Πόσο κρίμα και πόσο άδικο

Φαντάζομαι το δεκαθέσιο με τα παλικαράκια να κάνουν χαβαλέ πανευτυχείς. Και σε μια στιγμή, η καταραμένη ώρα, όλα τέλος. Τέλος γι’ αυτούς, δυστυχία για τους ανθρώπους τους που έμειναν πίσω με ένα γιατί για πάντα σφηνωμένο στο μυαλό τους

Πόσο καιρό σχεδίαζαν αυτό το ταξίδι;

Τι οικονομία έκαναν για να συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα χρήματα;

Πόσες συζητήσεις και πόση αναζήτηση για να χαράξουν τη διαδρομή, να προγραμματίσουν τις στάσεις και τις διανυκτερεύσεις. Πόσο θα τους έβγαινε η μια επιλογή, πόσο η άλλη. Πόσοι και ποιοι θα ήταν οι εκλεκτοί που θα έκλειναν θέση; Πώς θα εύρισκαν βαν για να νοικιάσουν; Τι θα έπαιρναν μαζί τους ώστε να χωρέσουν όλοι με τα μπαγκάζια τους;

Σχέδια επί σχεδίων. Γράψε-σβήσε, επίλεξε- ακύρωσε. Μου είπαν αυτό, άκουσα εκείνο, έμαθα το άλλο.

Αν πάμε από αυτόν τον δρόμο θα έχουμε καθυστέρηση λόγω ελέγχων, αν πάμε μόνο μέσω χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα είναι ευκολότερα, να αυτοί οι δρόμοι είναι καλύτεροι, αλλά η εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων δεν ασφαλίζει εκτός χωρών της ΕΕ…

Βρήκαν το βαν, εξασφάλισαν τα εισιτήρια για το γήπεδο, προσδιόρισαν με σχετική ακρίβεια το κόστος, συμπλήρωσαν την λίστα των συνταξιδιωτών. Όλα έτοιμα λοιπόν.

Με πόση χαρά ξεκίνησαν.

Τους φαντάζομαι στο δεκαθέσιο βαν να καλαμπουρίζουν, να πειράζονται, να λένε ιστορίες, να αφηγούνται τα κατορθώματα τους, να υπερβάλλουν, να κοκορεύονται.

Συγνώμη για το μελό, αλλά αν δεν δικαιολογείται σε αυτήν την περίπτωση το συναίσθημα της συμπόνιας και της απέραντης θλίψης για το κακό που βρήκε έναν νέο της διπλανής πόρτας, δεν δικαιολογείται πουθενά.

Μου λείπει τόσο ο χαβαλές της αντροπαρέας, με τα «αντρικά αστεία», την αθυροστομία, τα χοντροκομμένα ανέκδοτα και τα εκρηκτικά γέλια. Θυμάμαι προ εικοσαετίας και βάλε είχα κάνει ένα ανάλογο ταξίδι- με αεροπλάνο βεβαίως- στην Πράγα επίσης με αφορμή αγώνα του ΠΑΟΚ με την Σπάρτα. Τρεις πατεράδες με τους έφηβους γιους τους-φίλους μεταξύ τους. Τη χαρά που πήραμε παρά το τρομακτικό κρύο που βρήκαμε και τα τρία γκολ που φάγαμε… Χτίσαμε αναμνήσεις από αυτές που δεν χάνονται στον χρόνο.

Φαντάζομαι το δεκαθέσιο με τα παλικαράκια να κάνουν χαβαλέ πανευτυχείς. Και σε μια στιγμή, η καταραμένη ώρα, όλα τέλος. Τέλος γι’ αυτούς, δυστυχία για τους ανθρώπους τους που έμειναν πίσω με ένα γιατί για πάντα σφηνωμένο στο μυαλό τους. Τι κι αν ψάχνουν τώρα οι εμπειρογνώμονες τις συνθήκες του τραγικού δυστυχήματος. Τι κι αν οι σκέψεις για το αν αυτό ή το αν το άλλο σε κατακλύζουν.

Αδιανόητο.

Πόσο κρίμα κι άδικο για τα παιδιά!

* Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 01.02.2026