Αχός βαρύς ακούγεται, πολλοί σωτήρες σπεύδουν…
Η πολιτική κατάσταση στη χώρα έχει πρωτοφανή χαρακτηριστικά, όχι μόνο για τη μεταπολιτευτική περίοδο αλλά ακόμα και για τη μεταπολεμική περίοδο: Επτά κόμματα στη Βουλή φαίνεται πως δεν μας φτάνουν, σημαντικό μέρος της κοινωνίας νιώθει μη αντιπροσωπευόμενο μέσα στο πολιτικό σύστημα και με τον εθισμό του «παίκτη» ποντάρει διαρκώς σε «κάτι νέο» -κι όταν διαψεύδεται ποντάρει κάπου αλλού κ.ο.κ.
Αυτή η λογική του «ποντάρω και αποσύρω» ενθαρρύνεται και από την πληθώρα των (δημοσιευόμενων) δημοσκοπήσεων οι οποίες τείνουν να σιγοντάρουν κάθε «νέο προϊόν» μέχρι να βγει το επόμενο (ο κ. Κασελάκης έχει πικρή εμπειρία επ’ αυτού). Ορισμένες έρευνες κοινής γνώμης έχουν πολύ ενδιαφέροντα ποιοτικά στοιχεία, τα οποία όμως θάβονται μπροστά στη συζήτηση των δεκαδικών στα ποσοστά της πρόθεσης ψήφου ή της εξαιρετικά επισφαλούς «εκτίμησης ψήφου».
Ποιοτικά στοιχεία που, κατά τη γνώμη μου, δείχνουν ότι η βαθύτερη ανάγκη στην πολιτική μας ζωή δεν είναι να κατασκευαστούν και άλλα κόμματα αλλά οι όποιοι ενεργοί πολιτικοί φορείς να ξαναγίνουν πραγματικά κόμματα. Δηλαδή, πολιτικά υποκείμενα με κοινωνικές ρίζες, πραγματικά μέλη, εσωτερική ζωή, προγραμματικό σχέδιο και σαφείς ιδεολογικές αναφορές.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, έχουμε τα εξής είδη κομμάτων:
- Α) Τα θεσμικά κόμματα.
- Β) Τα δυνητικά κόμματα.
- Γ) Τα εξαγγελθέντα αλλά μη γεννηθέντα κόμματα.
- Δ) Τα κόμματα που ψάχνουν σε ποιο άλλο κόμμα θα πάνε.
- Ε) Τα θρυλούμενα υπό ένωση κόμματα.
- ΣΤ) Τα κόμματα με αρχηγούς αλλά χωρίς υπαρκτό κόμμα.
Προφανώς, κάθε Έλληνας έχει δικαίωμα να ιδρύσει ένα κόμμα. Αλλά καλό θα ήταν να μην ασκηθεί αυτό το δικαίωμα από όλους μας. Γιατί τα κόμματα, με την ουσιαστική έννοια του όρου, δεν είναι άσκηση προσωπικού δικαιώματος αλλά «τα κρίσιμα όργανα για τη διαμόρφωση της γενικής θέλησης της κοινωνίας» (W. Abentroth).
Αντιπροσωπεύουν ιστορικά μία κοινωνική ανάγκη, όπως την αντιλαμβάνονται συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις και κατηγορίες, σε μία δεδομένη συγκυρία. Αν πάψουν να την αντιπροσωπεύουν, χάνουν τον ιστορικό τους ρόλο, μαραίνονται και τοποθετούνται ανάμεσα στις σελίδες στις δέλτους της Ιστορίας, όπως κάποτε οι ευαίσθητες ψυχές έβαζαν κομμένα άνθη μεταξύ των σελίδων σε λευκώματα μύχιων σκέψεων.
Αν μάλιστα δεν αντιπροσωπεύουν κοινωνικά στρώματα και ιστορικές πολιτικές ανάγκες, έχουν βραχύ βίο ή οδεύουν ως υποσημείωση σε ένα μεγάλο και υπαρκτό Πολιτικό Σχέδιο.
Γιατί είναι αλήθεια ότι, ακόμα και στην εποχή των κοινωνικών δικτύων και της προσωπικής πασαρέλας, τα κόμματα «είναι το άθροισμα ενός διαρθρωμένου οργανωτικού μηχανισμού που έχει συμφωνήσει σε ένα πολιτικό πρόγραμμα μέσω συλλογικών διαδικασιών -και τα δύο σε εθνικό επίπεδο». (Ουμπέρτο Τσερόνι «Θεωρία του πολιτικού κόμματος»). Τοπικά «κόμματα» ή κλαδικά «κόμματα» ή μονοθεματικά «κόμματα» ή απολύτως προσωποπαγή κόμματα πάσχουν σε θεμελιώδεις παραμέτρους για να μπορέσουν να γίνουν ή να μοιάσουν έστω, σε κάτι τέτοιο.
Μετά τον πρώτο ενθουσιασμό, το λαϊκό ένστικτο (δηλαδή η ιστορικά συσσωρευμένη συλλογική μνήμη και κρίση) κρατά «μικρό καλάθι» αναμένοντας δείγματα γραφής και δράσης. Κατόπιν κρίνεται η τήρηση ή η διάψευση του κεντρικού αφηγήματος (όχι κάποιων επιμέρους υποσχέσεων οι οποίες στην πολιτική μας ζωή δεν είναι και λίγες).
Σ’ αυτή τη δυσπιστία υπάρχει μία σοφία, ιδιαίτερα στις μέρες μας, όπου τα αναθέματα για το πολιτικό σύστημα περισσεύουν, ενώ οι συγκεκριμένες προτάσεις για τη μετεξέλιξή του σπανίζουν.