Συνεδριακός πυρετός… Αρκεί; Του Δημήτρη Κατσαντώνη

Οι δημοκρατικές διαδικασίες πάντοτε έχουν το ενδιαφέρον τους και την πολιτική τους αξία

Διανύουμε μία φάση κομματικών Συνεδρίων. Προηγήθηκαν, σχετικά πρόσφατα, Συνέδρια μικρότερων κομμάτων και έπονται αυτά των δύο μεγαλύτερων κομμάτων, του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας.

Προφανώς, οι συνεδριακές διαδικασίες των κομμάτων είναι κάτι θετικό, όσο και αν σε μερικές περιπτώσεις έχουν έναν προσχηματικό χαρακτήρα και δίνουν την εντύπωση πως απλώς επικυρώνουν προειλημμένες αποφάσεις.

Υπάρχουν Συνέδρια στα οποία υπάρχουν απροσδόκητες ανατροπές, ακριβώς επειδή η δημοκρατική διαδικασία πάντα εμπεριέχει το στοιχείο της «από τα κάτω» παρέμβασης (χαρακτηριστικό παράδειγμα, το Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ το ’94, όπου η προεξοφλημένη άρση του ασυμβίβαστου μεταξύ της θέσης του Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής και του υπουργού, όχι μόνο δεν «πέρασε» αλλά οδήγησε σε μία «ανταρσία» των «δεδομένων» συνέδρων και σε μία πανηγυρική επιβεβαίωση του ασυμβίβαστου).

Συνεπώς, οι δημοκρατικές διαδικασίες -και ιδιαίτερα αυτές ενός κομματικού Συνεδρίου- πάντοτε έχουν το ενδιαφέρον τους και την πολιτική τους αξία.

Η συγκυρία αυτή όμως, θα πρέπει να μας οδηγήσει σε έναν προβληματισμό για τη λεγόμενη κρίση του κομματικού φαινομένου, η οποία είναι διεθνής αλλά στη χώρα μας έχει ιδιαίτερη ένταση.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι και πολλές διαστάσεις της κρίσης αυτής.

Επιλέγουμε τις, κατά τη γνώμη μας, σημαντικότερες:

* Η κρίση του Εθνικού Κράτους, ως συνέπεια της παγκοσμιοποίησης και της ανάδυσης υπερεθνικών οντοτήτων, όπως είναι για παράδειγμα η Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπαρασύρει και τις εθνικές λειτουργίες των κομμάτων, οι οποίες δεν δείχνουν πια ικανές όχι μόνο να εγγυηθούν αλλά και σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και να διατυπώσουν τα αναγκαία Κοινωνικά Συμβόλαια, με βάση τα οποία θα στοιχιστούν κοινωνικές δυνάμεις.

Το θέμα αυτό, θα παραμείνει άλυτο όσο δεν προχωρά μία πολιτική ενοποίησης των δημοκρατικών διαδικασιών της Ευρώπης (ομοσπονδιακή δομή). Σε μία ΕΕ πολιτικά ενοποιημένη, οι μεγάλες πολιτικές οικογένειες θα μπορούν να διατυπώσουν ευρύτερα και γι’ αυτό πιο αξιόπιστα πολιτικά σχέδια, ικανά ίσως να συναντήσουν τις μεγάλες ανησυχίες και αναζητήσεις των ευρωπαίων πολιτών, ανάλογα με την κοινωνική τους ένταξη.

Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα πρέπει να αποτελέσουν την εθνική συνεκδοχή της ευρωπαϊκής πολιτικής οικογένειας στην οποία ανήκουν.

* Η ασπόνδυλη πολυσυλλεκτικότητα σχεδόν όλων των θεσμικών κομμάτων, υπό το κράτος της αβασάνιστης θεωρίας «ότι καμία ψήφος δεν μυρίζει», οδηγώντας τα σε μία από-ιδεολογικοποίηση των πολιτικών τους επιλογών, η οποία με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί σε μία τεράστια κοινωνική σύγχυση στο τι λέει ποιος και για ποιον. Όταν ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις δεν αναγνωρίζουν ουσιώδεις διαφορές στις πολιτικές πλατφόρμες, παύουν πλέον να τους αποδίδουν και σημασία, οπότε μένει ανοιχτό το πεδίο στο κουτσομπολιό, στην προσωπική πασαρέλα, στα μιντιακά παιχνίδια και στον λαϊκισμό «της διαφοράς».

Η συνέπεια των παραπάνω: Τα ασπόνδυλα κόμματα μετατρέπονται από «έξυπνοι» θηρευτές της κάθε ψήφου, σε παγιδευμένο θήραμα της ολιγαρχίας.

* Η αντίληψη ότι τα κόμματα πρέπει να διαγκωνίζονται μόνο για την κατοχή και ολοσχερή νομή της εξουσίας, προς χάριν της ιδίας και των ιδίων, διαλύει την εσωτερική τους θεσμικότητα και τα καθιστά συγκεντρωτικούς αυτονομημένους μηχανισμούς, αδιάφορους για την κοινωνική εκπροσώπηση. (Υπέροχη είναι η σχετική ανάλυση του μεγάλου Μπερλινγκουέρ σε συνέντευξη του στη «La Republica» και στον διευθυντή της Εουτζένιο Σκαλφάρι -το 1981!).

Με μία κουβέντα: Όσο τα κόμματα απέχουν από τον ρόλο τους ως συλλογικά πολιτικά υποκείμενα προς χάριν αξιών και κοινωνικών δυνάμεων, τόσο οι πολίτες θα απέχουν από τα κόμματα -παρά τα Συνέδρια…


* Δημοσιεύτηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 08.03.2026

ESPA