Γράφει ο Αστέρης Πελτέκης
Καλλιτεχνικός Διευθυντής ΚΘΒΕ
Οι προκλήσεις οι οποίες ανέκυψαν τα τελευταία χρόνια, με τη μεγάλη τεχνολογική έκρηξη, είναι πολλές και ουσιαστικές. Σε αυτό το πλαίσιο κάθε νέο έτος μας εισαγάγει ουσιαστικά σε μία νέα περίοδο δραματικών αλλαγών σε όλους τους τομείς της ζωής μας.
Το 2026 -αλλά και κάθε επόμενη χρονιά που διανύει η ανθρωπότητα στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία- δεν αποτελεί έναν ακόμα ημερολογιακό σταθμό, αλλά ένα κρίσιμο πολιτιστικό κατώφλι, όπου οι λέξεις: Συνέχεια, ευθύνη και συμμετοχή, αποκτούν ξανά το βάρος που τους αναλογεί. Ο πολιτισμός καλείται να επανατοποθετηθεί, όχι ως πολυτέλεια, ούτε ως διακοσμητικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής, αλλά ως βασικός πυλώνας δημοκρατίας, συνοχής και συλλογικής αυτογνωσίας.
Βιώνουμε μία εποχή έντονων τεχνολογικών κοινωνικών και γεωπολιτικών μεταβολών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας, η τέχνη -και ιδιαίτερα το θέατρο- έχει καθήκον να λειτουργεί ως χώρος διαλόγου και προβληματισμού και όχι κατακτημένης βεβαιότητας. Ως πεδίο ερωτήσεων και όχι «έτοιμων» απαντήσεων. Το 2026 ο πολιτισμός οφείλει να ξαναβρεί τη σχέση του με τον πολίτη, όχι ως καταναλωτή, αλλά ως ενεργό συμμέτοχο.
Από τη θέση μου ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, πιστεύω ότι το μέλλον περνά μέσα από την αποκέντρωση, τη συμπερίληψη και τη συνέχεια των θεσμών. Η Βόρεια Ελλάδα, με τον πολυπολιτισμικό της χαρακτήρα και τη γεωγραφική της θέση, μπορεί να αποτελέσει έναν δυναμικό κόμβο καλλιτεχνικής δημιουργίας και διεθνούς ανταλλαγής.
Το θέατρο δεν μπορεί να περιορίζεται στα μεγάλα αστικά κέντρα. Οφείλει να ταξιδεύει, να συνομιλεί με τις τοπικές κοινωνίες, να αφουγκράζεται τις ανάγκες και τις αγωνίες τους.
Το 2026, επίσης, δεν μπορεί να μας βρει χωρίς ουσιαστική επένδυση στη νέα γενιά. Στην καλλιτεχνική εκπαίδευση, στη θεατρική παιδεία, στην επαφή των παιδιών και των νέων με τη σκηνή, όχι μόνο ως θεατές αλλά και ως δημιουργούς. Η καλλιέργεια της αισθητικής και της κριτικής σκέψης αποτελεί μακροπρόθεσμη πολιτιστική πολιτική -και όχι περιστασιακή δράση.
Παράλληλα, ο πολιτισμός του 2026 οφείλει να συνομιλεί με τη σύγχρονη τεχνολογία χωρίς φόβο, αλλά και χωρίς υποταγή. Τα ψηφιακά μέσα μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρα πρόσβασης και τεκμηρίωσης, όχι ως υποκατάστατο της ζωντανής εμπειρίας. Το θέατρο, στην ουσία του, παραμένει μία πράξη συνάντησης: Σωμάτων, φωνών, σκέψεων, στον ίδιο χρόνο και χώρο.
Τέλος, το 2026 θα ήθελα να μας βρει με έναν πολιτισμό λιγότερο εφήμερο και περισσότερο ουσιαστικό. Με θεσμούς ανθεκτικούς, καλλιτέχνες προστατευμένους, κοινό ενεργό. Έναν πολιτισμό που δεν φοβάται να κοιτάξει κατάματα την πραγματικότητα αφενός, αλλά και που τολμά να οραματιστεί με γενναιότητα, αφετέρου. Γιατί χωρίς όραμα, καμία κοινωνία δεν μπορεί να προχωρήσει -και χωρίς πολιτισμό, καμία πρόοδος δεν έχει, ουσιαστικά, νόημα.