Διανύοντας ήδη τις πρώτες μέρες του 2026 και έχοντας περάσει οικογενειακές στιγμές γεμάτες με εδέσματα, ξεγνοιασιά αλλά και δώρα που ενδεχομένως λάβαμε και δωρίσαμε, είναι εύλογο να «γεννιέται» η εξής απορία. Μία εξόρμηση στην αγορά, μας κάνει να νιώθουμε υπέροχα. Είμαστε ανανεωμένοι, ευδιάθετοι και έτοιμοι να αξιοποιήσουμε τα καινούρια μας αποκτήματα.
Πώς εξηγείται όμως το φαινόμενο της καταναλωτικής μανίας όπου η ευχαρίστηση που βιώνουμε προέρχεται μόνο από τις αγορές ενδυμάτων ή αντικειμένων;
Ο όρος «καταναλωτική μανία» ή «καταναλωτισμός», περιγράφει την τάση των ανθρώπων για άσκοπη αγορά αγαθών τα οποία δεν τους χρησιμεύουν ουσιαστικά στην πραγματικότητα.
Σύμφωνα με διάφορες έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί σε Ευρώπη και Αμερική, το φαινόμενο κάνει πιο συχνά την εμφάνισή του στις γυναίκες, σε σύγκριση με τους άντρες. Η καταναλωτική μανία είναι ένα είδος εθισμού και εμμονής, όπως είναι η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια, η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ και το κάπνισμα.
Καταναλώνω άρα υπάρχω; Υπάρχουν πολλές αιτίες οι οποίες συμβάλλουν στην έξαρση του φαινομένου, που αφορούν κυρίως την ψυχολογία του ανθρώπου. Το καθημερινό άγχος, τα ψυχολογικά προβλήματα, η τάση αυτοπροβολής σύμφωνα με τη μόδα, η απουσία ικανοποίησης από άλλες καταστάσεις της ζωής, ο θυμός και τα συναισθηματικά κενά (όπως η μοναξιά), αντιπροσωπεύουν κάποιους από τους λόγους για τους οποίους μία βόλτα στην αγορά ισοδυναμεί με μία πολύ ήρεμη μέρα στη δουλειά.
Συμπληρωματικά τα τελευταία χρόνια ειδικά από τότε που η τεχνολογία έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας αλλά κυρίως και στην καθημερινότητα των μικρότερων ηλικιών, η έκθεση στο διαδίκτυο και οι αγορές μέσω αυτού, τροφοδοτούν το φαινόμενο εφόσον υπάρχει δυνατότητα για αγορές 24 ώρες το 24ωρο, 365 μέρες τον χρόνο.
Έτσι, η αυτοπεποίθηση και το ηθικό του καταναλωτή αυξάνονται άμεσα, ως επακόλουθο μίας φυσικής ή διαδικτυακής αγοράς για το λεγόμενο «shopping therapy».
Η αλήθεια είναι πως αυτά τα πρώτα συναισθήματα μετά από μία δαπανηρή αγορά, δεν διαρκούν για πάντα. Τι συμβαίνει όμως όταν στερηθούμε αυτόν τον περίπατο στην αγορά είτε η βόλτα μας δεν συνοδεύεται από κάποιο νέο απόκτημα;
Από την στιγμή που δεν υπάρχουν αρκετά χρήματα για να ξοδέψει ο καταναλωτής, εμφανίζει νευρικότητα, θυμό αλλά και μία γενικότερη διακύμανση στη διάθεσή του, καθώς συνειδητοποιεί ότι δεν θα καταφέρει να ικανοποιήσει τις συγκεκριμένες ανάγκες του, με αποτέλεσμα να χάσει και την όρεξή του για οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα ή οποία θα είναι πιο ουσιαστική και μέσω αυτής θα μπορέσει να νιώσει καλύτερα.
Στον αντίποδα όμως, τα προβλήματα αυξάνονται λόγω της υπερβολικής σπατάλης χρημάτων, που έχει ως αποτέλεσμα την παρουσία αισθημάτων ενοχής, απληστίας και αλαζονείας. Σύμφωνα με τα παραπάνω και εφόσον εμφανίζονται σε υπερβολικό βαθμό, μιλάμε για σύνδρομο στέρησης παρόμοιο με αυτό που σχετίζεται με την εξεζητημένη κατανάλωση αλκοόλ, φαγητού ή ενασχόλησης με τον τζόγο.
Συνοψίζοντας, το πιο σημαντικό για την αντιμετώπιση μίας τέτοιας συμπεριφοράς, είναι να υπάρχει αναγνώριση του προβλήματος και ο καταναλωτής να μπορεί να καταλάβει ότι το να αγοράζει άχρηστα προϊόντα, δεν είναι ζωτικής σημασίας. Επίσης, χρειάζεται να θέσει προτεραιότητες και να είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει τι είναι απαραίτητο και ποιες ανάγκες είναι σημαντικές.
Τέλος, η αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου του δημιουργικά αλλά και η αγορά χρηστικών αγαθών και όχι ποσοτικών, είναι το κλειδί για την αποφυγή του καταναλωτισμού ως σκοπός ζωής.
Όπως σε όλες τις υπερβολές, έτσι και εδώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αντιμετώπιση αλλά και ο βαθμός εξάρτησης έχουν τον πιο σημαντικό ρόλο στην εξάλειψη του όποιου φαινομένου μας δημιουργεί πρόβλημα. «Παν μέτρον άριστον» λοιπόν!