Γράφει η Αριάδνη Παπαφωτίου
Δημοσιογράφος
Αν υπήρχε ένα πολιτικό κόμμα που θα υποσχόταν με ρεαλισμό και αξιοπιστία στους πολίτες ότι σε μία δεκαετία θα έλυνε οριστικά το ζήτημα των συγκοινωνιακών υποδομών της χώρας, είναι πολύ πιθανό ότι θα κυβερνούσε για πολλά χρόνια.
Ακόμη κι αν εξηγούσε στους ψηφοφόρους ότι τέτοια έργα απαιτούν -μαζί με την κοινοτική χρηματοδότηση- σημαντικούς εθνικούς πόρους, θυσίες και υπομονή, η κοινωνία θα συναινούσε. Γιατί οι υποδομές Μεταφορών αποτελούν θεμέλιο ευημερίας, ακριβώς όπως η Υγεία και η Παιδεία.
Οι δημόσιες συγκοινωνιακές υποδομές -οδικές, σιδηροδρομικές, ακτοπλοϊκές και αεροπορικές- δεν είναι απλώς τεχνικά έργα. Είναι κρίσιμη παράμετρος για την οικονομική ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και τελικά για την ίδια την εθνική ισχύ. Ταυτόχρονα όμως αποτελούν και βασικό εργαλείο για την πληθυσμιακή αναζωογόνηση της χώρας, ιδιαίτερα στις περιοχές εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης.
Οι μικρές πόλεις της περιφέρειας και τα χωριά της Ελλάδας προσφέρουν ποιότητα ζωής: φύση, καθαρότερο αέρα, περισσότερο χώρο, ανθρώπινους ρυθμούς.
Γεφυρώνοντας τις αποστάσεις
Το ερώτημα όμως είναι απλό και πρακτικό: Μπορεί ένας εργαζόμενος να μένει σε χωριό όταν η δουλειά του βρίσκεται στην πόλη;
Την απάντηση δίνει η καθημερινότητα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Γιατί ένας Ολλανδός να επιλέξει να ζει στο Άμστερνταμ των 1,5 εκατομμυρίων κατοίκων κι όχι στο Άλκμααρ ή στο Ένταμ -πόλεις που απέχουν χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα- όταν μπορεί να φτάνει στη δουλειά του άμεσα με το τρένο ή το αυτοκίνητο;
Γιατί ένας Γάλλος να πληρώνει υψηλό ενοίκιο στο πυκνοκατοικημένο Παρίσι όταν μπορεί να ζει στη Βερνόν, με χαμηλότερο κόστος ζωής, καλές δημόσιες υπηρεσίες υγείας, ποιοτικά σχολεία και φυσική ομορφιά; αφού σε λιγότερο από 50 λεπτά μπορεί να βρίσκεται στην εργασία του στην πρωτεύουσα, με ένα από τα περίπου 25 καθημερινά σιδηροδρομικά δρομολόγια που συνδέουν τις δύο πόλεις;
Ζήτημα εθνικού μέλλοντος
Αν στην Ελλάδα υπήρχαν τρένα, ένα πυκνό, σύγχρονο και ασφαλές οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, μαζί με ακτοπλοϊκές συνδέσεις προσαρμοσμένες στις ανάγκες των νησιών, πολλοί περισσότεροι θα έμεναν στην περιφέρεια χωρίς να απομακρύνονται από τις επαγγελματικές τους ευκαιρίες.
Τότε ίσως περισσότεροι θα επέλεγαν αντί να μεγαλώσουν τα παιδιά τους σε ένα αστικό «κλουβί», να ζήσουν σε σπίτι με κήπο, σε μία μικρή πόλη ή σε χωριό κοντά στη μεγαλούπολη όπου εργάζονται.
Η αναζωογόνηση της ελληνικής περιφέρειας δεν είναι μόνο ζήτημα ποιότητας ζωής. Είναι ζήτημα δημογραφικής επιβίωσης, οικονομικής ισορροπίας και εθνικού μέλλοντος.
Για ποιοτικότερη -και συχνά φθηνότερη- ζωή δεν χρειάζεται να φύγουμε από την Ελλάδα αν επενδύσουμε σοβαρά σε αυτό που εδώ και δεκαετίες παραμένει το πιο αδύναμο σημείο της χώρας: τις συγκοινωνιακές υποδομές που ενώνουν τις πόλεις, τις περιφέρειες και τελικά τους ανθρώπους της.