Πρωϊνός καφές με τον Διογένη Δασκάλου (βίντεο)

Παλιές και νέες ιστορίες από τις Σέρρες και τη Θεσσαλονίκη, αλλά και μπόλικη συζήτηση για τον Νεοέλληνα περιλαμβάνει ο σημερινός πρωινός καφές

Παλιές και νέες ιστορίες από τις Σέρρες και τη Θεσσαλονίκη, αλλά και μπόλικη συζήτηση για τον Νεοέλληνα περιλαμβάνει ο σημερινός πρωινός καφές. Παρέα με τον Διογένη Δασκάλου, τον άνθρωπο που δημιούργησε τους Monie&Monie Conniente. Γεννημένος στο κέντρο των Σερρών, από όπου οι αναμνήσεις είναι πολλές και έντονες. Η αυλή του σπιτιού, το κοτέτσι και το χαλέ που ήταν το WC εκτός του σπιτιού, αλλά και το κουσιάφ και το ματάνι -σερραϊκές σπεσιαλιτέ που τις φτιάχνει και σήμερα.

Θυμήθηκε τον Λαζόπουλο, τη Ρίκα Βαγιάνη, τον Μύλο και τον Στεφανίδη, τα terminal της Θεσσαλονίκης που σβήνουν, αλλά και το «Καφωδείο Ελληνικό» όπου αυτές τις ημέρες παρουσιάζει την παράσταση «Ο Σκώληξ».

Ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται ως επαγγελματίας «Νικολούλη», που ψάχνει ανθρώπους. Γιατί ο άνθρωπος και φυσικά ο Νεοέλληνας τον ενδιαφέρει πολύ. Αν -και όπως λέει- θα προτιμούσε για τον Έλληνα, αλλά και τον εαυτό του «μια μαγική σανίδα και ένα άγριο κοπάνημα» για να αποβάλλουμε «τον εμφύλιο που κουβαλάμε και είναι σα να συμβαίνει καθημερινά στη ζωή μας».

Είναι 10 και 10 το πρωί. Ξεκινάμε με την κλασσική ερώτηση για τον πρωινό καφέ. Περίμενα από έναν καλλιτέχνη να μην είναι οπαδός το πρωινού ξυπνήματος, αλλά βλέπω ότι με εσάς δεν ισχύει αυτό.

Ναι, εγώ είμαι μάλλον μια ιδιάζουσα μορφή καλλιτέχνη, γιατί δεν αισθάνομαι καλλιτέχνης με την έννοια που επικρατεί τον τελευταίο καιρό, που τσουβαλιάζει μέσα της τον οποιοδήποτε θέλει να προσελκύει για το εγώ του ένα εργαλείο που λέγεται showbiz. Είμαι της παλιάς σχολής, δηλαδή του Τσαρούχη, του Χατζηδάκη, του Χορν. Με ενδιαφέρει περισσότερο η ουσία, η δική μου ουσία και αν μπορεί να μεταλαμπαδευτεί σε κάποιους που αντιλαμβάνονται αυτόν τον καθρέφτη με τη δική μου σωστή έννοια. Αλλιώς δεν προτίθεμαι -και δεν το έκανα τόσα χρόνια- να λειτουργήσω διαφορετικά. Και εδώ έρχομαι να απαντήσω: αφενός δεν πίνω καφέ και αφετέρου πίνω τσάι του βουνού.

diogenis-daskalou-4.jfif?v=0

Το πρωινό ξύπνημα;

Έχει ενταχθεί στη ζωή μου τα τελευταία χρόνια, δηλαδή τα τελευταία 4-5 χρόνια, όπου είναι κάτι απίστευτο και για τον ίδιο μου τον εαυτό ότι 7 και μισή το πρωί είμαι στο γυμναστήριο. Ακόμη και το Σάββατο. Έζησα μια μεγάλη περίοδο της ζωής μου κοιμώμενος την ώρα που τώρα ξυπνάω και ξυπνώντας την ώρα που σήμερα κοιμάμαι, γιατί δούλευα πολύ νύχτα. Αλλά αυτό πλέον ήρθε μάλλον και στούμπωσε και ο ίδιος ο οργανισμός μου το ξέρασε και μου έχει διατάξει έναν άλλο τρόπο ζωής.

Άρα καφές δεν υπάρχει, τσάι μόνο.

Τσάι υπάρχει, ναι καθημερινά.

Το πρωί;

Το πρωί, το απόγευμα. Απλά έχω χωρίσει τα πολύ τονωτικά και τα κατευναστικά σε ώρες για να μπορώ να κοιμάμαι κιόλας (γελάει).

Εκείνη τη στιγμή με τον καφέ τι κάνετε; Σκέψεις για το τι έγινε την προηγούμενη ημέρα;

Έχω έναν πλουραλιστικά άναρχο εγκέφαλο, δηλαδή για μένα δεν υπάρχει ωράριο, δεν υπάρχουν εργάσιμες ημέρες, δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο. Δηλαδή, μπορεί να είμαι στο γυμναστήριο και να σκέφτομαι ένα θέμα που έχει να κάνει με τα οικονομικά ή με την κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων και να τσεκάρω και μέσα στο χώρο εκγύμνασης ανθρώπους για το πώς πλησιάζουν τον γυμναστή ή τη γυμνάστρια ή ο ένας στον άλλον. Εργάζομαι αδιάλειπτα. Είναι το δικό μου σκάνερ που πρέπει να δουλεύει συνεχόμενα και γι' αυτό το λόγο είμαι ο άνθρωπος που συχνάζει στο παζάρι ή χρησιμοποιεί λεωφορεία, παίρνει ταξί, περπατάει.

Θέλετε εικόνες, δηλαδή.

Ναι, και ένα δεύτερο είναι ότι εκτός από το ότι δεν πίνω καφέ δεν οδηγώ κιόλας. Και το τρίτο που συμπληρώνει είναι ότι για τα ποδοσφαιρικά ξέρω απλώς ότι η μπάλα είναι στρόγγυλη (γελάει).

Οικογενειακή φωτογραφία με τους δύο Διογένηδες: διακρίνεται στη μέση στην αγκαλιά του παππού του, Διογένη
Οικογενειακή φωτογραφία με τους δύο Διογένηδες: διακρίνεται στη μέση στην αγκαλιά του παππού του, Διογένη

Πάμε λίγο στα παλιά. Στις Σέρρες γεννηθήκατε, το 1965.

Ναι, 1965 στις Σέρρες, μέσα στις Σέρρες.

Είχατε στο σπίτι αυλή, κοτέτσια και τέτοια;

Ήταν λίγο περίεργο το όλο το θέμα γιατί τα είχαμε όλα αυτά. Είχαμε ροδιές, αχλαδιές, σκόρδα στον κήπο που φύτευε ο παππούς. Πρόλαβα τους ψεκασμούς με DDT, με γαλαζόπετρες στα δέντρα. Ροδιές και μπαχτσέ και κοτέτσι και πλυσταριό και εξωτερική τουαλέτα. Δηλαδή, εγώ μεγάλωσα με χαλέ, όπως έλεγαν στα τούρκικα το WC. Ο χαλές ήταν η τουαλέτα που υπήρχε έξω από το σπίτι και ήταν με ξύλινη βάση κάτω. Στην ουσία βόθρος, δηλαδή. Γιατί τότε ήταν το πρώτο σπίτι που είχε κάνει ο παππούς στις Σέρρες, τρίπατο, στο πιο ψηλό σπίτι της πόλης το Ιμαρέτ και ήταν υπό κατασκευή. Πρόλαβα επίσης το πρώτο θερμοσίφωνο με ξύλα. Πρόλαβα, δηλαδή, τα μαντέμια με τα τούβλα στις σόμπες. Και μπουριά στα ντουβάρια. Όλο το παλιό σκηνικό και τις παλιές ας το πούμε συνήθειες. Όπως δεν θα ξεχάσω τον παππού μου που έπινε ένα σφηνάκι κόκκινο πετρέλαιο το πρωί το χειμώνα. Ναι, αυτά όλα φαντάζουν τώρα λίγο περίεργα, αλλά ήταν παλιά μακεδονίτικα και βουλγάρικα έθιμα. Πράγματα που διχάζουν ακόμα τους Έλληνες. Και γλωσσολογικά και σαν συνήθειες.

