Παράγουμε πράσινη ενέργεια με το τσουβάλι αλλά… την πετάμε στα σκουπίδια - Oι αιτίες και οι... σωτήριες μπαταρίες

Τσουνάμι περικοπών στις ΑΠΕ με τη χώρα να μην ξέρει τι να κάνει τη φθηνή ενέργεια την οποία διαθέτει σε αφθονία - Με ρυθμούς χελώνας η προώθηση της αποθήκευσης ενέργειας - Απαιτείται επανασχεδιασμός στρατηγικής

Nα πατήσει γκάζι στην εγκατάσταση μπαταριών για να μην καταλήγουν μεγάλες ποσότητες καθαρής και φθηνής ενέργειας που παράγεται από Ανανεώσιμες Πηγές στον κάλαθο των αχρήστων, καλείται η χώρα μας.

Το φλέγον ζήτημα της αποθήκευσης ενέργειας συνδέεται ευθέως, ειδικά σε ένα πολεμικό περιβάλλον αστάθειας όπως το σημερινό, με τη διασφάλιση προσιτών λογαριασμών ενέργειας για τους καταναλωτές που σήμερα ακούνε για ρεκόρ στην παραγωγή ενέργειας από φωτοβολταϊκά και αιολικά, αλλά δεν το νιώθουν στην τσέπη τους.

Τον Φεβρουάριο του 2026 στην Ελλάδα καταγράφηκε ιστορικό υψηλό στις περικοπές ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν. Η αύξηση των περικοπών από μόλις 3,05 GWh τον Φεβρουάριο 2025 σε πάνω από 106,1 GWh μέσα στον φετινό Φεβρουάριο αποτελεί ανησυχητικό δείκτη που μαρτυρά ότι το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα δοκιμάζεται σοβαρά λόγω της αυξημένης διείσδυσης «πράσινων» πηγών ενέργειας.

Ταυτόχρονα, σύμφωνα με ευρωπαϊκές αναλύσεις, οι περικοπές των ΑΠΕ στη χώρα έφτασαν στο 6,6% της συνολικής παραγωγής τους το 2025, δηλαδή περίπου 1,867 TWh «πράσινης» ηλεκτρικής ενέργειας απορρίφθηκαν λόγω περιορισμών του συστήματος -αριθμός διπλάσιος από το 2024.

Την ώρα που η Ελλάδα προσθέτει σημαντική νέα ισχύ από φωτοβολταϊκά και αιολικά, όπως δείχνουν τα στοιχεία για τα ρεκόρ εγκαταστάσεων (2,5 GW φωτοβολταϊκών το 2025), το ίδιο το σύστημα αδυνατεί να απορροφήσει και να αξιοποιήσει αυτή την παραγωγή.

Οι μπαταρίες που θα σώσουν αλλά αργούν να φορτίσουν…

Οι ειδικοί της ενέργειας, οι ευρωπαϊκές αγορές και οι θεσμοί εδώ και χρόνια προειδοποιούν ότι η μαζική διείσδυση των ΑΠΕ χωρίς παράλληλη ανάπτυξη αποθήκευσης δημιουργεί αναπόφευκτες στρεβλώσεις. Οι μπαταρίες μεγάλης κλίμακας και τα έργα αντλησιοταμίευσης δεν είναι «συμπληρωματικά έργα», αποτελούν βασική προϋπόθεση για να λειτουργήσει ομαλά η ενεργειακή μετάβαση.

Η αποθήκευση επιτρέπει την αξιοποίηση της πλεονάζουσας παραγωγής τις ώρες χαμηλής ζήτησης και τη διοχέτευσή της στο σύστημα όταν οι ΑΠΕ δεν επαρκούν. Χωρίς αυτήν, η μετάβαση σε καθαρή ενέργεια παραμένει τεχνικά ημιτελής και οικονομικά ακριβή.

Στην Ελλάδα, παρά το εντυπωσιακό ρεκόρ νέων εγκαταστάσεων φωτοβολταϊκών και αιολικών, η αποθήκευση δεν έχει προχωρήσει με αντίστοιχη ταχύτητα. Έχουν κατατεθεί αιτήσεις πολλών GW για standalone έργα αποθήκευσης (δηλαδή μπαταρίες που λειτουργούν ανεξάρτητα, όχι συνδεδεμένα πίσω από κάποιον μετρητή κατανάλωσης) προς τον ΑΔΜΗΕ και τον ΔΕΔΔΗΕ για την έκδοση όρων σύνδεσης, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία σε βαθμό που να επιτρέπει την ταχεία υλοποίησή τους.

Παράλληλα, τα έργα ισχύος περίπου 1 GW που προέκυψαν από τους σχετικούς διαγωνισμούς και χρηματοδοτούνται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί, καθώς δίνονται επαναλαμβανόμενες παρατάσεις, ενώ εκκρεμεί και η πλήρης οριστικοποίηση του κανονιστικού πλαισίου συμμετοχής τους στην αγορά ενέργειας.

Το αποτέλεσμα είναι μία συσσώρευση ώριμων επενδυτικών σχεδίων που παραμένουν σε αναμονή -είτε λόγω αδειοδοτικών εκκρεμοτήτων είτε λόγω καθυστερήσεων στη σύνδεση και στην ενσωμάτωσή τους στο μοντέλο της αγοράς.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας έχει ήδη ενταχθεί στον κεντρικό σχεδιασμό των αγορών ηλεκτρισμού, με αρκετά κράτη-μέλη να επιταχύνουν την ανάπτυξη μπαταριών μεγάλης κλίμακας και να δημιουργούν ειδικούς μηχανισμούς αποζημίωσης ευελιξίας. Η Ελλάδα, παρά την ταχεία ανάπτυξη ΑΠΕ, δεν εμφανίζει ακόμη αντίστοιχη δυναμική στην επιχειρησιακή ένταξη αποθηκευτικών μονάδων. Η υστέρηση αυτή δεν είναι απλώς συγκριτική -επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα της αγοράς και τη σταθερότητα των τιμών.

Η πολιτική ευθύνη εδώ δεν είναι θεωρητική. Το ενεργειακό μείγμα και η αρχιτεκτονική της αγοράς δεν διαμορφώνονται αυτόματα, καθορίζονται από ρυθμιστικές αποφάσεις, χρονοδιαγράμματα και προτεραιότητες. Το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας έχει επιδείξει ταχύτητα στην προώθηση νέων έργων ΑΠΕ, όμως δεν έχει επιδείξει την ίδια αποφασιστικότητα στην άρση των εμποδίων που καθυστερούν την αποθήκευση.

Η απουσία ενός σαφούς, επιταχυνόμενου οδικού χάρτη για την ένταξη μεγάλων έργων αποθήκευσης στο σύστημα δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων. Όταν η χώρα καταγράφει ρεκόρ εγκατεστημένης «πράσινης» ισχύος, αλλά ταυτόχρονα ρεκόρ περικοπών, τότε ο σχεδιασμός εμφανίζει κενά.

Η ενεργειακή μετάβαση χωρίς αποθήκευση δεν είναι πλήρης μετάβαση. Είναι ένα ημιτελές μοντέλο που αναγκάζει το σύστημα να απορρίπτει καθαρή ενέργεια και να στηρίζεται περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε σε μονάδες φυσικού αερίου για λόγους ευελιξίας. Αυτό έχει κόστος -οικονομικό, θεσμικό και τελικά πολιτικό.

Σε κάθε περίπτωση απαιτείται πολιτική βούληση για να περάσει η χώρα μας με γοργά βήματα από τα «ρεκόρ εγκαταστάσεων» στα «ρεκόρ αξιοποίησης», ένας στόχος που θα επιτευχθεί μόνο εφόσον η αποθήκευση αναδειχθεί σε άμεση και μετρήσιμη προτεραιότητα.

