Το 2026 των... εκπλήξεων. Του Μιχάλη Αλεξανδρίδη

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι μόνο η ακυβερνησία. Αλλά κάτι εξίσου -αν όχι περισσότερο- επικίνδυνο: η απώλεια κάθε ιδεολογικής άρα και πολιτικής γραμμής. Το τέλος της πολιτικής όπως τη γνωρίζαμε

Το 2026 δεν είναι απλώς μία ακόμη πολιτική χρονιά. Είναι ένα σημείο καμπής. Μια χρονιά όπου το πολιτικό -και κατ’ επέκταση το κομματικό- σύστημα της χώρας μοιάζει να φτάνει στα όριά του. Όχι απαραίτητα επειδή καταρρέει, αλλά επειδή αλλάζει. Και οι αλλαγές αυτές, όταν δεν έχουν καθαρή κατεύθυνση, είναι πάντα «επικίνδυνες».

Από τη μία πλευρά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι πια ο κραταιός πρωθυπουργός των προηγούμενων ετών. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και κυρίως ολόκληρο το αγροτικό ζήτημα τον «τσαλάκωσαν». Στην κοινωνία, αλλά και στο εσωτερικό του κόμματός του, καθώς δεν είναι λίγοι οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας που φοβούνται να εμφανιστούν στις περιφέρειές τους. Όταν ο κόσμος της παραγωγής -και ειδικά ο αγροτικός - απομακρύνεται, η ζημιά δεν είναι πρόσκαιρη. Είναι δομική.

Από την άλλη πλευρά, το πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να ψάχνει όχι απλώς αντίπαλο, αλλά αντίπαλο δέος. Αυτό είναι το βασικό ερώτημα όχι μόνο για εμάς τους ρεπόρτερ, αλλά και για τα ίδια τα κομματικά επιτελεία: ποιος μπορεί πραγματικά να σταθεί απέναντι; Ποιος μπορεί να κερδίσει;

Δεν είναι τυχαίο ότι στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις κυριάρχησε ένα και μόνο ερώτημα: ποιος μπορεί να κερδίσει τον Μητσοτάκη; Το ερώτημα έγινε τόσο κυρίαρχο, σχεδόν εμμονικό, που καθόρισε εξελίξεις. Στον ΣΥΡΙΖΑ, η «έκπληξη Κασσελάκη» – που για την Αριστερά μετατράπηκε γρήγορα σε σοκ και δέος – δεν ήρθε από ιδεολογική ανάγκη, αλλά από την αγωνία της εκλογικής αντιπαλότητας. Άλλο πώς ήρθαν τελικά τα πράγματα…

Σήμερα, το τοπίο είναι ακόμη πιο θολό.

Ο Ανδρουλάκης ανεβάζει τόνους, επιχειρεί να βγει μπροστά, αλλά συνεχίζει να τον ακολουθεί το στίγμα του «μη πρωθυπουργήσιμου». Μια λέξη-εφεύρεση, χαρακτηριστική του τι ακριβώς αναζητούμε – ή νομίζουμε ότι αναζητούμε – στην Ελλάδα: όχι πολιτική πρόταση, αλλά βεβαιότητα εξουσίας.

Ο Φάμελλος πήρε ένα κόμμα τραυματισμένο, με δύο πρώην αρχηγούς στο φόντο, και ξαφνικά του προέκυψε και ο Αλέξης Τσίπρας να τον παρακολουθεί από τον… εξώστη. Ένα βάρος δύσκολο, όχι μόνο οργανωτικά αλλά και συμβολικά.

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου ανεβαίνει σταθερά και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτό το ρεύμα. Στη σιωπηλή του δουλειά, ο Βελόπουλος ενισχύεται από ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον που στρίβει επικίνδυνα προς τα (ακρο)δεξιά, δίνοντας χώρο σε αφηγήματα που πριν λίγα χρόνια έμοιαζαν περιθωριακά.

Και ύστερα υπάρχουν οι δύο μεγάλοι, σοβαροί «άγνωστοι Χ». Ο Αλέξης Τσίπρας και η Μαρία Καρυστιανού. Πρόσωπα εντελώς διαφορετικά, με εντελώς διαφορετικές αφετηρίες, αλλά με ένα κοινό χαρακτηριστικό: έχουν τη δυνατότητα να βάλουν φωτιά στο πολιτικό σκηνικό. Είτε συμφωνεί κανείς μαζί τους είτε διαφωνεί απόλυτα. Η εμφάνισή τους – ή η επιστροφή τους – δεν θα σήμαινε απλώς ανακατάταξη. Θα σήμαινε μια επόμενη ημέρα άγνωστη.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Όχι μόνο η ακυβερνησία. Αλλά κάτι εξίσου – αν όχι περισσότερο – επικίνδυνο: η απώλεια κάθε ιδεολογικής άρα και πολιτικής γραμμής. Το τέλος της πολιτικής όπως τη γνωρίζαμε. Όχι επειδή θα αντικατασταθεί από κάτι καλύτερο, αλλά επειδή θα χαθεί μέσα σε πρόσωπα, συγκινήσεις, θυμό και φόβο.

Το 2026 είναι κρίσιμη χρονιά γιατί δείχνει πόσο εύθραυστο είναι πλέον το πολιτικό σύστημα. Και γιατί αποκαλύπτει ότι δεν ψάχνουμε απλώς κυβερνήτη, αλλά νόημα. Ο χρόνος θα δείξει. Ένα είναι βέβαιο: οι εξελίξεις θα είναι μεγάλες και πυκνές. Και δεν θα αφήσουν κανέναν ανεπηρέαστο.