Ένα άλλο φαγητό που κάναμε ήταν το κουσιάφ που λέμε. Το κουσιάφ με αυτή την προφορά και το λέω έτσι. Με ένα γιώτα ανάμεσα στο σίγμα και το άλφα. Το κουσιάφ ήταν μία κομπόστα που γινόταν από δαμάσκηνα, μήλα, αχλάδια και πορτοκάλι με λίγη ζάχαρη μέσα και τρωγόταν ζεστό.

Με τον πατέρα του Νικόλα στην πλατεία Ελευθερίας στις Σέρρες
Με τον πατέρα του Νικόλα στην πλατεία Ελευθερίας στις Σέρρες
Σε ηλικία 7 ετών κάπου στις Σέρρες
Σε ηλικία 7 ετών κάπου στις Σέρρες

Τα θυμάστε αυτά βλέπω.

Καταρχήν τα κάνω και σήμερα, γιατί έχω διατηρήσει την κουζίνα. Θυμάμαι και το ματάνι που λέγαμε. Γιαούρτι με ψωμί και νερό και το ταρατόρ επίσης που ήταν σκόρδο, αγγούρι, δυόσμος ή άνηθος με παγάκια μέσα. Ένα καλοκαιρινό έδεσμα που το βάζεις στο ψυγείο να διατηρείτε. Με λάδι και ξύδι.

Πολλά διατροφικά επίσης.

Και πολλά διατροφικά, αλλά ταυτόχρονα από την άλλη και μια ιδιαίτερη -ας την πούμε- πολιτιστική μόρφωση γιατί κατάγομαι από μια μουσική οικογένεια. Ο παππούς μου έπαιζε σε στρατιωτική του δρόμου τότε που δημιουργήθηκε στον πόλεμο από όργανα χάλκινα που πέταξαν οι προηγούμενοι κατακτητές και έπαιζε τούμπα. Δηλαδή, ήταν πνευστός. Η τούμπα είναι το βαθύφωνο στην Φιλαρμονική, το μεγάλο, με τη χοάνη επάνω. Ο πατέρας μου μετά κατά μεγάλη επιθυμία του παππού διδάχθηκε με τα υπόλοιπα 7 αδέρφια ακορντεόν, που είναι μεγάλος δάσκαλος της μουσικής. Και από εκεί αρχίσαν οι χορωδίες. Και εδώ να πούμε ότι οι Σέρρες έχουν ένα από τους πιο παλιούς πολιτισμούς στον πολιτισμό. Εννοώ με τον Ορφέα Σερρών, ο οποίος ήταν από το 1900. Δηλαδή, εμείς στο σπίτι ακούγαμε Αττίκ από το ραδιόφωνο και φυσικά το λαϊκό της εποχής που ήταν το αρχοντορεμπέτικο και στο οποίο υπήρχε ένας φραγμός από τον Καζαντζίδη και πέρα. Δηλαδή, ο Καζαντζίδη δεν ακούγαμε. Ήταν «κομιλφό» γενικά στα ακούσματα. Πολύ Ελίζα Μαρέλλι, πολύ Βέμπο, πολύ Γούναρη, πολύ Αττίκ.

Στο πατρικό των Σερρών, σε ηλικία 3 ετών, μαζί με τη μητέρα του Μαρίκα και τον πατέρα του Νικόλα
Στο πατρικό των Σερρών, σε ηλικία 3 ετών, μαζί με τη μητέρα του Μαρίκα και τον πατέρα του Νικόλα
Η κλασσική παιδική φωτογραφία: καβάλα στο αλογάκι
Η κλασσική παιδική φωτογραφία: καβάλα στο αλογάκι

Άρα, λογικό να ξεκινήσετε σαξόφωνο σαν μια τέτοια οικογένεια. Σε ηλικία 9 χρονών.

Εμένα μπορώ να πω ότι δε με καθόριζε κάτι άλλο εκτός από την σταλινική νοοτροπία του πατέρα μου να με πάρει και να με φυτέψει σε μια Φιλαρμονική. Αν μεγάλωνα με ένα σκηνογράφο πατέρα μπορεί να γινόμουν ένας Μετζικώφ ή οτιδήποτε άλλο. Αλλά ήταν μονόδρομος και φυσικά ένας μονόδρομος που με έσωσε γιατί μου έδωσε διεξόδους. Γιατί η χαρακτηροδομή μου είναι αναρχοαυτόνομη, με εξαιρετική περιέργεια και ατίθαση. Και ήταν ο μόνος τρόπος για να τιθασέψω όλο αυτό το συστατικό μέσα από μια μέθοδο διδασκαλίας που απαιτούσε πολλές ώρες μελέτης.

Οπότε είχατε έναν περιορισμό.

Δεν ήταν τόσο ο περιορισμός, όσο η κατεύθυνση. Η οποία απαιτεί μέγιστα αποτελέσματα. Στην ηλικία μας τότε ήμασταν ευαίσθητοι αλλά και πολύ γοητευμένοι από τις ουσίες, τη ροκ σκηνή, την ελευθεριότητα, το ‘68 και ’69, τους Μάηδες, την πιο πλουραλιστική σεξουαλική επαφή με πολύ κόσμο και όλα αυτά. Αυτό με έκανε να κρατηθώ πίσω και να έχω μια αίσθηση άμυνας και να ορμήσω προς την κατεύθυνση της μουσικής για να μάθω σωστά μουσική. Και ήταν αυτό που με γλύτωσε ενδεχομένως και από θάνατο. Γιατί πολλοί δικοί μου εκείνης της γενιάς καταστράφηκαν. Γιατί δεν υπήρχε όριο ή υπήρχε πανηδονισμός. Δεν υπήρχε όριο σε αυτό που γινόταν. Και δόξα τω Θεώ βλέπω σήμερα ότι η νέα γενιά πλέον είναι εντελώς αντίθετη και με το τσιγάρο ακόμα, τουλάχιστον ένα κομμάτι μεγάλο.

Σε ηλικία 16 ετών παίζοντας κλαρινέτο στην Κοιλάδα Σερρών
Σε ηλικία 16 ετών παίζοντας κλαρινέτο στην Κοιλάδα Σερρών

Στη Θεσσαλονίκη ήρθατε στα 16 σας για το κρατικό Ωδείο.

Στη Θεσσαλονίκη άρχισα να έρχομαι σταδιακά γιατί πέρασα με υποτροφία στη Φιλαρμονική, μετά από τα πρώτα μαθήματα που πήρα στις Σέρρες από ανθρώπους που ήταν καλοί στη δουλειά τους. Πέρασα στα 13 μου στο κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Σταδιακά ερχόμουνα με το ΚΤΕΛ, το οποίο θυμάμαι είχε ακόμη τασάκια. Δηλαδή, τα λεωφορεία είχαν τασάκια με τσιγάρα μέσα.

Δυο ώρες δρόμο.

Δυόμισι, μπορεί και παραπάνω. Ξυλόκαστρο, Δορκάδα και μετά πίσω. Μιλάμε τώρα για μια Οδύσσεια. Γιατί το μάθημα στην ουσία κρατούσε μία ώρα. Και εσύ έπρεπε να χάσεις μισή μέρα και παραπάνω καμιά φορά.

