Τι δεν μπορεί να κάνει η Τεχνητή Νοημοσύνη στη διαμεσολάβηση. Της Ζωής Ε. Γιαννοπούλου

Είναι το σημείο όπου οι άνθρωποι καλούνται να μιλήσουν όχι μόνο για γεγονότα, αλλά για εμπειρίες, φόβους και απώλειες. Και αυτή η διάσταση δεν μεταφράζεται εύκολα σε δεδομένα

Η τεχνητή νοημοσύνη έχει πλέον περάσει από τη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας στην καθημερινότητά μας. Αλγόριθμοι λαμβάνουν αποφάσεις, προτείνουν λύσεις, αξιολογούν συμπεριφορές και επηρεάζουν σχέσεις.

Από τον τρόπο που καταναλώνουμε πληροφορία μέχρι τον τρόπο που εργαζόμαστε και επικοινωνούμε, η Τεχνητή Νοημοσύνη διαμορφώνει ένα νέο κοινωνικό τοπίο. Αναπόφευκτα, το ερώτημα τίθεται και στον χώρο της διαμεσολάβησης: Μπορεί η Τεχνητή Νοημοσύνη να συμβάλει ουσιαστικά στη διαχείριση των ανθρώπινων συγκρούσεων;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλή. Γιατί η διαμεσολάβηση δεν είναι μόνο μία διαδικασία επίλυσης διαφορών. Είναι ένας χώρος σχέσης, εμπιστοσύνης και ακρόασης. Είναι το σημείο όπου οι άνθρωποι καλούνται να μιλήσουν όχι μόνο για γεγονότα, αλλά για εμπειρίες, φόβους και απώλειες. Και αυτή η διάσταση δεν μεταφράζεται εύκολα σε δεδομένα.

Σε πρακτικό επίπεδο, η Τεχνητή Νοημοσύνη προσφέρει ήδη πολύτιμα εργαλεία. Μπορεί να οργανώσει μεγάλο όγκο πληροφοριών, να εντοπίσει επαναλαμβανόμενα μοτίβα σύγκρουσης, να προτείνει επιλογές βασισμένες σε προηγούμενες υποθέσεις και να υποστηρίξει την προετοιμασία της διαδικασίας. Σε μαζικές διαφορές, σε online πλατφόρμες επίλυσης διαφορών ή σε συγκρούσεις χαμηλής συναισθηματικής έντασης, η συμβολή της μπορεί να είναι καθοριστική. Ταυτόχρονα, η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να μειώσει το κόστος, να αυξήσει την πρόσβαση στη διαμεσολάβηση και να προσφέρει ταχύτερες λύσεις σε περιβάλλοντα όπου η ανθρώπινη παρουσία είναι περιορισμένη.

Ωστόσο, όσο η σύγκρουση γίνεται πιο προσωπική και συναισθηματικά φορτισμένη, τα όρια της τεχνολογίας γίνονται εμφανή. Η διαμεσολάβηση δεν αφορά μόνο το «τι συνέβη», αλλά το «πώς βιώθηκε». Αφορά το αν κάποιος αισθάνθηκε αόρατος, αδικημένος, προδομένος ή φοβισμένος. Αυτές οι διαστάσεις δεν είναι μετρήσιμες. Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν βιώνει φόβο, ντροπή ή ανάγκη αναγνώρισης. Δεν αντιλαμβάνεται τη σιωπή που βαραίνει το δωμάτιο, την παύση πριν από μία δύσκολη φράση, την αλλαγή στον τόνο της φωνής. Δεν μπορεί να κρατήσει τον χώρο όταν τα μέρη δυσκολεύονται ακόμα και να κοιταχτούν.

Εδώ αναδεικνύεται μία κρίσιμη διάκριση: Η ουδετερότητα της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι υπολογιστική. Η ουδετερότητα του διαμεσολαβητή είναι ηθική. Δεν αφορά μόνο την ισορροπία δεδομένων, αλλά τη συνειδητή επιλογή να υπηρετήσει τη διαδικασία με ενσυναίσθηση, ευθύνη και παρουσία.

Ένας ακόμα κίνδυνος είναι η ψευδαίσθηση της απόλυτης αντικειμενικότητας. Οι αλγόριθμοι εκπαιδεύονται πάνω σε δεδομένα που αντικατοπτρίζουν κοινωνικές ανισότητες, προκαταλήψεις και ιστορικές στρεβλώσεις. Αν αυτά μεταφερθούν άκριτα στη διαμεσολάβηση, υπάρχει ο κίνδυνος η σύγκρουση να αποπροσωποποιηθεί και να μετατραπεί σε τεχνικό πρόβλημα προς βελτιστοποίηση.

Η ώριμη προσέγγιση δεν βρίσκεται στο δίλημμα «άνθρωπος ή μηχανή», αλλά στη συνεργασία με σαφή όρια. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ως υποστηρικτικό εργαλείο του διαμεσολαβητή, απελευθερώνοντας χρόνο και ενέργεια από τεχνικές διαδικασίες, ώστε ο άνθρωπος να επικεντρωθεί σε αυτό που καμία μηχανή δεν μπορεί να υποκαταστήσει: Στη σχέση. Σε αυτό το πλαίσιο, η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν απειλεί τη διαμεσολάβηση. Την προκαλεί να επαναπροσδιορίσει την ουσία της. Να αναρωτηθεί τι σημαίνει πραγματικά ουδετερότητα, παρουσία και ευθύνη σε έναν ψηφιακό κόσμο.

Τελικά, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ένας αλγόριθμος μπορεί να διαμεσολαβήσει. Είναι τι είδους κοινωνία θέλουμε να είμαστε όταν συγκρουόμαστε. Θέλουμε λύσεις γρήγορες ή λύσεις βιώσιμες; Θέλουμε αποφάσεις ή κατανόηση;

Η διαμεσολάβηση, στην καρδιά της, παραμένει μία πράξη βαθιά ανθρώπινη. Και ίσως αυτό να είναι το πιο πολύτιμο όριό της -αλλά και η μεγαλύτερη αξία της- στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης.