Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην GoogleΣε συνθήκες… πολέμου καλείται να επιβιώσει η εστίαση (καφέ και ταβέρνες) στη Θεσσαλονίκη, με τις αυξήσεις – φωτιά σε ενεργειακό κόστος, πρώτες ύλες, την ακρίβεια που περιορίζει δραστικά τα εισοδήματα των πολιτών και την διαρκή αβεβαιότητα να κόβουν απότομα την όρεξη στον κλάδο, που προσπαθεί να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα, περιορίζοντας ακόμα και το ωράριο λειτουργίας του (φέρνοντας στη μνήμη… την πανδημική εποχή).
Τα νούμερα προκαλούν ανατριχίλα με την εστίαση στην πόλη να χάνει σωρευτικά, από το 2024 ως και σήμερα, τζίρο πέριξ των 45 εκατ. ευρώ (βάσει επίσημων στοιχείων) με τους καταστηματάρχες να ελπίζουν πως… το εν εξελίξει μακελειό θα λάβει τέλος το καλοκαίρι και στην περίοδο του Σεπτεμβρίου, με τη ΔΕΘ να προσφέρει βαθιές ανάσες στα μαγαζιά του κέντρου.
Την ώρα που η εστίαση… αιμορραγεί, τα σούπερ μάρκετ ευημερούν «κλέβοντας» τζίρο. Σύμφωνα με στοιχεία της Circana που αφορούν στον πρώτο τετράμηνο του 2026, ο τζίρος των αλυσίδων ανήλθε στα 4,646 δισ. ευρώ έναντι 4,364 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 7,4% με τη Θεσσαλονίκη να καταγράφει ταχύτερους ρυθμούς αύξησης πωλήσεων από την Αθήνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο όγκος των πωλήσεων αυξήθηκε κατά 3,8% και ο μέσος ρυθμός αύξησης των τιμών κατά 1,9%.
Στο πλαίσιο αυτό, Θεσσαλονικείς και τουρίστες κόβουν μαχαίρι τις εξόδους για φαγητό με τον κλάδο να βιώνει μία περίοδο… ισχνών αγελάδων χαρακτηριστικό της οποίας είναι οι έντονες πληθωριστικές πιέσεις και η άνθιση των airbnb (με τους επισκέπτες να μαγειρεύουν σπίτι αγοράζοντας υλικά από τα σούπερ μάρκετ) που «καταπίνουν»… αχόρταγα τζίρους και έσοδα. Παράλληλα και οι παραγγελίες στο σπίτι (delivery) ανεβάζουν στροφές στερώντας έσοδα από τα μαγαζιά, με το γρήγορο φαγητό (παρά τις αυξήσεις που καταγράφονται και εκεί) να κοστίζει πολύ φθηνότερα από μία έξοδο σε εστιατόριο.
Αξίζει να σημειωθεί πως η πτώση του τζίρου της εστίασης στη Θεσσαλονίκη το α' τρίμηνο του έτους είναι υπερδιπλάσια, συγκρίνοντάς τη με την πανελλαδική, που έφτασε στο 1,9% και διαμορφώθηκε σε 2,14 δισ. ευρώ. Στην Αττική ο τζίρος κατά το εξεταζόμενο διάστημα παρουσίασε οριακή πτώση κατά 0,1%, ανερχόμενος στα 1,11 δισ. ευρώ.
Διαμετρικά αντίθετη είναι από την άλλη πλευρά η εικόνα στο κλάδο των καταλυμάτων στη Θεσσαλονίκη καθώς στο α' τρίμηνο του έτους παρουσίασε άνοδο κατά 14,6% με τον κύκλο εργασιών να φτάνει στα 44,02 εκατ. ευρώ.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, μερίδα επαγγελματιών φοβάται λουκέτα εφόσον συνεχιστεί αυτή η τάση, με τα σημάδια πάντως από τον τρέχοντα μήνα (βοηθά και το Μουντιάλ, κατά βάση τα καφέ που διαθέτουν τηλεόραση) και ετά να προμηνύουν τάσεις ανάκαμψης, μετά το πολύ υποτονικό πρώτο πεντάμηνο (Ιανουάριος – Μάιος).
«30% πάνω τα κόστη, 30% κάτω οι τζίροι, δεν έρχονται οικογένειες, απορροφούμε το μεγαλύτερο μέρος των ανατιμήσεων»
«Περίπου 15 – 20 εκατ. ευρώ χάθηκαν από τον τζίρο του πρώτου τριμήνου σε σχέση με το 2025, πάνω από 45 εκατ. είναι οι απώλειες μεταξύ 2024 – 2026. Πλέον έχουν μειωθεί οι οικογένειες που βγαίνουν για φαγητό λόγω ακρίβειας με τον κόσμο να τα βγάζει δύσκολα πέρα. Μεσοσταθμικά το κόστος μίας επιχείρησης εστίασης λόγω αυξήσεων σε ενέργεια και πρώτες ύλες έχει αυξηθεί κατά 20-30%. Οι πρώτες ύλες ανέβηκαν 5-7%, τα καύσιμα και το ενεργειακό κόστος ανέβηκε περίπου 20 - 30%, μεγάλο μέρος των αυξήσεων το έχουμε απορροφήσει, οι πρώτες ενδείξεις από τον Ιούνιο είναι ενθαρρυντικές με την κίνηση να ανεβαίνει», επισημαίνει στη «ΜτΚ» ο Μιχάλης Επιτροπίδης, πρόεδρος της Ένωσης Εστιατόρων και Ψητοπωλών Θεσσαλονίκης.
Σύμφωνα με έρευνα της Ένωσης Εστιατόρων Θεσσαλονίκη (για το διάστημα Μάρτιος – Μάιος 2026), καφετέριες και ταβέρνες είδαν τους τζίρους τους να μειώνονται 30% σε σχέση με την περίοδο πριν τον πόλεμο με ορισμένους από τους ερωτηθέντες να κάνουν λόγο και για πτώση τζίρου 40 - 60%.
Οι επιχειρήσεις εστίασης στη Θεσσαλονίκη έφταναν τις 5.604 το 2025 (επίσημα στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ και ΓΕΜΗ) ενώ ετησίως τα λουκέτα και τα μαγαζιά που αλλάζουν χέρια αγγίζουν τα 700 - 800, με το 2026 να εκπέμπει δυσοίωνα μηνύματα για το πού θα κλείσει η λυπητερή όσων καταστημάτων κατεβάσουν ρολά ή τα αναλάβει νέος ιδιοκτήτης.
Φαύλος κύκλος
Για κάθε μία επιχείρηση που κλείνει στη Θεσσαλονίκη ανοίγει μία καινούργια ή αλλάζει ιδιοκτήτη, διατηρώντας τον αριθμό σταθερό τα τελευταία χρόνια με τον κλάδο να αποτελεί κατ’ εξοχήν παράδειγμα «επιχειρηματικότητας της ευκολίας».
Πολλοί που προσδοκούν εύκολο κέρδος, ανοίγουν με αστραπιαίες ταχύτητες μία επιχείρηση εστίασης (κατά βάση καφέ) και όταν τα βρίσκουν… σκούρα κλείνουν την επιχείρηση τη θέση της οποίας ωστόσο θα πάρει άλλη αντίστοιχης «λογικής» επιχείρηση με κεντρικούς δρόμους της πόλης να έχουν γεμίσει με καφέ που είναι αδύνατο να επιβιώσουν στη μάχη… της αλληλοεξόντωσης, βάσει όχι μόνο οικονομικής αλλά και απλής λογικής.
Στο δύσπεπτο μενού και ελλείψεις εργαζομένων
Την ίδια στιγμή, τον κλάδο ταλανίζει και το εκρηκτικών διαστάσεων ζήτημα της έλλειψης εργαζομένων με τους εργοδότες να ψάχνουν με το κιάλι για έβδομη συνεχόμενη σεζόν (από το 2020) υπαλλήλους…
Στη Βόρεια Ελλάδα, βάσει εκτιμήσεων της αγοράς, εκτιμάται πως οι κενές θέσεις εργασίας σε τουρισμό, εστίαση ξεπερνούν τις 2.000 (περίπου 1.500 στη Χαλκιδική, 500 στην Πιερία) ενώ πανελλαδικά αγγίζουν τις 80.000, μία εικόνα – καρμπόν με πέρσι.
Επιπλέον, πολλά μαγαζιά στη Θεσσαλονίκη δουλεύουν 6-11 τις καθημερινές στην κουζίνα και τις Παρασκευές (τα Σάββατα και τις Κυριακές 1 το μεσημέρι μέχρι 12 τα μεσάνυχτα) καθώς δεν υπάρχει προσωπικό για να μπορέσουν να λειτουργήσουν με δύο οκτάωρα με τους επαγγελματίες να συρρικνώνουν το ωράριο λειτουργίας για να βγουν οικονομικά.
Βέβαια εκτιμάται πως τη θερινή περίοδο το ωράριο λειτουργίας σε γενικές γραμμές επανέρχεται στα φυσιολογικά επίπεδα αλλά από το φθινόπωρο θα τροποποιηθεί εκ νέου.
Μία στις τέσσερις επιχειρήσεις παρανομεί
Η ψηφιακή κάρτα εργασίας επεκτείνεται αλλά η παραβατικότητα παραμένει σε υψηλά επίπεδα στην αγορά εργασίας.
Η εικόνα που καταγράφει η Επιθεώρηση Εργασίας δείχνει παραβατικότητα σε υψηλά ποσοστά, με τα πρόστιμα να αγγίζουν τα 54 εκατ. ευρώ. Οι συχνότερες παραβάσεις αφορούσαν την εφαρμογή της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας, με 2.994 καταγεγραμμένες περιπτώσεις. Ακολούθησαν οι παραβάσεις ωραρίου (2.332), η μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών (1.410) και η αδήλωτη εργασία (1.372).
Στους κλάδους όπου η παραβατικότητα είναι υψηλή ως προς τη χρήση της ψηφιακής κάρτας εργασίας συγκαταλέγεται και η εστίαση με την «μαύρη» απασχόληση να κυριαρχεί σε καφέ, εστιατόρια, μπαρ, κέντρα διασκέδασης).
Τα πρώτα στοιχεία για το 2026 δείχνουν ότι η παραβατικότητα διατηρείται σε υψηλά επίπεδα – κοντά στο 27,15% – κατά το πρώτο δίμηνο του έτους. Με άλλα λόγια, μία στις τέσσερις επιχειρήσεις παραβιάζουν την εργατική νομοθεσία. Στην κορυφή βρίσκονται σταθερά οι παραβάσεις που σχετίζονται με την ψηφιακή κάρτα εργασίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι η εφαρμογή του μέτρου δεν συνοδεύεται πάντα από ορθή χρήση.
Τα 5 σημεία – κλειδιά
1) Ο κλάδος της εστίασης στη Θεσσαλονίκη διανύει περίοδο… ντεφορμαρίσματος χωρίς όμως να το βάζει κάτω επιχειρώντας θερινή αντεπίθεση και διαδοχικά γκολ στο… Μουντιάλ της επιβίωσης.
2) Οι ανατιμήσεις διαρκείας αναγκάζουν τόσο τους Έλληνες όσο και τους τουρίστες να περιορίσουν τις εξόδους τους, εφαρμόζοντας μίνι… εθελοντικά μνημόνια στους προϋπολογισμούς τους.
3) Πιτόγυρα και σούπερ μάρκετ μαζεύουν όλο το χαρτί της κατανάλωσης με τις ταβέρνες να ζορίζονται.
4) Τα νέα δεδομένα που έχει φέρει η ψηφιακή κάρτα εργασίας «επιβάλουν» μικρότερα και πιο σφιχτά ωράρια στα μαγαζιά που «γυρνούν» σε μοντέλα που εφάρμοζαν στην… πανδημία.
5) Το αγαπημένο ρόφημα των Θεσσαλονικέων, ο καφές, «βαραίνει» με νέες αυξήσεις, «πικρίζοντας» περαιτέρω τα πορτοφόλια.
Ο πανάκριβος καφές… της παρηγοριάς και το παγωτό… παγωτάκι
Όλο και πιο βαρύς για την τσέπη αποδεικνύεται ο καφές έξω, αγαπημένη συνήθεια των Ελλήνων, ιεροτελεστία για τους Θεσσαλονικείς.
Ο καφές φαίνεται να χάνει σταδιακά τον χαρακτήρα της προσιτής καθημερινής απόλαυσης για πολλούς Έλληνες, καθώς οι τιμές του συνεχίζουν να αυξάνονται και να επιβαρύνουν ολοένα περισσότερο τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Eνδεικτικά η τιμή ενός καφέ στο χέρι έχει φτάσει κοντά στα 2,50 – 3 ευρώ, ενώ η κατανάλωσή του σε καφετέριες είναι ακόμη πιο ακριβή, φτάνοντας και τα 5 ευρώ σε κεντρικά σημεία της πόλης.
Από τα 2,10 που κόστιζε ο φρέντο καπουτσίνο στο χέρι το 2024 σήμερα έχει φτάσει στα 2,60. Ο φρέντο εσπρέσο ανέβηκε από τα 2 στα 2,40 ενώ ο γαλλικός αυξήθηκε από 1,80 στα 2,30 ευρώ.
Κακά νέα για το πορτοφόλι έρχονται και από την τιμή του σερβιριζόμενου καφέ. Ο φρέντο καπουτσίνο από 3,50 το 2024 έφτασε τα 4,50 -5 ευρώ ενώ ο εσπρέσο έχει φτάσει από τα 3 στα 4 ευρώ. Ένας καφές φίλτρου κοστίζει 3,50 ευρώ όταν το 2024 πωλούνταν στα 2,80 με τους καταναλωτές να βάζουν πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη για να απολαύσουν την καθημερινή τους συνήθεια.
Όπως αναφέρουν επαγγελματίες του χώρου, η αξία της πρώτης ύλης έχει αυξηθεί περίπου κατά 80% τα τελευταία χρόνια. Παρά τις προσπάθειες των επιχειρήσεων να συγκρατήσουν τις ανατιμήσεις και να απορροφήσουν μέρος των επιβαρύνσεων, αυτό δεν είναι πάντοτε εφικτό, με συνέπεια το επιπλέον κόστος να περνά τελικά στις τελικές τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Οι αιτίες που τροφοδοτούν τη συνεχή αύξηση των τιμών είναι πολλές και σύνθετες, ενώ το βασικό ερώτημα παραμένει κατά πόσο υπάρχουν βιώσιμες εναλλακτικές που θα μπορούσαν να περιορίσουν την πίεση στην αγορά.
Παρότι ο καφές εξακολουθεί να θεωρείται από πολλούς μια μικρή καθημερινή απόλαυση, το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν ο καφές, είτε αγοράζεται στο χέρι είτε καταναλώνεται σε κάποιο κατάστημα, θα συνεχίσει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας ή αν θα είναι από τις πρώτες δαπάνες που οι καταναλωτές θα επιλέξουν να περιορίσουν.
Υπό αυτό το πρίσμα, ολοένα και περισσότεροι πολίτες περιορίζουν τις αγορές καφέ από τα καταστήματα εστίασης και στρέφονται στην παρασκευή του στο σπίτι. Η τάση αυτή έχει οδηγήσει σε αύξηση της κατανάλωσης στα καφεκοπτεία, καθώς πολλοί εργαζόμενοι επιλέγουν να ετοιμάζουν τον καφέ τους από το σπίτι και να τον μεταφέρουν στην εργασία τους.
«Παγώνουν» τα πορτοφόλια τα παγωτά
Με το καλοκαίρι να προχωρά, το παγωτό που ψηφίζουν όλες οι ηλικίες καθίσταται ολοένα και πιο ακριβό για τους καταναλωτές. Οι ανατιμήσεις στα παγωτά συνεχίζονται και φέτος ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι συσκευασίες γίνονται μικρότερες, με αποτέλεσμα οι πολίτες να πληρώνουν περισσότερα χρήματα για λιγότερη ποσότητα προϊόντος.
Οι παραγωγοί αποδίδουν τις αυξήσεις (πάνω από 40% την τελευταία πενταετία) στο αυξημένο κόστος πρώτων υλών, ενέργειας και μεταφορών, την ώρα που οι καταναλωτές βλέπουν τον οικογενειακό τους προϋπολογισμό να πιέζεται ακόμη περισσότερο.
Μια μπάλα παγωτό στα «παγωτατζίδικα» και στα γαλακτοπωλεία ξεκινάει από τα 2,80 ευρώ, αντίστοιχα και το παγωτό μηχανής. Το κιλό ξεπερνάει τα 25 ακόμα και τα 30 ευρώ.
Στα οικογενειακά παγωτά που πωλούνται στα σούπερ μάρκετ, η εικόνα είναι παρόμοια με τις τιμές τους να κυμαίνονται από τα 9,99 ευρώ έως και τα 20 ευρώ.
*Δημοσιεύτηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 21 Iouνίου 2026
Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην Google