Του Φίλιππου Γκανούλη, πολιτικού μηχανικού,
ειδικού σύμβουλου του δήμου Θερμαϊκού,
πρώην Περιφερειακού συμβούλου
Η σχεδιαζόμενη αμμοληψία στη θαλάσσια περιοχή της Επανομής για τις ανάγκες επέκτασης του προβλήτα έξι στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης δεν αποτελεί μια απλή τεχνική επιλογή για την κάλυψη κατασκευαστικών αναγκών. Πρόκειται για μια παρέμβαση εξαιρετικά μεγάλης κλίμακας, με δυνητικά μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον, στην τοπική οικονομία και στη θεσμική αξιοπιστία της περιβαλλοντικής διαχείρισης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της τεχνικής περιβαλλοντικής μελέτης που συνοδεύει το έργο επέκτασης του 6ου Προβλήτα, στο προτεινόμενο σενάριο προβλέπεται η απόληψη έως και 4.000.000 κυβικών μέτρων (m³) θαλάσσιων ιζημάτων από την περιοχή του Ακρωτηρίου Επανομής. Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο μέρος των συνολικών αναγκών του έργου, οι οποίες ανέρχονται σε 5,44 εκατομμύρια m³. Οι αριθμοί αυτοί από μόνοι τους καταδεικνύουν ότι δεν μιλάμε για μια ήπια ή περιορισμένη παρέμβαση, αλλά για μια εκτεταμένη αφαίρεση φυσικού υλικού από μια ευαίσθητη θαλάσσια ζώνη.
Οι άμεσες περιβαλλοντικές επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Η αμμοληψία τέτοιας κλίμακας οδηγεί στην εκτεταμένη διατάραξη του θαλάσσιου πυθμένα και στην καταστροφή του βενθικού οικοσυστήματος. Σύμφωνα με τη μελέτη, η περιοχή που επηρεάζεται άμεσα μπορεί να φτάσει τα 3.000 στρέμματα, με απώλεια μακροπανίδας, ασπόνδυλων οργανισμών και κρίσιμων ενδιαιτημάτων. Παράλληλα, η παρατεταμένη λειτουργία βυθοκόρων προκαλεί έντονη αύξηση της θολερότητας στη στήλη του νερού, περιορίζοντας τη διείσδυση του φωτός και επηρεάζοντας τα θαλάσσια λιβάδια Posidoniaoceanica, τα οποία βρίσκονται μεταξύ της περιοχής αμμοληψίας και της ακτογραμμής της Επανομής.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι ακόμη η διατάραξη του ισοζυγίου ιζημάτων. Η αφαίρεση εκατομμυρίων κυβικών μέτρων άμμου από τον θαλάσσιο πυθμένα αποδυναμώνει τους φυσικούς μηχανισμούς αναπλήρωσης της ακτογραμμής και αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο παράκτιας διάβρωσης. Οι συνέπειες ενός τέτοιου φαινομένου δεν είναι θεωρητικές: απώλεια παραλιών, υποβάθμιση του τοπίου, μείωση της ελκυστικότητας της περιοχής και, τελικά, σοβαρό πλήγμα στον τουρισμό, που αποτελεί βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας. Σε συνθήκες κλιματικής κρίσης και εντεινόμενων ακραίων καιρικών φαινομένων, οι επιπτώσεις αυτές μπορεί να αποδειχθούν ανυπολόγιστες.
Πέρα όμως από το περιβάλλον, σοβαρά ερωτήματα εγείρονται και σε θεσμικό επίπεδο. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε μέσω Τεχνικής Περιβαλλοντικής Μελέτης (ΤΕΠΕΜ), χωρίς ουσιαστική δημόσια διαβούλευση και χωρίς έγκαιρη και πλήρη ενημέρωση του οικείου Δήμου, σε ένα έργο με τόσο μεγάλες και πολυεπίπεδες πιθανές επιπτώσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής. Η επιλογή αυτή δημιουργεί την αίσθηση παράκαμψης των βασικών αρχών διαφάνειας και συμμετοχής, αφήνοντας εύλογα ερωτήματα ως προς τη θεσμική αρτιότητα της διαδικασίας.
Η κατάσταση επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι η περιοχή αμμοληψίας απέχει μόλις περίπου 400 μέτρα από την προστατευόμενη περιοχή Natura 2000 στο Φανάρι Επανομής. Η εγγύτητα μιας τόσο εκτεταμένης και βαριάς παρέμβασης σε μια περιοχή υψηλής περιβαλλοντικής αξίας καθιστά τον σχεδιασμό όχι απλώς προβληματικό, αλλά τελείως απαγορευτικό.
Αξίζει, τέλος, να επισημανθεί ότι υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις για την κάλυψη των αναγκών του έργου, όπως η μεταφορά αδρανών υλικών από υφιστάμενα και αδειοδοτημένα λατομεία της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλονίκης. Η επιλογή της αμμοληψίας από τη θαλάσσια περιοχή της Επανομής δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μονόδρομος. Το γεγονός ότι τέτοιες λύσεις φαίνεται να απορρίπτονται σιωπηρά, ενδεχομένως επειδή δεν εξυπηρετούν συγκεκριμένες οικονομικές ή επιχειρησιακές σκοπιμότητες, γεννά εύλογα ερωτήματα. Σε κάθε περίπτωση, το τίμημα αυτών των επιλογών δεν μπορεί να μετακυλίεται στο φυσικό περιβάλλον και, τελικά, στις μελλοντικές γενιές.
Η υλοποίηση μιας τόσο εκτεταμένης επέμβασης στον Δήμο Θερμαϊκού δεν μπορεί να βαφτίζεται ως μια εύκολη και τεχνικά ουδέτερη επιλογή, παρακάμπτοντας το πραγματικό περιβαλλοντικό και κοινωνικό της κόστος. Η προστασία της ακτής, του θαλάσσιου οικοσυστήματος και της τοπικής οικονομίας δεν είναι εμπόδιο στην ανάπτυξη· είναι προϋπόθεσή της. Όταν αφαιρείς τον βυθό, συχνά χάνεις και την ακτή – και μαζί της, ένα σημαντικό συστατικό του μέλλοντος του τόπου.