Η γάγγραινα της γραφειοκρατίας

Η Ελλάδα σήμερα έχει πλούσιο δυναμικό ΑΠΕ και υψηλούς ρυθμούς εγκαταστάσεων. Όμως αυτό το πλεονέκτημα μετατρέπεται σε οικονομικό κόστος όταν η συνολική παραγωγή δεν μπορεί να απορροφηθεί από το σύστημα.

Στο πλαίσιο αυτό, στην κατάθεση αγωγής κατά του Ελληνικό Δημόσιο προχωρά ο Σύνδεσμος Φωτοβολταϊκών Ελλάδας (ΣΥΦΩΕΛ). Ο σύνδεσμος, που εκπροσωπεί ιδιοκτήτες φωτοβολταϊκών πάρκων έως 500 kW -δηλαδή κυρίως μικρομεσαίους παραγωγούς ενέργειας- κάνει λόγο για τεράστια οικονομική ζημία που απειλεί πλέον τη βιωσιμότητα των επενδύσεων.

Περικοπές παραγωγής και μηδενικές τιμές φέρνουν οικονομική ασφυξία

Σύμφωνα με τα μέλη του ΔΣ του συνδέσμου, η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στον κλάδο με τις συνεχείς περικοπές παραγωγής και τις μηδενικές τιμές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας για τα φωτοβολταϊκά πάρκα.

Όπως επισημαίνουν, οι οικονομικές απώλειες για τους παραγωγούς αυξάνονται διαρκώς, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συλλογική νομική διεκδίκηση.

«Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στον κλάδο, με τις περικοπές και τις μηδενικές τιμές, έχει επιβαρύνει σοβαρά τη βιωσιμότητα των φωτοβολταϊκών πάρκων, δημιουργώντας συνεχώς αυξανόμενες οικονομικές απώλειες. Για τον λόγο αυτό θεωρούμε ότι η συλλογική νομική διεκδίκηση αποτελεί πλέον αναγκαίο βήμα, ώστε να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των μελών μας», τονίζουν τα στελέχη του συνδέσμου.

Θα καταγραφεί όλη η οικονομική ζημιά

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του ΣΥΦΩΕΛ, στην αγωγή θα αποτυπωθεί συνολικά η οικονομική ζημία που έχουν υποστεί τα μέλη του, συμπεριλαμβανομένου και του κόστους της τηλεποπτείας που επιβαρύνει τους παραγωγούς.

Η διαδικασία θα υποστηριχθεί και από πραγματογνώμονα, ώστε να τεκμηριωθεί πλήρως το ύψος των απωλειών που έχουν καταγραφεί στον κλάδο.

Σε μία συνετή ενεργειακή στρατηγική, η κυβέρνηση και το αρμόδιο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας θα έπρεπε να έχουν θέσει την ενέργεια αποθήκευσης στο επίκεντρο του σχεδιασμού. Αντίθετα, η ανάπτυξη μονάδων αποθήκευσης στην Ελλάδα αν και προχωρά δείχνει να καθυστερεί σημαντικά -είτε λόγω γραφειοκρατικών διαδικασιών αδειοδότησης, είτε λόγω ανεπαρκούς ρυθμιστικού πλαισίου και κινήτρων.

Αυτή η αποτυχία έχει δύο συνέπειες:

1.Η «πράσινη» ενέργεια απορρίπτεται αντί να αξιοποιείται -και στην ουσία «πετιέται» στο ηλεκτρικό σύστημα. Αυτή είναι μία ενεργειακή και οικονομική απώλεια που πλήττει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και περιορίζει τη μείωση των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

2. Παραμένουν υπερβολικά υψηλά οι ώρες λειτουργίας σταθμών που καίνε φυσικό αέριο, επειδή το σύστημα χρειάζεται εφεδρείες ευελιξίας και αξιοπιστίας όταν οι ΑΠΕ δεν μπορούν να πλησιάσουν τη ζήτηση ή όταν αναγκάζονται να διακόψουν παραγωγή. Αυτό -χωρίς να το παραδέχεται επίσημα κανείς- ευνοεί τις θερμοηλεκτρικές μονάδες που λειτουργούν με φυσικό αέριο και συμβάλλει σε υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.

