Στο άκουσμα της λέξης «βία» ο νους παράγει σκέψεις αλλά και εικόνες σκοτεινές, συνήθως γυναικών, σε απόγνωση που όμως είναι και φοβισμένες. Η βία παραπέμπει στην παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην στέρηση της ελευθερίας και στον εξαναγκασμό πραγματοποίησης άσχημων και άσεμνων πράξεων.
Ακόμη και σήμερα δυστυχώς υπάρχει σε κάποιες περιπτώσεις ο διαχωρισμός μεταξύ του ισχυρού φύλου (άντρες) απέναντι στο αδύναμο φύλο (γυναίκες). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να παρατηρούνται συχνά φαινόμενα βίας (σεξουαλική, λεκτική, εργασιακή παρενόχληση) σε γυναίκες ανεξαρτήτου ηλικίας, κοινωνικού status και εθνικότητας.
Στην πλειοψηφία το θύμα δέχεται εκφοβισμό από τον θύτη με αποτέλεσμα δύσκολα να τολμάει να αποκαλύψει έστω και σε συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο την κατάσταση που βιώνει. Έτσι μπορεί να περάσουν χρόνια ολόκληρα που το «μυστικό» παραμένει θαμμένο στην συνείδηση της γυναίκας, η οποία έχει υποστεί οποιαδήποτε μορφή κακοποίησης.
Παρόλα αυτά η ίδια στιγματίζεται σε ότι αφορά τον ψυχισμό της αλλά και την ψυχική της υγεία και δεν είναι λίγες οι φορές που παύει να εμπιστεύεται όχι μόνο τον ίδιο της τον εαυτό αλλά και άλλους ανθρώπους είτε σε προσωπικό αλλά και σε επαγγελματικό επίπεδο μελλοντικά.
Ας δούμε όμως πως μπορούμε να αναγνωρίσουμε τα σημάδια κακοποίησης σε όποια μορφή και αν υπάρχει. Η βία συνάδει με ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο συμπεριφορών που επαναλαμβάνονται ακόμα και αν αυτή η επανάληψη δεν είναι σε καθημερινή βάση. Πιο απλά αν έστω και μία φορά έχουμε βρεθεί αντιμέτωποι με φωνές, σωματική βία ή ψυχολογική είναι δεδομένο ότι θα αναγκαστούμε να βιώνουμε αυτές τις συμπεριφορές ξανά και ξανά.
Αντίστοιχα η ψυχολογική βία οδηγεί σε μείωση της αυτοεκτίμησης αλλά και της αυτοπεποίθησης του θύματος. Η λεκτική βία έχει ως χαρακτηριστικό ην χειραγώγηση του θύματος από τον θύτη με απώτερο σκοπό την κυριαρχία αλλά και τον έλεγχο στην ζωή του ατόμου.
Συναντώντας πλέον πολύ συχνά, περιστατικά γυναικών που έχουν πέσει θύματα κακοποίησης, ο τρόπος για να βοηθηθούν είναι απλός μεν αλλά μεγάλης σημασίας παράλληλα. Αρχικά χρειάζεται να γίνει σαφές στο θύμα ότι δεν είναι μόνη σε όλο αυτό που αντιμετωπίζει και θα χρειαστεί να εμπιστευτεί τον θεραπευτή έτσι ώστε να είναι σε θέση να λάβει την βοήθεια.
Σημαντικό ρόλο σε όλο αυτό κατέχουν οι συγγενείς και φίλοι του θύματος, οι οποίοι πρέπει να είναι υποστηρικτικοί, υπομονετικοί και όχι επικριτικοί.
Για παράδειγμα, εκφράσεις όπως: Εσύ έφταιξες και το προκάλεσες ή εμείς το βλέπαμε και σε είχαμε προειδοποιήσει, δεν ωφελούν πουθενά αντιθέτως επιβαρύνουν την ψυχολογική κατάσταση του θύματος αλλά ξυπνούν και ενοχές. Παρόλο που τα σωματικά τραύματα μπορεί να επουλωθούν σχετικά γρήγορα, η ψυχή θέλει χρόνο για να γιατρευτεί.
Σε συνδυασμό λοιπόν με την επίσκεψη της κακοποιημένης γυναίκας σε έναν ειδικό αλλά και με την παρότρυνση της οικογένειας να μην αποσιωπηθεί η κατάσταση, τα αποτελέσματα μπορούν να είναι πολύ θετικά.
Σε συνδυασμό με όλα τα παραπάνω είναι μείζονος σημασίας το θύμα να «οργανώσει» ένα σχέδιο φυγής από την κακοποιητική κατάσταση είτε ζητώντας βοήθεια είτε προτιμώντας να το καταφέρει αυτό σε προσωπικό επίπεδο σαν οντότητα.
Στο τέλος απλά θυμήσου: «Δεν είσαι μόνη, δεν φταις εσύ για αυτό που συνέβη και δεν πρέπει να κατηγορείς τον εαυτό σου».
Στηρίξου στην δύναμη της ψυχής σου και θα αγαπήσεις πάλι τον εαυτό σου αλλά και την ίδια την ζωή από την αρχή!