Από τα πρώτα «τζαμαρίσματα» στην pub Βέλος στις Σέρρες
Από τα πρώτα «τζαμαρίσματα» στην pub Βέλος στις Σέρρες

Το σαξόφωνο πως μπήκε στη ζωή σας;

Με το που πήγα εγώ στη Φιλαρμονική, 8 χρονών, κατευθείαν καρφώθηκα σε ένα όργανο που μου έκανε φοβερή εντύπωση που ήταν το σαξόφωνο. Το σαξόφωνο όμως το είχε ο παλιός και έπρεπε να περιμένω να πάει φαντάρος για να χηρέψει το όργανο και να το πάρω εγώ. Και έτσι άρχισα, επειδή ήμουνα και μικρούλης και κοντούλης, από μισό κλαρίνο. Για να μπορώ να φτάνω τις τρύπες και τα δάχτυλα. Και έτσι περίμενα υπομονετικά μαθαίνοντας τη δαχτυλοδεσία επάνω στο κλαρίνο μέχρι να φύγει ο παλιός και να πάρω εγώ το όργανο. Και έτσι λοιπόν περάσαμε στο σαξόφωνο.

Και έρχεστε σιγά σιγά στη Θεσσαλονίκη. Μετά βλέπω και ένα κομμάτι της ζωής στην Αθήνα.

Στη Θεσσαλονίκη έζησα εκείνη τη σχεδόν πενταετία της πολύ καλής Θεσσαλονίκης. Με τα Fun ζειν και με τα live.

Τι εποχή;

Από το ‘76 με ‘77 μέχρι το 80-something. Ήταν μια εποχή, δηλαδή, που έβραζαν τα πανεπιστήμια, όχι από φασαρίες, αλλά ως μήτρα ιδεών, προτάσεις, έντυπα, Ράδιο Ουτοπία.

Στην pub Βέλος στις Σέρρες, σε εφηβική ηλικία
Στην pub Βέλος στις Σέρρες, σε εφηβική ηλικία

Και αντίστοιχα και πολλά πολιτιστικά γεγονότα.

Παρά πολλά. Ό,τι έχω δει ήταν σε πανεπιστημιακούς χώρους. Θυμάμαι σαν τώρα το Αστεροσκοπείο που ξαπλώναμε με κάτι μπουκάλια κρασί, τα μάπα που αφήναν χώμα στον πάτο, τα κοκκινέλια που αγοράζαμε γιατί τα λεφτά μας αυτά ήταν τότε. Πρόλαβα τη «Σελήνη», εδώ απέναντι στη γωνία και όλα τα παλιά μαγαζιά. Τον «Θερμαϊκό», το «Ματζέστικ». Ακόμα και το τοστ του «Ματζέστικ», με τη μεγάλη μπύρα που έφτιαχνε ο γεράκος που ήταν μέσα. Το «Αιγαίο» επίσης ένα απίστευτο μαγαζί για τους παλιούς. Δηλαδή, εγώ πρόλαβα στην ουρά τους ανθρώπους σαν τον Πεντζίκη, τον Χριστιανόπουλο -πολύ περισσότερο- και τον Παπάζογλου που πίναμε μαζί και κάναμε παρέα και τα λέγαμε ατέλειωτες βραδιές. Πρόλαβα επίσης τον Σταμπόλη, ο οποίος ήταν ο μπασίστας των Α Priori, το πρώτο σημαντικό μεγάλο γκρουπ Και μετά ακολούθησαν οι Μωβ, οι Blues Wire και όλα τα υπόλοιπα.

Και μετά κάνατε και μαθήματα τζαζ με τον Καβατζάρη και το Λιντς.

Για να μπορέσω να ξεφύγω -γιατί δεν ήμασταν και από καμία γαλαζοαίματη οικογένεια- αναγκάστηκα από αναρχοφρίκουλας που ήμουν με μακρύ μαλλί, μούσια.

diogenis-daskalou-3.jfif?v=0

Είχατε μακριά μαλλιά τότε;

Μέχρι σχεδόν τον αγκώνα. Και μούσι ZZ TOP (γελάει). Και επειδή είχα πρόωρη ανάπτυξη, αυτά όλα τα είχα στα 15 μου. Δηλαδή, ήδη με αφήνανε να μπω στις τσόντες χωρίς να με ρωτάνε πόσο χρονών είμαι (γελάει). Τότε λοιπόν αρχίσαμε ένα δίαυλο επικοινωνίας με τον Λεωνίδα τον Χριστάκη, γιατί οργανώναμε τον αναρχοαυτόνομο κίνημα Σερρών, δύο άτομα, αυτοί ήμασταν. Συνήθως μας έδερνε η περιφρούρηση των πορειών που ήταν οι γνωστές περιφρουρήσεις από τα γνωστά κόμματα.

Το ΚΚΕ, δηλαδή.

Έτσι και έτσι απέκτησα μία άλλη σχέση με την Αθήνα. Ήταν το υποδόριο κίνητρο για να βρεθώ στην Αθήνα Να γνωρίσω τον Λεωνίδα τον Χριστάκη από κοντά, ποιος έγραψε το «Ιδεοδρόμιο», πώς φάνταζε η Κατερίνα Γώγου, ποιος ήταν ο Νικόλας ο Άσημος, που γινότανε οι καταλήψεις και τι ήταν αυτά τα μυθικά Εξάρχεια.

Ως... φρικιό καλοκαίρι στη Μύκονο με το περιοδικό στο χέρι: «όταν κοιμόμασταν στην πλατεία του νησιού στρωματσάδα»
Ως... φρικιό καλοκαίρι στη Μύκονο με το περιοδικό στο χέρι: «όταν κοιμόμασταν στην πλατεία του νησιού στρωματσάδα»

Το αναρχικό κίνημα της εποχής, δηλαδή.

Το οποίο δεν έχει καμία σχέση με το τωρινό αναρχικό κίνημα. Γιατί τότε εμείς δείχναμε τα πρόσωπά μας. Δεν φορούσαμε full face. Δηλαδή, ήμασταν περήφανοι για αυτό που πιστεύαμε τότε. Το θέμα είναι ότι αυτό το κίνημα με αυτό που τελικά κατέληξε να ονομάζεται «μπαχαλάκηδες» είναι κάτι το οποίο είναι επηρεασμένο περισσότερο από τις κερκίδες των Ούγκανων παρά από την ίδια την ιδεολογία του Μπακούνιν, του Μαλατέστα, του Κροπότκιν και του Τρότσκι.

Διαβάσατε πολύ από αυτούς;

Εννοείται, τα πάντα.

diogenis-daskalou-16.jfif?v=0

Ήταν must εκείνη την εποχή για πολύ κόσμο.

Τώρα που το βλέπω με την απομάκρυνση από την εποχή ήταν απλώς μια διέξοδος ειδικά για ανθρώπους που μεγάλωναν στην επαρχία. Είμαι πολύ χαρούμενος που σήμερα οι διέξοδοι αυτοί είναι τα γυμναστήρια και τα ωδεία. Δηλαδή, ακόμη και παιδιά στην ηλικία που ήμουν εγώ έχουν περιέργεια για τη ρομποτική και την νανοβιοτεχνολογία. Άρα, σημαίνει ότι κάναμε κάποια πρόοδο.

Εκείνη την περίοδο και πριν ξεκινήσετε τους Monie & Monie Conniente είχατε κάνει και διδασκαλία.

Δίδαξα στο Δημοτικό Δίο, το νεοϊδρυθέν εδώ πέρα που είχε γίνει στην Παπαζόλη. Εγώ θεωρώ μεγάλο άνθρωπο τον Κοσμά Γαληλαία. Ήταν αυτός που έκανε τη Δημοτική Ορχήστρα. Ήταν ο άνθρωπος που έκανε τα Δημοτικά Ωδεία. Επειδή όμως δεν είμαι άνθρωπος της υπομονής, δεν μπόρεσα να καθίσω περισσότερο εκεί.

