση σε αυτούς της δικαιοδοσίας να αποφασίζουν -ή εν πάση περιπτώσει να επιβάλλουν, να υποδεικνύουν και έχουν δικαίωμα βέτο για όλα τα θέματα που σχετίζονται με την οικονομία- ήμουν βέβαιος ότι τα λεγόμενα συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζόμενων, θα είχαν εξοβελιστεί ανεπιστρεπτί από τη χώρα μας.
Δεν ξέρω αν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αλλά η μείωση των μισθών, ήταν ο βασικός πυλώνας της πολιτικής των τροϊκανών για την αντιμετώπιση των ελλειμμάτων και την διασφάλιση των δανείων τους. Μείωση μισθών, που δεν θα μπορούσε να μη συνοδευόταν από την κατάργηση όσων είχαν κερδίσει οι εργαζόμενοι τις προηγούμενες δεκαετίες και την επιστροφή σε αυτό που αποκαλούνταν «εργασιακός μεσαίωνας». Μείωση μισθών, ελαστικά ωράρια, εύκολες απολύσεις, κατάργηση επιδομάτων σχεδόν πάσης φύσεως, χαμηλότατες αποζημιώσεις για υπερωριακή απασχόληση κι εργασία Κυριακές κι αργίες και πάει λέγοντας. Όλα αυτά, δεν θα μπορούσαν να συμβαδίσουν με την διατήρηση του δικαιώματος των εργαζόμενων να διεκδικούν συμβάσεις εργασίας -είτε κλαδικές, είτε επιχειρησιακές- ούτε φυσικά με τη δυνατότητα προκήρυξης απεργιών και άλλων μορφών κινητοποιήσεων χωρίς ανέφικτες προϋποθέσεις (καθολικές ψηφοφορίες, συμφωνία μεγάλης πλειοψηφίας κ.λπ).
Έτσι έγινε.
Οι επιχειρηματίες ησύχασαν, οι εργαζόμενοι έσφιξαν το ζωνάρι στο μη παρέκει κι ακόμη παραπέρα, οι όποιες οικονομίες είχαν αποταμιεύσει ξοδεύτηκαν για να κρατηθούν όρθια τα νοικοκυριά και μια γενικευμένη ανέχεια συνοδευμένη από απόγνωση και κατάθλιψη, σκέπασε τον κόσμο της εργασίας.
* Ως συνέπεια αυτής της κατάστασης, ήρθε η φυγή μιας ολόκληρης γενιάς στο εξωτερικό για αναζήτηση καλύτερων συνθηκών εργασίας και ζωής. Σχεδόν οι μισοί σημερινοί τριαντάρηδες και κάτι (όσοι δηλαδή ετοιμάζονταν να βγουν στην αγορά εργασίας μετά το 2010) και διέθεταν κάποια προσόντα (πτυχία και διάφορες δεξιότητες), πήραν τα μάτια τους και έφυγαν για τις χώρες της δυτικής Ευρώπης για να ζήσουν ως άνθρωποι…
Μαζί τους έφυγαν και οι περισσότεροι από τους μετανάστες που είχαν εγκατασταθεί τα προηγούμενα χρόνια στην Ελλάδα ερχόμενοι από Αλβανία και χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
* Οι δανειστές μας, ως «ελεγκτές» και «προστάτες» της εθνικής οικονομίας, επέβαλαν ένα καθεστώς τελείως εχθρικό -για να μην πω απάνθρωπο- προς τους ανθρώπους της εργασίας με αποτέλεσμα όσοι από αυτούς διέθεταν κάποια προσόντα και δεν είχαν ασφυκτικούς δεσμούς με την πατρίδα (οικογενειακούς, μόνιμη εργασία κλπ) να μας χαιρετήσουν. Είχε βλέπετε κυριαρχήσει η άποψη- επαναλαμβάνω ότι δεν μπορώ να αποφανθώ με βεβαιότητα αν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς- να στηριχτούν οι επιχειρήσεις και να περιοριστεί το λειτουργικό και άρα το μισθολογικό τους κόστος.
Χρόνο με τον χρόνο, τα πράγματα γινόταν όλο και χειρότερα. Εξαντλούνταν και όσες αποταμιεύσεις υπήρχαν και «έφευγαν» οι παππούδες με τις καλές συντάξεις που βοηθούσαν παιδιά κι εγγόνια.
* Μπορεί κάποιοι να χαίρονταν που… είχαν το κεφάλι τους ήσυχο αφού δεν ένιωθαν πίεση από τους εργαζόμενους και απολάμβαναν διευθετήσεις των εργασιακών θεμάτων με τον τρόπο που τους βόλευε, αλλά κάποια ώρα ήρθαν οι αρνητικές επιπτώσεις αυτής της πολιτικής των στερήσεων: Να ψάχνουν εργαζόμενους και να μην βρίσκουν. Κάπως έτσι, η εστίαση ζορίζονταν να βρει σερβιτόρους, οι αγρότες να βρουν εργάτες να μαζεύουν τα φρούτα τους, οι ξενοδόχοι προσωπικό. Οι ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό, σύντομα επεκτάθηκαν και σε άλλους τομείς της οικονομίας, καθώς είχαν εγκαταλείψει τη χώρα αφενός τα φτηνά- ανειδίκευτα χέρια και αφετέρου τα ειδικευμένα σε δυναμικούς και κρίσιμους για την ανάπτυξη τομείς πρόσωπα (πτυχιούχοι πληροφορικής, μηχανικοί, γιατροί κλπ)
Με αυτά και με εκείνα, οι επιχειρηματίες για να βρουν το προσωπικό που χρειάζονταν περνούσαν της ψυχής τους τον τάραχο, ενώ σε πολλές περιπτώσεις υποχρεούνταν να πληρώνουν εξτραδάκια (μπόνους δηλαδή που δίνονταν μαύρα).
* Αντί αυτήν την κατάσταση η κυβέρνηση να επιχειρήσει να την αντιμετωπίσει είτε με μπαλώματα είτε με πλήρη ελευθερία, αναμένοντας την αυτορρύθμιση της αγοράς -πανάκεια του φιλελευθερισμού- επιλέγει να το κάνει με θεσμικό τρόπο, καταργώντας τη μνημονιακή περιοριστική πολιτική κατάργησης των δικαιωμάτων των εργαζόμενων και απαγόρευσης των διαπραγματεύσεων για σύναψη συλλογικών συμβάσεων που βελτιώνουν τις απολαβές, αυξάνουν τις μη μισθολογικές παροχές και προστατεύουν τους εργαζόμενους.
Εντυπωσιακό. Δεν το έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν το διεκδίκησαν σθεναρά τα όποια συνδικάτα και τα κόμματα της αντιπολίτευσης και έρχεται μια πρωτοβουλία της κυβέρνησης της ΝΔ να το κάνει.
* Πέραν από την οφειλόμενη αναγνώριση στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τους καθ’ ύλην αρμόδιους υπουργούς (Κεραμέως, Πιερρακάκη), θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η «κοινωνική συμφωνία» που ανακοινώθηκε ανάμεσα στην ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας και τους κοινωνικούς εταίρους συνιστούν αναμφίβολα μια θετική εξέλιξη για την οικονομία και την κοινωνική συνοχή.
Οι συλλογικές συμβάσεις αποτελούν βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης και της σταθερότητας που χρειάζονται τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι επιχειρήσεις που λειτουργούν αποδοτικότερα όταν επικρατεί κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας.
Βεβαίως η συμφωνία που επιτεύχθηκε, δεν αποτελεί παρά το πρώτο βήμα γιε την επιστροφή σε υγιείς και νορμάλ για μια ευνομούμενη πολιτεία κατάσταση που θυμίζει προμνημονιακές εποχές.
* Χρειάζεται να διανυθεί αρκετή απόσταση ακόμη. Το επόμενο βήμα , θα είναι η υπογραφή νέας Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, η οποία θα διαμορφώσει νέο εργασιακό περιβάλλον, θα ενισχύσει την προοπτική ουσιαστικής προστασίας της εργασίας και βελτίωση αποδοχών, χωρίς να υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Επιπλέον, υπάρχουν κάποια ζητήματα στη συμφωνία που χρειάζονται περισσότερη επεξεργασία και σαφήνεια, όπως ο τρόπος επεκτασιμότητας, η μέθοδος επίλυσης διαφορών (διαιτησία) και η ισορροπία ανάμεσα στη διασφάλιση δικαιωμάτων και στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων που σχετίζονται και με τα ειδικά θέματα κλάδων της οικονομίας.
* Σε τόσο κρίσιμα θέματα, ο διάλογος με ειλικρίνεια και με πνεύμα αμοιβαίας κατανόησης ανάμεσα στους εργοδότες και τους εργαζόμενους είναι απολύτως απαραίτητος. Μόνο μέσα από συγκροτημένες, ανοιχτές και ειλικρινείς συζητήσεις μπορούμε να φτάσουμε σε λύσεις που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες της οικονομίας, θα προστατεύουν τους εργαζόμενους και ταυτόχρονα θα επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να σταθούν ανταγωνιστικά στο σημερινό περιβάλλον.
Με άλλα λόγια, ναι μεν η πρωτοβουλία ανοίγει μια νέα θετικότατη προοπτική για την ελληνική κοινωνία και την οικονομία, η οποία για να αποδώσει τα προσδοκόμενα, χρειάζεται μεθοδικότητα, συνέπεια και λογική, με αίσθηση δικαιοσύνης και αμοιβαίας αναγνώρισης.
* Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 30.11.2025