Αν το ελληνικό πολιτικό σύστημα δείχνει να μπαίνει σε φάση μετάβασης, το διεθνές σκηνικό μοιάζει να έχει ήδη αναποδογυρίσει. Κι αν εδώ συζητάμε για φθορά, αβεβαιότητα και ανακατατάξεις, έξω από τα σύνορά μας, άρα και για εμάς και για το μέλλον μας, μιλάμε για κάτι βαθύτερο: για το τέλος μιας εποχής. Οι βεβαιότητες πάνω στις οποίες χτίστηκε ο μεταπολεμικός κόσμος υποχωρούν σχεδόν ταυτόχρονα, αφήνοντας πίσω τους ένα τοπίο ρευστό, ασταθές και επικίνδυνα απρόβλεπτο. Όχι επειδή όλα καταρρέουν μονομιάς, αλλά επειδή τίποτα δεν λειτουργεί πια όπως πριν. Οι κανόνες υπάρχουν ακόμη -αλλά δεν είναι βέβαιο ποιος τους τηρεί και ποιος τους επιβάλλει.

Αν όλα αυτά σας ακούγονται υπερβολικά ή κινδυνολογικά, αξίζει να σας πω πώς περιγράφουν τη στιγμή ακόμη και οι πιο ψύχραιμοι παρατηρητές του διεθνούς συστήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μια πρόσφατη ανάλυση των Τάιμς της Νέας Υόρκης με τον ωμό τίτλο: «Ο κόσμος σε χάος. Τι ακολουθεί;». Δεν πρόκειται για άρθρο γνώμης της στιγμής, αλλά για μια συνειδητή προσπάθεια της εφημερίδας να κοιτάξει μπροστά, ζητώντας από πέντε κορυφαίους αναλυτές να πουν πού πιστεύουν ότι οδεύουμε. Παρά τις διαφορετικές τους αφετηρίες, συμφώνησαν όλοι σε κάτι θεμελιώδες και ταυτόχρονα ανησυχητικό: ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε τελειώνει. Και το νέο που έρχεται δεν έχει ακόμη σταθερό σχήμα.

Οι ίδιοι οι τίτλοι των αναλύσεών τους λένε σχεδόν όλη την ιστορία. «Οι ενεργειακοί γίγαντες έρχονται σε ευθεία σύγκρουση». «Ο κόσμος χωρίζεται στα τρία». «Ο Παγκόσμιος Νότος αντεπιτίθεται». «Η Αμερική παραχωρεί τη σκηνή στην Κίνα». «Να αναμένετε συνεχιζόμενο χάος»...

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ λειτουργεί ως επιταχυντής. Όχι ως η μοναδική αιτία, αλλά ως παράγοντας που σπρώχνει τα πράγματα πιο γρήγορα και πιο ωμά. Από τη Βενεζουέλα μέχρι τη Γροιλανδία και από τη Γάζα μέχρι τις απειλές προσάρτησης, όλο και περισσότεροι αναλυτές μιλούν ανοιχτά για μια μορφή νεο-ιμπεριαλισμού. Όχι απομονωτισμό, όπως συχνά παρουσιάζεται, αλλά ξεκάθαρη άσκηση ισχύος. Η λογική δεν είναι πια «κανόνες και συμμαχίες», αλλά αποτέλεσμα και έλεγχος. Τι μπορώ να πάρω, τι μπορώ να επιβάλω, μέχρι πού φτάνουν τα όριά μου.

Η συνέπεια είναι διπλή και ιδιαίτερα επικίνδυνη. Από τη μία πλευρά, κράτη και κοινωνίες νιώθουν ότι η διεθνής νομιμότητα είναι... σχετική: ισχύει όταν βολεύει τους ισχυρούς και παρακάμπτεται όταν δεν τους εξυπηρετεί. Από την άλλη, η ίδια η Δύση παύει να εμφανίζεται ενιαία. Οι ρωγμές δεν είναι πια υπόγειες· είναι ορατές.

Όπως φαίνεται πια και γράφεται χωρίς πολλά προσχήματα, η «ενωμένη Δύση» ίσως να έχει ήδη τελειώσει. Η Ευρώπη δεν θεωρεί πλέον αυτονόητες τις ΗΠΑ ως προστάτη και σύμμαχο, ενώ μεγάλα τμήματα του πλανήτη στρέφονται όλο και περισσότερο προς την Κίνα, όχι απαραίτητα από θαυμασμό, αλλά από υπολογισμό. Ο κόσμος οργανώνεται ξανά σε σφαίρες επιρροής, όπου το «δίκαιο» υποχωρεί μπροστά στη δύναμη και την επιβολή.

Όπως και στην Ελλάδα, έτσι και διεθνώς, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αστάθεια. Είναι κάτι πιο βαθύ: η απουσία νοήματος και κατεύθυνσης. Δεν ξέρουμε πια ποιοι είναι οι κανόνες, ποιοι τους εγγυώνται και ποιοι τους παραβιάζουν χωρίς κόστος. Ξέρουμε μόνο ότι μπαίνουμε σε μια εποχή ριζικής αβεβαιότητας. Και αυτή, ιστορικά, δεν υπήρξε ποτέ ουδέτερη για κανέναν.

* Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 18.01.2026