Πώς ήταν η διδασκαλία;

Η διδασκαλία για μένα ήταν κάτι που επειδή δεν είμαι της πασοκικής νοοτροπίας απέτυχα. Δηλαδή, δεν ήθελα να μου φέρνουν πεσκέσια και να λέω «τι καλά που πάει το παιδί». Έλεγα στους γονείς: «Κοίταξε, πάνε το κάπου αλλού, μην ξοδεύετε τζάμπα λεφτά». Από αυτούς τους μαθητές βέβαια έβγαλα δύο με δίπλωμα. Που ο ένας πέρασε και στη Δημοτική Φιλαρμονική Ορχήστρα και ο άλλος ιδιωτεύει. Αλλά είμαι περήφανος που έβγαλα έστω και δύο μαθητές.

Είναι και λίγο το πλαίσιο του ανθρώπου για το αν του πάει ή όχι η διδασκαλία.

Πολύ σημαντικό, αλλά εγώ φεύγοντας από εκεί επειδή δεν υπήρχαν και πολλοί σαξοφωνίστες την εποχή εκείνη, σύστησα τον αδερφό μου και αυτός έκανε εκεί μετά πολύ περισσότερα χρόνια. Και βασικά αποδείχτηκε και πολύ καλύτερος, γιατί ήταν πιο διπλωμάτης στην επαφή με τους γονείς και με τα πάντα.

Σε πρώτο πλάνο από συναυλία στο Μύλο το 1994
Σε πρώτο πλάνο από συναυλία στο Μύλο το 1994
Το 1994, παίζοντας σαξόφωνο στα πρώτα του βήματα με τους Monie & Monie Conniente
Το 1994, παίζοντας σαξόφωνο στα πρώτα του βήματα με τους Monie & Monie Conniente

Το 1994 κάνατε τους Monie & Monie Conniente;

Ναι, το 1994 και είχαμε πρεμιέρα τη μέρα που πέθανε ο Μάνος Χατζηδάκης.

Που;

Εδώ τι γίνεται; Tότε τέλειωνε μια εποχή της άγριας νύχτας, η οποία ήταν και κοσμική και που άρχισε από το Αrigato και πολύ πριν από μένα και η ουρά της έσβησε γύρω στο 1991-1993. Τότε επίσης σταμάτησαν να βάζουν τα πνευστά στους χώρους που ήταν κοσμικής διασκέδασης και σε σκυλάδικα ή οτιδήποτε τέτοιο. Και βάζανε διπλά πλήκτρα, δυο μπουζούκια και πιο πολλές όμορφες παρουσίες για να το εμπλουτίσουν διαφορετικά. Εγώ είδα σε αυτό ένα κίνδυνο: ότι χάνεται η δουλειά μας και ότι πρέπει κάτι να σκεφτούμε να κάνουμε.

Εκεί με βοήθησαν πολύ τα μαθήματα. Με τον Άρη Καραντάνη, που έκανα στην Αθήνα και με τον Ντέιβιντ Λιντς, με τον Φακανά και με όλους αυτούς που είχαμε την πρώτη Big Band στο Μοσχάτο. Και ένα μεσημέρι, που ήμουνα μετά από τσίπουρα και διάφορα ακόλαστα, μου ήρθε μέσα στον ύπνο μία σκηνή από τα θερμά λουτρά του Μίλαν Κούντερα και από το «Αστείο». Και ονειρεύτηκα όλα αυτά που είχα μέσα στο κεφάλι μου σαν αιθαλομίχλη, μια ορχήστρα που έπαιζε Dixieland. Μουσική εποχής, δηλαδή, του 1920 με ‘30. Μου άρεζε βέβαια πάντα το Cotton Club σαν αίσθηση, ο Μπομπ Φόσι, όλη αυτή η κατάσταση.

Και λέω αυτό ήταν: Ή όλα ή τίποτα. Θα επιχειρήσω να κάνω μία μπάντα που να έχει ένα τζαζ ρεπερτόριο, αλλά εμπορικό και ευχάριστο. Γιατί εδώ έχουμε την άλλη ιστορία της Θεσσαλονίκης που πάλι είναι πρωτοπόρος. Με τα φεστιβάλ του Φλωρίδη και του Παπαδημητρίου και τα τζαζ φεστιβάλ που προηγήθηκαν. Για να ξέρουμε λίγο και τι είναι προοδευτικό. Όταν αυτό γινόταν επί Κοσμόπουλου, που έχει περάσει στη συνείδηση του κόσμου ως συντηρητικός. Γινόταν πράγματα ακόμη πιο τολμηρά από ό,τι γίνονται σήμερα που πάμε με την πεπατημένη. Άρα, δεν είναι όλα άσπρα μαύρο.

Η πρώτη αφίσα για την εμφάνιση των Monie & Monie Conniente στον Μύλο
Η πρώτη αφίσα για την εμφάνιση των Monie & Monie Conniente στον Μύλο

Υπήρχε η κοινωνία από κάτω.

Μπράβο. Τώρα είστε θαυμάσιος σε αυτό που μου δίνετε σαν πάσα. Γιατί με ρωτάνε σήμερα: Που είναι με όλα αυτά που γίνονται οι πνευματικοί άνθρωποι; Λέω παιδιά: «Για να υπάρξουν στόματα, πρέπει να υπάρξει φαγητό. Εσείς είστε η βάση. Γιατί δεν υπάρχει ο Μύλος; Γιατί φταίμε όλοι. Υπάρχουν οι πνευματικοί άνθρωποι, αλλά δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον να απευθυνθούν σε όλους εμάς, που η συμπεριφορά μας είναι της μέσης γης.

Ξεκινάνε, λοιπόν, οι Μonie & Μonie Conniente αρχικά ως τζαζ συγκρότημα.

Το πρώτο στήσιμο που έκανα ήτανε τρομπέτα, τενόρο, σαξόφωνο, σοπράνο, alto σαξόφωνο εγώ και τρομπόνι. Με τη σύσταση, αλλά και την ενδυμασία της εποχής της Dixieland, δηλαδή της κοσμικής ορχήστρας. Το ρεπερτόριο ήταν Γκλεν Μίλερ, ήταν Κάουντ Μπέιζι, ήταν Ντιούκ Έλινγκτον.

Φωτογραφίες από εμφανίσεις στο Μύλο το 1996
Φωτογραφίες από εμφανίσεις στο Μύλο το 1996

Πως το δέχτηκε ο κόσμος;

Τι έγινε τώρα; Σε αυτό έπαιξε μεγάλο ρόλο η ονομασία. Εγώ έψαχνα να μπω στην «Αίγλη», που. Τότε λειτουργούσε. Και μάλιστα λειτουργούσε υποτυπωδώς ο υπαίθριος χώρος, που ήταν ένας πολύ όμορφος μικρός κήπος. Έλα μου ντε, που του Στεφανίδη του έφεξε πάλι και συναντηθήκαμε, γιατί ήμασταν παλιοί φίλοι και περάσαμε φάσεις ραδιοφωνικών πειρατικών σταθμών και όλα αυτά.

Και με πετυχαίνει εδώ έξω από τον FM100 ένα απόγευμα και μου λέει: «Τι είναι αυτά που λες; Θα πας σε αυτούς; Σε εμάς θα έρθεις». Ποιοι είστε εσείς; Εγώ έλειπα στην Αθήνα και ήμουν φρέσκος και δεν ήξερα. Μου λέει για τον Μύλο που έκανε αυτό και εκείνο. «Εντάξει, μην μου κάνεις έτσι. Θα έρθουμε σε εσένα», του λέω. Εγώ είχα μια αρχή από τη φιλενάδα μου τη Ρίκα τη Βαγιάνη: «Θα πηγαίνεις πάντα εκεί που σε θέλουν πιο πολύ, όχι εκεί που θέλεις εσύ πιο πολύ» (γελάει). Και το εφάρμοσα και ξεκίνησε έτσι. «Early in the night», έτσι όπως το σκέφτηκα. «Νωρίς το απόγευμα με τη δύση του ηλίου» στον υπαίθριο χώρο μόλις μπαίνεις στο Μύλο αριστερά. Αυτό φούντωσε, μιλάμε για πολλή πελατεία.

