Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Eurostat για το 2025 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη χώρα μας (προσαρμοσμένο σε όρους αγοραστικής δύναμης) διαμορφώθηκε στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε σχέση με το 2024, καταγράφεται μείωση κατά μία μονάδα.
Είμαστε τελευταίοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μαζί με τη Βουλγαρία, η οποία όμως βελτίωσε τη θέση της κατά 2 μονάδες, με αποτέλεσμα να ισοβαθμούμε ως ουραγοί στην ευρωπαϊκή κατάταξη…
Είναι ενδεικτικό ότι η Λετονία που βρισκόταν το 2024 στην προτελευταία θέση, κάτω από τη χώρα μας, ανέβηκε στο 71% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Δεν το λες και success story (για εμάς, όχι για τη Λετονία…).
Σε απόλυτους αριθμούς, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μας είναι 14 χιλιάδες ευρώ μικρότερο από τον μέσο όρο. Δεν είναι μόνο ότι ενισχύθηκε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ευρώπης αλλά είναι, κυρίως, το υψηλό επίπεδο τιμών αγαθών και υπηρεσιών στην Ελλάδα στο οποίο οφείλεται η καταβύθισή μας.
Όπως έχουμε ξαναγράψει, το ανησυχητικό δεν είναι μόνο η απόκλιση από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά η αυξανόμενη απόκλισή μας, προς τα κάτω, από το μέσο όρο ανάπτυξης των 13 φτωχότερων χωρών της ΕΕ (στις οποίες ανήκουμε).
Και ημείς άδομεν…
Η πολυτραγουδισμένη αύξηση του κατώτατου μισθού ασφαλώς και ακούγεται ευχάριστα στα αυτιά μίας καθημαγμένης μεγάλης κατηγορίας εργαζομένων αλλά γίνεται ερήμην της παραγωγικότητας (η οποία επίσης υστερεί σημαντικά και ανά εργαζόμενο και ανά ώρα εργασίας). Μία αναντιστοιχία που δεν είναι οικονομικά υγιής και μακροπρόθεσμα εγκυμονεί κινδύνους να ξαναβρεθούμε στο 2009.
Ας θυμίσουμε ότι η Έκθεση Πισσαρίδη απέδιδε στην ελληνική οικονομία τα εξής:
- Χαμηλή συμμετοχή των παραγωγικών συντελεστών (Εργασίας και Κεφαλαίου).
- Χαμηλή παραγωγικότητα.
- Χαμηλές επιδόσεις καινοτομίας.
- Εσωστρέφεια της οικονομίας.
- Αναποτελεσματικό Κοινωνικό Κράτος.
- Χαμηλές περιβαλλοντικές επιδόσεις.
Σε κάθε μία από αυτές τις παθογένειες ανέφερε και τη θέση που κατείχε τότε η χώρα μέσα στην ΕΕ. Καμία έκπληξη: Σε όλα ήμασταν από τους τελευταίους.
Θυμίζουμε ότι ο στόχος της Έκθεσης ήταν αύξηση παραγωγικότητας 2,5% ετησίως. Σύμφωνα με φθινοπωρινό Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank η παραγωγικότητα με βάση τον αριθμό απασχολουμένων αυξήθηκε, κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους που διανύουμε, μόνο κατά 1,2% (υπολογιζόμενο σε ετήσια βάση).
Γιατί να συμβαίνει αυτό; Επειδή η παραγωγικότητα έχει να κάνει με τη δομή της οικονομίας, την ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές.
Σε όλα αυτά παραμένουμε ουραγοί στην ΕΕ και πολύ μακριά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (μόνο το διάστημα 1995-2002 είχαμε προσεγγίσει την Ευρώπη στο θέμα της παραγωγικότητας).
Κατόπιν όλων αυτών, δεν μπορεί παρά να θεωρήσει κανείς ότι η απόκλιση μας από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα αναμφισβήτητο γεγονός. Παρά την αυτοδυναμία και τη σταθερότητα…
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 05.04.2026