Τα φώτα της δημοσιότητας είναι σχεδόν όλα επάνω στα «χοντρά» μεγέθη της μακροοικονομίας (αύξηση ΑΕΠ, δημόσιο χρέος κ.λπ.).
Είναι σημαντικό όμως να δούμε κάποια ποιοτικά στοιχεία, που βοηθούν ή εμποδίζουν μία οικονομία να σταθεί στον διεθνή ανταγωνισμό.
Καμία χώρα δεν θα μπορέσει να σταθεί στο διεθνή ανταγωνισμό εάν δεν προγραμματίσει πολιτικές για την υποστήριξη της Καινοτομίας και για την εμπέδωση ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους, θεσμών και οικονομίας.
Ας ξεκινήσουμε από το ζήτημα της καινοτομίας.
Καινοτομία δεν είναι η έρευνα γενικώς. Είναι η εφαρμοσμένη έρευνα που αποκτά επιχειρησιακό χαρακτήρα. Προφανώς, η αλυσίδα της Καινοτομίας ξεκινά από τη βασική έρευνα, η οποία τόσο πιο αποδοτική (εφαρμοσμένη) γίνεται όσο πιο σαφή είναι τα πεδία στα οποία θέλεις να την κατευθύνεις.
Εδώ, διαδραματίζει μεγάλο ρόλο η πολιτική και το κράτος. Ο σχεδιασμός και η χρηματοδότηση είναι κομβικά σημεία της συμβολής τους στην επιτυχή ανάπτυξη της καινοτομίας.
Ο τουρισμός, ο παραδοσιακός αγροτικός τομέας και οι εμπορικές δραστηριότητες είναι συστατικά και αναμφισβήτητα στοιχεία της οικονομικής μας συγκρότησης αλλά η στροφή προς τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας είναι επιβεβλημένη, εάν θέλουμε μία καλύτερη τύχη στο σύγχρονο κόσμο.
Στοιχείο, το οποίο δυστυχώς λείπει σήμερα, παρά τις δημόσιες διακηρύξεις.
Ο ιδιωτικός τομέας δεν είναι άμοιρος ευθυνών για την υλοποίηση αυτής της στροφής. Πρέπει να αναθεωρήσει την τακτική του προς την εσωτερική χρηματοδότηση του τομέα έρευνας και ανάπτυξης.
Η πολιτική ηγεσία βέβαια πρέπει να αρχίσει να λύνει ταχύτατα ορισμένα θέματα που μας καταδικάζουν στην καινοτομική υπανάπτυξη, όπως, για παράδειγμα, το μεγάλο θεσμικό κενό που υπάρχει μεταξύ οργάνων/φορέων εφαρμοσμένης έρευνας που συνδέουν τη βασική έρευνα (που ήδη γίνεται σε κάποιο βαθμό) με την πρακτική αξιοποίησή τους -ένα κενό που θρυμματίζει την αλυσίδα της καινοτομίας.
Σημαντικά (και αρμοδιότητας κυρίως της πολιτείας και δευτερευόντως της επιχειρηματικής κοινότητας) είναι τα θέματα της γραφειοκρατικής απλοποίησης την επικοινωνία μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων για μεταφορά γνώσεων και πρακτικών εμπειριών, τη διευκόλυνση οι ερευνητές να γίνονται επιχειρηματίες, την προώθηση της κουλτούρας της αξιολόγησης και της επιβράβευσης κ.ά.
Η χώρα μας διαθέτει αξιόλογο και επινοητικό ανθρώπινο δυναμικό, ιδιαίτερα στους νέους μας. Τα πολλά και ενδιαφέροντα start ups είναι ενδεικτικά της δυνατότητάς μας να παράγουμε ιδέες. Η φτωχή συγκομιδή σε πρακτικά αποτελέσματα, σε βιώσιμες επιχειρήσεις που βασίζονται σε αυτά τα start ups είναι επίσης ενδεικτική της παθογένειας των δομών και των θεσμών μας.
Φτάνοντας λοιπόν στον τομέα της οργάνωσης μίας κοινωνίας και οικονομίας (δομές και θεσμοί) εντοπίζουμε το πρόβλημα της εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους, πολιτών και επιχειρήσεων.
Το γεγονός ότι η δόμηση αυτής της εμπιστοσύνης είναι κεντρικό θέμα για τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης, επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία που δείχνουν ότι παγκοσμίως, το υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα συνδέεται άρρηκτα με τη θεσμική ωρίμανση, δηλαδή (και) με τον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης των κοινωνικών και οικονομικών εταίρων προς τους δημόσιους θεσμούς μίας χώρας.
Για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα για τον περιορισμό της πολυνομίας, της προχειρότητας κατά τη νομοθέτηση, την απεξάρτηση από την πελατειακή λογική καθώς και την περιστολή των πελατειακών σχέσεων.
Όλα τα παραπάνω δεν γίνονται εύκολα. Πρέπει όμως να γίνουν, έστω και δύσκολα, εάν δε θέλουμε να αφήσουμε την «ευκαιρία» της εξόδου από την κρίση αναξιοποίητη.