Ξέχασα να πω ότι εγώ την προηγούμενη χρονιά ήμουν στην παράσταση «Λεωφόρος Βήτα» του επιχειρηματία Σταύρου Μαρτινίδη στο «Chorus» επί της Ιασωνίδου, σα session μουσικός. Eκεί διδάχθηκα τη δουλειά από τον Αντρέα τον Βουτσινά και από τον Σταμάτη Κραουνάκη. Δηλαδή, ήταν μεγάλο σχολείο για μένα για να στήσω μετά τους Μοnie & Μonie Conniente.

Και έρχομαι τώρα στο όνομα. Υπήρχε τότε το ενδιαφέρον το χορηγικό από τη Silkcat. Τότε υπήρχαν καπνικά προϊόντα στην αγορά, αλλά αυτοί χορηγούσαν μόνο τζαζ θεματικές. Και όταν τους είπε ο Άγγελος ο Κάλης ότι αυτό που ετοιμάζω εγώ είναι σε αυτό το πνεύμα, πήδηξαν και είπαν όχι. Αλλά επειδή όλο το προφίλ του πακέτου της προώθησης των προϊόντων ήταν τότε το μοβ Silkcat, κούμπωνε με όλο αυτό. Και είχαμε ταυτόχρονα χορηγία και στο περιοδικό «Τζαζ and Τζαζ» που έβγαινε στην Αθήνα και ήταν ένα πολύ σημαντικό περιοδικό.

Και γίνεται όλο αυτό, ακούει ο κόσμος ότι υπάρχει μία μπάντα, η οποία είναι Dixieland Jazz Band και ονομάζεται Μonie & Monie Conniente φαντασιώνονται ότι είμαστε Ισπανοί, διαπιστώνουν όταν έρχονται ότι είμαστε Σερραίοι, αλλά είναι πλέον αργά, γιατί έχουμε γεμίσει (γελάει).

Αφίσα της πρώτης περιόδου από την εποχή του Μύλου
Αφίσα της πρώτης περιόδου από την εποχή του Μύλου

Και παίζετε τζαζ Αμερικής;

Παίζαμε τζαζ Αμερικής. Γιατί ανέφερα το φεστιβάλ πριν; Σε αυτό το σημείο ο Σάκης Παπαδημητρίου και ο Φλωρίδης κάνανε ένα άλμα μη λαμβάνοντας υπόψη τους το μεσαίο κομμάτι της αγνωσίας του κοινού της Θεσσαλονίκης στην τζαζ μουσική. Δηλαδή, τους έδωσε ένα προϊόν προχωρημένο που ήταν η free τζαζ, η δημιουργική τζαζ, χωρίς να περάσουν σιγά σιγά.

Από τα άλλα ενδιάμεσα.

Εγώ έδωσα τα ενδιάμεσα, τα οποία όλοι άκουγαν από ταινίες, τα ήξεραν από κάποια μαγαζιά ή από ταξίδια που πήγαν στο εξωτερικό και τους φάνηκαν τόσο όμορφο που έβλεπαν ζωντανά κάποιον να παίζει ζωντανά το «Τake the A train» ή το «Satin doll» και διάφορα τέτοια, που κατευθείαν κούμπωσε. Γιατί αυτό το κοινό είχε περάσει όλη αυτή τη φάση του νουάρ κινηματογράφου που συνοδευόταν σαν χαλί από όλα αυτά τα τραγούδια.

Άρα, είχατε μια πολύ καλή εκκίνηση θα έλεγα. Και την ενισχύσατε κιόλας.

Όχι, καλή, μιλάμε για ανέλπιστη. Ήταν σαν να ήρθε όνομα από το εξωτερικό. Και τότε να φανταστείτε ότι παίζαμε πέντε μέρες την εβδομάδα. Καθόμασταν μόνο Δευτέρα και Τρίτη.

Μετά έχετε πολλούς σταθμούς και συνεργασία με πολλούς ανθρώπους. Να αναφέρω εδώ την Άλκηστη Πρωτοψάλτη, τον Λαζόπουλο, τη Βαγιάνη, τον Παπακωνσταντίνου.

Με όλους αυτούς συνεργάστηκα. Ας πούμε με τον Βασίλη: με μια αφορμή για τα εικοσιπέντε του χρόνια παίξαμε στο Θέατρο Γης μαζί, με τη Βαγιάνη κάναμε πάρα πολλές δουλειές και τηλεοπτικά και στην EΡΤ-3. Είχαμε τότε μια εκπομπή που λεγόταν «Με τα κρεμμυδάκια». Μαγειρική, αλλά πολύ προχωρημένη. Με συνταγές που κάναμε.

Από τη συναυλία των Monie & Monie Conniente με τον Λάκη Λαζόπουλο για το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης
Από τη συναυλία των Monie & Monie Conniente με τον Λάκη Λαζόπουλο για το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης
Με τον Λάκη Λαζόπουλο επί σκηνής
Με τον Λάκη Λαζόπουλο επί σκηνής

Συνταγές με μουσική μαζί;

Όχι, ήταν συνταγές με διάφορα gags, λίγο ντανταϊστικά, τα οποία είχαν φοβερό ενδιαφέρον εκείνη την εποχή. Γιατί κάναμε συνταγές ας πούμε με λωρίδα της Γάζας που ήταν με κέτσαπ και spring rolls

O Λαζόπουλος πως ήταν; Επί εποχής «Μικρών Μήτσων»;

Τότε έκανε τους Μικρούς Μήτσους. Απλά τότε τι έγινε; Επειδή ήταν πελάτης ο τσιφ του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης μας παρακάλεσε να τον βοηθήσουμε να μαζέψουν κάποια χρήματα. «Θέλουμε να κάνουμε μια συναυλία και σκεφτήκαμε να κάνουμε κάτι με το Λάκη τον Λαζόπουλο». Είπα ευχαρίστως, αλλά εγώ δεν τον γνωρίζω. Μου λέει θα το κανονίσουμε εμείς και θα βγείτε μαζί. Το γεμίσαμε το γήπεδο, με 3.000 κόσμο. Ο Λάκης ήταν πάρα πολύ απλός.

Πότε;

Κάπου το 1999.

Κάποια ιδιαίτερα στιγμή με όλους αυτούς τους σημαντικούς καλλιτέχνες υπάρχει;

Ιδιαίτερες στιγμές υπάρχουν πάρα πολλές, απλά εγώ δε τα θυμάμαι αυτά. Θυμάμαι άλλα πράγματα. Πάντα έχω τόσο άγχος και είμαι τόσο αγχώδης στο να πάνε όλα καλά, που έχω κάνει ένα τραγικό λάθος στη ζωή μου. Δε θυμάμαι καθόλου τα ευχάριστα. Θυμάμαι τα δυσάρεστα, γιατί είναι αυτά που πρέπει να προτάσσω στην επόμενη δουλειά για να λυθούν πριν αρχίζουν τα ευχάριστα.

diogenis-daskalou-11.jfif?v=0

Δύσκολη στιγμή όλα αυτά τα χρόνια ποια ήταν;

Είχα παράσταση την ημέρα που έχασα τη μάνα μου. Παρόλα αυτά ήμουν σε μια κατάσταση που -δε θέλω να πω ψέματα- λειτούργησα σα να είμαι με μεθαδόνη ή εν ύπνω. Ήταν μια κατάσταση που δε σπάραξα εσωτερικά, το έκανα σα ρομπότ. Υπάρχουν και άλλες στιγμές που θυμάμαι πιο έντονα.