Σε πρακτικό επίπεδο, οι «γραφειοκρατικές καθυστερήσεις» στη χορήγηση αδειών αποθήκευσης δεν είναι άμοιρες πολιτικού κόστους. Μπορεί να εξυπηρετούν -έμμεσα και ανεπίσημα- οικονομικά συμφέροντα των μεγάλων παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας που κερδίζουν από την παρατεταμένη λειτουργία των ακριβών θερμοηλεκτρικών μονάδων φυσικού αερίου.

Η αντίφαση

Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ η κυβέρνηση επενδύει στην ενεργειακή ασφάλεια μέσω της εισαγωγής αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου και στηρίζει υποδομές μεταφοράς του (συμπεριλαμβανομένων του Κάθετου Διαδρόμου προς την Ουκρανία), εντούτοις δείχνει να υποτιμά τη σημασία της ενέργειας από ΑΠΕ που ήδη παράγεται στη χώρα. Η Ελλάδα έχει ήδη μία πολύ υψηλή εγκατεστημένη ηλιακή και αιολική ισχύ, αλλά η αξιοποίηση αυτής της ενέργειας υπονομεύεται από τη χαμηλή διείσδυση υποδομών αποθήκευσης.

Είναι μία αντιφατική πολιτική κατάσταση: Από τη μία επενδύουμε σε εξωτερικές πηγές ενέργειας και υποδομές, από την άλλη αφήνουμε την εγχώρια «πράσινη» παραγωγή να χάνεται λόγω θεσμικών καθυστερήσεων.

Προς ένα πιο βιώσιμο μέλλον

ananeosimes-piges-energeias.jpg?v=0

Η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι η ταχεία ανάπτυξη αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας μειώνει τις αναγκαστικές περικοπές ΑΠΕ, μειώνει τις ανάγκες λειτουργίας ακριβών θερμοηλεκτρικών μονάδων και, τελικά, μειώνει τις τιμές ηλεκτρικού ρεύματος για τον καταναλωτή.

Για να συμβεί αυτό και στην Ελλάδα απαιτείται:

• Απλοποίηση της αδειοδοτικής διαδικασίας για μονάδες αποθήκευσης.

• Ρυθμιστικές παρεμβάσεις που δίνουν προτεραιότητα στην αποθήκευση και στη διαχείριση ευέλικτης παραγωγής.

• Κίνητρα και χρηματοδότηση για επενδύσεις σε έργα μπαταριών μεγάλης κλίμακας και pumped storage.

• Αναθεώρηση του σχεδιασμού της αγοράς ενέργειας, ώστε να ενσωματώνει πλήρως το δυναμικό των ΑΠΕ και να προστατεύει τον καταναλωτή από υψηλά τιμολόγια.

Η Ελλάδα διαθέτει εντυπωσιακό δυναμικό ΑΠΕ και σημαντική παραγωγή «πράσινης» ηλεκτρικής ενέργειας. Παρ’ όλα αυτά, η έλλειψη επαρκών υποδομών αποθήκευσης ενέργειας και οι καθυστερήσεις στην αδειοδότηση αποτελούν μία σημαντική «αιμορραγία» για το σύστημα. Αντί να αξιοποιηθεί αυτή η ενέργεια για να μειώσει το κόστος ρεύματος για όλους, σημαντικές ποσότητες «πράσινης» ενέργειας χάνεται, τα θερμοηλεκτρικά εργοστάσια καίνε φυσικό αέριο και οι καταναλωτές πληρώνουν υψηλότερους λογαριασμούς.

Η ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας οφείλει να αντιστρέψει αυτή την τάση, να ενεργήσει με αποφασιστικότητα και να δώσει στην Ελλάδα μία πραγματικά πράσινη και οικονομικά βιώσιμη ενεργειακή προοπτική.

*Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 15/3/2026

Loader
ESPA