Μην είν’ οι στόχοι,
Που άπιαστους τους θωρείς από μακριά;
Μην ειν’ του Κράτους οι βρόχοι,
Που βάζουν τις άλλες εξουσίες στη σκιά;
Προφανώς, τα παραπάνω είναι παράφραση του πασίγνωστου, τουλάχιστον στη γενιά μου, «Τι ειν’ η πατρίδα μας;» του Ιωάννη Πολέμη.
Επειδή η κυβερνητική σταθερότητα είναι χιλιοτραγουδισμένη και πολυπαινεμένη, με πιο πρόσφατο ύμνο αυτόν του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, ήθελα να συνεισφέρω με το καταπιεσμένο ποιητικό μου ταλέντο μιαν ακόμη ωδή στη σταθερότητα αλλά ίσως λίγο πιο «ενοχλητική», σε σχέση με τους συνήθεις παιάνες.
Κατά τη γνώμη μου, κακώς η κυβερνητική σταθερότητα ταυτίζεται με μία μεγάλη και άνετη πλειοψηφία ενός κόμματος στο Κοινοβούλιο. Μία τέτοια κατάσταση μπορεί να είναι ωφέλιμη για τον τόπο, αν έχεις μία κυβέρνηση που έχει σχέδιο επίτευξης συγκεκριμένων μεγάλων στόχων, αλλά μπορεί να είναι και επιζήμια, αν έχεις μία κυβέρνηση με κύριο σκοπό τη μεγιστοποίηση της νομής της εξουσίας.
Υπάρχει τέτοιο παράδειγμα, επιζήμιας ισχυρής και σταθερής κυβέρνησης;
Δεν ξέρω πού πάει το μυαλό του αναγνώστη αλλά εγώ θα πρότεινα, για λόγους ευρύτερων συναινέσεων όπως λέει και το γνωστό πολιτικό κλισέ, να σκεφθούμε την κυβέρνηση Τραμπ. Πολύ ισχυρή και σταθερή κυβέρνηση. Το αποτέλεσμα; Ορατό δια γυμνού οφθαλμού…
Συνεπώς, η σταθερότητα δεν είναι συνάρτηση μίας παντοκρατορίας αλλά της σχεδιασμένης πορείας για τον τόπο, με σαφή οδικό χάρτη και συγκεκριμένους στόχους που είτε τους πετυχαίνεις είτε όχι.
Από πού λοιπόν θα μπορούσε να κριθεί μία κυβέρνηση (προφανώς και η παρούσα που είχε όλες τις προϋποθέσεις της «σταθερότητας»);
Α. Από την επίτευξη των στόχων του προγράμματός της.
Έχω μπροστά μου το προεκλογικό «Πρόγραμμα Διακυβέρνησης 2023-2027» της Νέας Δημοκρατίας. Υποτίθεται, η πυξίδα της κυβερνητικής δράσης.
Αν ακολουθούσα την επικοινωνιακή λογική διαφόρων υπουργών («στα τόσα αιτήματα αγροτών, ικανοποιήσαμε τόσα», «στα τόσα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης, ολοκληρώνουμε ή μελετούμε τα τόσα» - σημ.: ενεστώς διαρκείας- άγνωστης χρονικής κατάληξης) θα άθροιζα όλα αυτά που αναγράφονται στο «Πρόγραμμα Διακυβέρνησης» και θα έβγαζα ποσοστά υλοποίησης. Τα ποσοστά θα δικαιολογούσαν έντονη κριτική.
Δεν το κάνω, γιατί θα ήταν άδικο για την κυβέρνηση. Σε ένα προεκλογικό πρόγραμμα υπάρχουν στόχοι από την εθνική άμυνα έως τα ζώα συντροφιάς (που είναι στην ενότητα «Θεσμοί»!).
Το ερώτημα είναι, ποιοι μεγάλοι στόχοι επιτεύχθηκαν; Τι απόσταση καλύψαμε σε σχέση με την Ευρώπη στην Ανάπτυξη, στην Παραγωγικότητα, στη Θεσμική Ικανότητα; Πόσο προχωρήσαμε την Εθνική μας Στρατηγική; Πόσο εμπνεύστηκαν οι πολίτες από τους πολιτικούς μας θεσμούς και πόσο τους εμπιστεύονται;
Β. Από την ανανέωση και την αποτελεσματικότητα των Θεσμών.
Οι Ατζέμογλου και Ρόμπινσον, στο κλασικό πλέον βιβλίο τους «Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη;», έδειξαν ότι η αποτυχία των θεσμών συνεπάγεται αποτυχημένο κράτος και έθνος.
Οι θεσμοί στη χώρα μας δοκιμάζονται. Αποτυγχάνουν -όχι πλήρως βέβαια και όχι όλοι- να πείσουν τους πολίτες, να αποσπάσουν την εμπιστοσύνη τους και να αναδιαμορφώσουν την οικονομική, πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα προς ένα πιο ισχυρό και επιτυχημένο έθνος.
Σειρά μετρήσεων της κοινής γνώμης το επιβεβαιώνει.
Η κυβέρνηση δεν είναι διόλου άμοιρη ευθυνών. Και οι γενικότητες που παρουσιάστηκαν για τη Συνταγματική Αναθεώρηση δεν καλύπτουν τις ανάγκες της χώρας για να καταστεί «διακυβερνήσιμη».
Το πρωθυπουργικό «αποτύχαμε» για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, δεν πρέπει να γίνει γενικός θεσμικός κανόνας. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα το πληρώσει η χώρα και για πολύ.
Συνεπώς, σταθερότητα σημαίνει επίτευξη στόχων. Όχι αριθμό εδρών.