Όπως;

Ένα βράδυ παίζαμε στη «Μέδουσα» στην Αθήνα, που για μένα ήταν σταθμός ότι έπαιζα στο μαγαζί που αυτό που κάνω εγώ μέσα μου το έχτισε και το θεμελίωσε ο Γιώργος Μαρίνος. Είναι στην μπροστινή γραμμή τα κορίτσια της μπάντας που τραγουδούσαν και ένας μερακλής φραγκάτος πουράκιας που ήθελε να χουφτώσει την τραγουδίστρια γιατί μάλλον είχε μπερδέψει τα μαγαζιά. Τότε παίζαμε το τραγούδι το Caje sukarije του Μπρέγκοβιτς και όπως έπαιζα νταούλι με ένα χονδρό κόπανο τον κοπάνησα στο κεφάλι.

Καλά του κάνατε.

Καλά του έκανα, αλλά εκεί κατάλαβα όμως ότι δεν υπάρχει κανείς από το μαγαζί να σε υπερασπιστεί, αν ορμήξει ο Γορίλας να σε φάει. Αυτά είναι οι δύσκολες καταστάσεις στη δουλειά που κάνουμε, γιατί πουλάς αλκοόλ.

diogenis-daskalou-2.jfif?v=0

Τι θεωρείτε τον εαυτό σας; Κειμενογράφος, μουσικός σκηνοθέτης στους Μonie & Μonie Conniente, stand up comedian; Τι απ’ όλα;

Αυτά όλα εγώ τα θεωρώ μπούρδες. Αυτά τα επικαλέστηκα σε κάποιες στιγμές που απαιτήθηκαν από αυτούς που μου ζητούσαν τι να βάλω από κάτω σε κάθε παράσταση που έκανα. Όλα αυτά τα κάνω. Αλλά εγώ εδώ και πολλά χρόνια συνειδητοποίησα τι πάει να πει ο βαφτισμός του ονόματος. Ότι, δηλαδή, δεν είναι μόνο μια ονοματοδοσία. Το να σε λένε Διογένη είναι κάτι που φέρει και κάποια από την ιδιότητα, αν το έχεις και χαρακτηροδομικά και σαν κισμέτ, αλλά και σαν έρευνα προσωπική. Αυτό, λοιπόν, που ψάχνω εγώ είναι ο άνθρωπος, συνεχίζω αυτό το πράγμα και κυρίως τον ψάχνω μέσα μου. Θεωρώ ότι είμαι επαγγελματίας «Νικολούλη», ας πούμε. Ψάχνω ανθρώπους, δηλαδή, αυτό θεωρώ ότι κάνω.

Πάμε λίγο στο δημιουργικό: τι σας εμπνέει; Οι εικόνες, ο διάλογος, η εσωστρεφής σκέψη;

Εμένα αυτό που με ενοχλεί, μου δίνει και έμπνευση. Η αγένεια. Το νούμερο ένα για μένα είναι η αγένεια.

Και έχουμε μπόλικη στην Ελλάδα.

Και καλπάζουσα. Και τελευταία έχει και μια πανσπερμία. Είναι λεκτική, είναι συμπεριφορά στο σουπερμάρκετ, είναι να σκουντάς ανθρώπους, να τους παίρνει τη σειρά, ενώ έχει γίνει και κίνημα. Είναι οι δικαιωματιστές που μπερδεύουν την αγένεια με το δικαίωμα. Όλα αυτά εμένα με ερεθίζουν πολύ περισσότερο από ένα όμορφο θέαμα. Τι να μου δώσει ένα όμορφο θέαμα; Το ευχαριστιέμαι και τελειώνει η υπόθεση και δεν αποτελεί αφορμή για να για τη δική μου έμπνευση

Έχω διαβάσει ότι και με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα έχετε λίγο. Τα θεωρείτε πολύ προβληματικά ή και υπεύθυνα για τη σημερινή συμπεριφορά του σημερινού ανθρώπου.

Εξαρτάται. Αυτό το «ψάρι βρωμάει από το κεφάλι» καμιά φορά είναι αυτό που λέει «που θα σε πάει και η ουρά». Δηλαδή, έχει πολλά μέρη το ψάρι (γελάει). Θεωρώ ότι οι άνθρωποι που αυτοβασανίζονται για να είναι σωστοί σε σχέση, όπως οι γιατροί με τον όρκο του Ιπποκράτη, οι δημοσιογράφοι με αυτό που πρέπει να είναι σωστό, πρέπει να επιβιώσουν κιόλας. Δηλαδή, πολλές φορές αυτό που επικαλείται η δημοσιογραφία είναι στα πάντα θα ακολουθήσεις τη συνταγή «μισή αλήθεια, μισό ψέμα». Το έχω διαπιστώσει γιατί συναναστρέφομαι με πάρα πολλούς δημοσιογράφους. Τους δημοσιογράφους τους μισώ όσο και τους αγαπώ, γιατί έχω ζήσει παραπάνω από μισή μου ζωή με ανθρώπους της δημοσιογραφίας και φυσικά θεωρώ ότι είμαι τυχερός γιατί συναναστράφηκα με ανθρώπους της δημοσιογραφίας που είχα να πάρω περισσότερα από ότι αυτά που έβλεπα σαν μελανά σημεία επάνω τους.

diogenis-daskalou-1.jfif?v=0

Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης βέβαια δεν είναι μόνο οι δημοσιογράφοι, αλλά όλος ο κόσμος.

Σαφώς. Αλλά για να το απλώσουμε λίγο: Εγώ έχω δει πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι είχαν την πάστα του Cοrleone και να βγάλουν λεφτά από τη δημοσιογραφία ή από το θέαμα γενικότερα ή από τη δισκογραφία. Παρόλα αυτά νομίζω πρέπει αυτό να είναι στις σχολές δημοσιογραφίας ένα μάθημα διδαχής για τη χαρακτηροδομή των προϊσταμένων, γιατί θα βοηθούσε πολύ τα νέα παιδιά για να μην αποκτήσουν ψυχολογικά προβλήματα. Για να μάθουν να είναι πιο flexible με αυτά που βλέπουν και που δεν μπορούν να τα κατατάξουν. Ας κοιτάξουμε αυτή τη στιγμή τι συμβαίνει από έγκριτα μέσα που είχε η Αμερική και πώς τα έχει τιθασέψει ο πορτοκαλί κλόουν. Αυτό το πράγμα, δηλαδή, πρέπει όλοι να το συνειδητοποιήσουν: ότι πάντα υπάρχει κίνδυνος από την ισχύ και από τη δύναμη που είναι το χρήμα και να μάθουν τρόπους να ελίσσονται γύρω από αυτή τη συνθήκη. Για να μπορούν να έχουν και αποτέλεσμα και να μην εξατμιστούν στη δουλειά τους.

Περιττό να πω ότι στη «Μακεδονία» έχω δώσει πάρα πολλά κομμάτια και μάλιστα την κακή εποχή που δεν υπήρχε μία. Δηλαδή, όταν είχε τη στήλη ο Λεόντης ο Παπαδόπουλος. Αυτό σταμάτησε πριν πέντε χρόνια. Και δεν σταμάτησα γιατί δεν πληρωνόμουν. Δεν ήταν αυτό το θέμα μου, γιατί το έκανα για τον Λεόντιο με χαρά. Το σταμάτησα γιατί δεν μπορούσα να εξηγώ. Είδα μπροστά μου αυτό που θα συμβεί με το Facebook. Όλος αυτός ο κόσμος -και είναι μεγάλο κομμάτι του κόσμου- που διακατέχεται από ψυχασθένεια που ήθελε να σε κατατάξει κομματικά ή πολιτικά από ένα κομμάτι ή ένα άρθρο που μπορεί να έδινες ας πούμε για τις συγκοινωνίες της Θεσσαλονίκης ή για το παζάρι ή για ένα άγαλμα ή για τα έργα της παραλίας ή οτιδήποτε άλλο.

Από εμφανίσεις στο Μύλο το καλοκαίρι του 1995
Από εμφανίσεις στο Μύλο το καλοκαίρι του 1995

Να σε κατατάξει κάπου.

Εμένα αυτό με κούρασε γιατί είχα άλλα μέτωπα ανοιχτά σε σχέση με το θέαμα και με το ραδιόφωνο που κάνω και απλά είπα ότι αυτό είναι κάτι που «εντάξει, να έχω την εμμονή ενός δημοσιογράφου να συνεχίσω να το κάνω», δεκτό. Αλλά έχω την εμμονή του μουσικού και θα κάνω το άλλο.

Του ανθρώπου «Νικολούλη» που είπατε.

Έτσι. Ακριβώς, ναι (γελάει).

Το κοινό έχει αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια;

Το κοινό αλλάζει. Εννοείται ότι αλλάζει.

Πώς το πιάνετε αυτό. Πώς αλλάζει; Τι έχει αλλάξει;

Το κοινό αλλάζει από την τηλεόραση. Δηλαδή, 90%-95%.

Ακόμα και τώρα;

Ακόμα και τώρα.

Επηρεάζεται;

Πολύ απλά. Τι είναι το φτηνό. Πας στο σπίτι και ανοίγεις την τηλεόραση.

Δεν είναι επιλογή.

Στην ουσία είναι ένα αποδεκτά φασιστικό μέσο. Υπάρχουν βέβαια οι άνθρωποι, οι οποίοι μπαίνουν στις πλατφόρμες, κοιτάνε άλλα πράγματα. Για μένα αυτό που κρατάει την αξία της τηλεόρασης σήμερα σε κάποιο βαθμό, είναι σαφώς οι ειδήσεις. Τώρα εκεί είναι μια άλλη κουβέντα: που επιλέγεις ποιο κανάλι και ποιους θα δεις. Φυσικά το κανάλι της Βουλής, με μερικά πράγματα που έχει πολύ στοχευμένα και η θεαματική βέβαια βελτίωση της ΕΡΤ από τα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ. Και εδώ επίσης είναι μια άλλη κουβέντα. Γιατί έχει δημιουργήσει για μένα ο πρωθυπουργός μια μπαμπούσκα που ενσωματώνει ανθρώπους γκρινιάρηδες για να μην γκρινιάζουν και πάλι βλέπουμε αποχρών λόγο αρρωστημένο ακόμη και στα κρατικά ραδιόφωνα. Και γι' αυτό επιλέγω το τρίτο πρόγραμμα. Που είναι τόσο αυστηρά στοχευμένο στην ειδικότητα που έχει που δεν επιδέχεται πλέον αμφισβήτησης. Γι' αυτό και έχει πιο λίγο κοινό.

026: από τις παραστάσεις  στο «Καφωδείο Ελληνικό» 
026: από τις παραστάσεις  στο «Καφωδείο Ελληνικό» 

«Καφωδείο Ελληνικό» είναι το καινούργιο σας στέκι. Γιατί η επιστροφή;

Γιατί είναι η τρίτη χρονιά που πηγαίνουμε στο «Καφωδείο ελληνικό». Εδώ σε αυτό το σημείο πρέπει να πω ότι για μένα είναι μεγάλη πληγή η Θεσσαλονίκη γιατί δεν έχει σκηνές. Δεν υπάρχουν σκηνές καλές. Δηλαδή, μια καλή σκηνή 250 ανθρώπων. Βέβαια προσφάτως έγινε το Soul που είναι έξω από την πόλη, το οποίο έχει τα ντεζαβαντάζ του. Δηλαδή, είναι κάτι το οποίο πρέπει να το συνηθίσει και να το μάθει ο κόσμος, αν έχει συγκοινωνίες και κάθε πότε έχει. Και πάλι δεν είναι εύκολος προορισμός. Και νομίζω ότι αυτό στα τελειώματά του πλήρωσε και ο Μύλος. Κοιτάξτε, ο Μύλος στην ακμή του ήταν ολόκληρη κοινότητα. Επηρέαζε και τη γειτονιά του. Υπήρχε η νυχτερινή ζωή αλλά και ασφάλεια και από τους ανθρώπους που ήταν γύρω-γύρω. Τώρα πλέον έχει γίνει ένας άγριος τόπος πορνείας, εγκληματικότητας ανθρώπων που μπορούν να σου χτυπήσουν τα αμάξι ή οτιδήποτε άλλο. Και είναι και ο λόγος που απομακρυνθήκαμε κι εμείς με τις παραστάσεις στα τελευταία χρόνια. Γιατί άλλο είναι να έρχεται ένας Αθηναίος για να κάνει μία παράσταση και να φεύγει κι άλλο μία σειρά εμφανίσεων που θέλουμε εμείς.

Το «Καφωδείο Ελληνικό» είναι...

…καταπληκτικό γιατί είναι δίπλα σε σταθμό μετρό στον Μπεζεστένι, το οποίο όταν πιάνει και το μία-μιάμιση ώρα η παράσταση είναι για μένα ιδανικό. Εγώ αρχίζω στις δέκα και τέταρτο και τελειώνω στις δωδεκάμιση ή μία παρά είκοσι το πολύ, χωρίς διάλειμμα. Και μου θυμίζει τζαζ κλαμπ εποχής. Είμαστε στον πάνω όροφο και είναι ένας χώρος που χωράει βία 150 άτομα και είναι αυτό που λέμε «εξακλαμάν» για τη δουλειά αυτή. Για stand up comedy.

Ο «Σκώληξ» τι είναι;

Αυτό που έχω στο νου μου συνέχεια, ο εμφύλιος. Είναι αυτό το σκουλήκι, ο κακός μας εαυτός που το κουβαλάμε μέσα μας και νιώθουμε το χνώτο του στο σβέρκο μας και προσπαθούμε να το αποφύγουμε, αλλά είναι πολύ δύσκολο να το πετύχουμε, γιατί δε φτάνει το δικό μας το σκουλήκι, έχουμε και των διπλανών. Βέβαια υπήρξε μία παραμυθολογία και μία χαριτωμενιά. Εσύ, Παοκτσής άνθρωπος και έγραψες κομμάτι για τον Άρη. Ούτε το ένα είμαι ούτε το άλλο, γιατί δεν έχω ιδέα από αυτά.

Ξέρετε μόνο ότι η μπάλα είναι στρογγυλή.

Όχι, μου αρέσει και η συνθηματολογία. Δηλαδή, η συνθηματολογία ειδικά του ΠΑΟΚ για μένα είναι κάτι το οποίο πλησιάζει τον Νταλί και τον υπερσουρεαλισμό και ντανταϊσμό. Όλο μαζί.

Μέχρι πότε θα είστε εκεί;

Μέχρι όσο θα έρχεται ο κόσμος. Έχουμε κλείσει βέβαια ένα όριο εμφανίσεων, είναι sold out μέχρι στιγμής όλες. Βέβαια ο κόσμος πάντα προσπαθεί γιατί υπάρχουν ακυρώσεις και υπάρχουν ανανεώσεις και όλα αυτά. Πιστεύω ότι μέχρι μέσα Μαρτίου θα είμαστε.

diogenis-daskalou-6.jfif?v=0

Μετά υπάρχει σχέδιο για κάτι καινούργιο;

Μετά υπάρχει μία πρόταση από Αθήνα που δεν θέλω ακόμα να τη συζητήσω.

Να τελειώσουμε λίγο με τα πιο προσωπικά. Πώς θα περιγράφατε την οικογενειακή σας κατάσταση;

Η οικογενειακή μου κατάσταση είναι ότι είμαι παντρεμένος, από επιλογή χωρίς παιδιά και με κοινή συναινέσει εννοείται το «μη παιδιά».

Πόσα χρόνια;

Με τη γυναίκα μου γνωρίστηκα λίγο πριν φτιάξω τους Monie & Monie Conniente, οπότε απεμπόλησα και την ιδέα ότι μπορεί να με θέλει για κάτι που κάνω. Δηλαδή, είμαστε μαζί 32 από την αρχή.

diogenis-daskalou-7.jfif?v=0

Εκεί μπορείτε και ισορροπείτε;

Πάρα πολύ καλά. Είμαι τυχερός σε αυτό το κομμάτι γιατί αυτό θεωρώ ότι είναι ευλογία, δεν μπορείς να το επιλέξεις, αυτό είναι κάτι που σε επιλέγει. Είναι σαν να βάζεις, δηλαδή, το χέρι σου μέσα σε ένα πανέρι με φίδια και να βγάζεις το μήλο χωρίς να σε τσιμπήσει κανένα. Και θεωρώ ότι μόνο και μόνο για αυτό δε δικαιούμαι τύχη στο τζόκερ ή στο Lotto ή κάτι άλλο.

Παιδιά γιατί δεν θέλατε;

Για τον ίδιο λόγο που ασχολούμαι με την τέχνη, με την έννοια που ασχολούμαι. Η ζωή για μένα είναι κάτι αποτρόπαιο, έτσι όπως συμβαίνει και έτσι όπως εξελίσσεται. Άρα, στο μυαλό μου, με το ταπεινό αυτό το μυαλό που έχω, σκέφτηκα ότι έκανα πολύ καλά και επιβραβεύεται η σχέση μου με το θέμα καθημερινά.

Αυτό είναι και το μόνο της ζωής; Ότι η ζωή είναι κάτι αποτρόπαιο ή έχετε κάποια άλλη φράση;

Όχι. Για μένα το μότο της ζωής μου είναι «άλλαξέ το».

Γιατί δεν το αλλάζετε τεκνοποιώντας;

Εκεί μπαίνουν αντικειμενικοί παράγοντες. Δηλαδή, θεωρώ ότι ένα παιδί για να μεγαλώσει σωστά θα χρειαζόμουν τουλάχιστον άλλα δύο χιλιάρικα το μήνα. Και τα λέω αυτά εντελώς τσίπικα και οικονομικά. Για να γίνει ένας ακόμη και αν ήταν Αϊνστάιν και να αποφύγουμε τον Έπσταϊν.

Με τι χαλαρώνετε;

Με το τρίτο πρόγραμμα και με την ECM, τη δισκογραφική δηλαδή του Άιχερ που είναι μόνο μουσική και σήμα της είναι η σιωπή. Δηλαδή, το σήμα της δισκογραφικής είναι η σιωπή. Και πάντα έχει καλλιτέχνες. Ας πούμε και από την Ελλάδα την Ελένη Καραΐνδρου ή τον Τζακ Ντετζονέτ και μην μπούμε σε ξένα ονόματα. Μπορεί να μπει ο κόσμος στη λίστα της ECM και να δει. Λατρεύω τον Γιαν Γκαρμπάρεκ εννοείται, τον Ντέιβιντ Χαντ, τον Τζακ Ντετζονέτ. Πολλούς που έχει η ECM.

diogenis-daskalou-15.jfif?v=0

Θεσσαλονίκη, η σχέση με την πόλη πως είναι;

Περισσότερο προσπαθώ να κρατήσω μέσα μου τη μνήμη της πόλης που αγάπησα και να ψηλαφώ με ένα δικό μου ψυχικό σύστημα Μπράιγ τα αποτρόπαια σημεία που υπάρχουν σήμερα. Και νομίζω ότι τα χρόνια που μας δίνει ο Θεός είναι αυτό που λέμε «τσίμα τσίμα». Όσα χρειάζεσαι για να σου φτάσει και να μην απογοητευτείς. Γιατί χάνω ανθρώπους που θα μπορούσα να έχω σαν καταφύγια. Προσφάτως χάσαμε το on The Road σα στέκι με τον Πρίγκιπα. Είναι μέρη αναφοράς. Χάνονται αυτά που λέμε τα terminal για τους ανθρώπους που μένουν.

Ο Θόδωρος Παπαδόπουλος από το Berlin.

Μας άφησε ο Θόδωρος. Καταλαβαίνετε ότι είναι δύσκολο όσο και αν προσπαθούμε να έχουμε επαφή με τη νέα γενιά και να βαυκαλιζόμαστε ότι μπορούμε να ενσωματωθούμε, η νέα γενιά μόνο αν θέλει μπορεί εμάς να ενσωματώσει. Εμείς δεν μπορούμε.

Πολιτική θα σας ενδιέφερε να κάνετε;

Όχι δεν θα με ενδιέφερε και να σας πω γιατί.

Είστε ενεργός κοινωνικά άνθρωπος.

Να το δώσω με ένα παράδειγμα. Θα μου άρεζε να παίξω μπάλα, αλλά όχι σε ξερή έδρα.

Μπάλα ξέρετε αυτό το στρογγυλό.

Ναι, ναι.

Είστε κάποια ομάδα;

Όχι, δεν είμαι. Ασχολούμαι μόνο με τη συνθηματολογία. Το πιο περίτρανο παράδειγμα είναι ότι είναι τόσο ευφάνταστοι οι Παοκτσήδες στα συνθήματα που το σύνθημα για τον Άρη επ’ αμοιβή το έγραψε Παοκτσής. Το «κίτρινο τσουνάμι κίτρινο τσουνάμι δικέφαλα κοτόπουλα κοιτάξτε στο ταβάνι». Αυτό το έχει γράψει Παοκτσής για να το λέει Αρειανός (γελάει).

diogenis-daskalou-16.jfif?v=0

Για το τέλος έχουμε την ερώτηση με το μαγικό ραβδί. Αν το είχατε, επειδή ασχολείστε πάρα πολύ με τα χαρακτηριστικά του νέου Έλληνα, τι θα αλλάζατε σ' αυτόν τον άνθρωπο, τον νέο Έλληνα, που δεν αλλάζει εύκολα;

Θα προτιμούσα για τον Έλληνα, και ξεκινώντας από τον εαυτό μου, μια μαγική σανίδα (γελάει). Δηλαδή, θέλουμε άγριο κοπάνημα για να αλλάξουμε και αυτό που με ενοχλεί διαχρονικά είναι ότι έκλεισα τα 61, μπήκα στα 62 προσφάτως, και δεν βλέπω να αλλάζει αυτή η αρρώστια του βακίλου εν ύπνω που είναι ο εμφύλιος που κουβαλάμε και είναι σα να συμβαίνει καθημερινά στη ζωή μας. Είτε είναι αθλητική η αφορμή, είτε είναι η πολιτική, είτε ακόμη και με έναν vegi που δεν συμφωνούμε στα πιάτα που θα φάμε το μεσημέρι, όπου βρισκόμαστε γιατί εμείς είμαστε κρεατοφάγοι.

Ο διχασμός που υπάρχει στη φυλή μας.

Ναι, επιθύμησα πάρα πολύ καταστάσεις σύμπνοιας, ειρήνης και ομόνοιας. Νομίζω ότι αυτό μας λείπει και είναι κάτι που πραγματικά είναι σαν το οξυγόνο. Αν δεν σου λείψει, δεν καταλαβαίνεις πόσο χρήσιμο είναι.

www.youtube.com Στείλατε

Loader
ESPA