Από την αυθεντία στον διάλογο: Η κοινωνική γένεση της διαμεσολάβησης. Της Ζωής Ε. Γιαννοπούλου

Οι άνθρωποι δεν αρκούνται πλέον στο «έτσι αποφασίστηκε». Διεκδικούν λόγο, ακρόαση και συμμετοχή στη διαμόρφωση της λύσης

Η ανάγκη για διαμεσολάβηση δεν προέκυψε τυχαία. Δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό εργαλείο για την αποσυμφόρηση των δικαστηρίων ή την επιτάχυνση διαδικασιών. Αντίθετα, είναι το αποτέλεσμα βαθιών κοινωνικών μετασχηματισμών που έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι συγκρούονται, διαφωνούν και τελικά συνυπάρχουν.

Οι σύγχρονες κοινωνίες χαρακτηρίζονται από αυξημένη πολυπλοκότητα και πυκνότητα σχέσεων. Ζούμε, εργαζόμαστε και αλληλεπιδρούμε σε δίκτυα αλληλεξάρτησης, όπου οι ρόλοι, τα συμφέροντα και οι προσδοκίες συχνά επικαλύπτονται. Όσο περισσότερες είναι οι σχέσεις, τόσο αυξάνονται και οι πιθανότητες σύγκρουσης. Η σύγκρουση, από κοινωνιολογική άποψη, δεν είναι παθολογία· είναι φυσικό επακόλουθο της συνύπαρξης.

Για μεγάλο μέρος της νεότερης ιστορίας, οι κοινωνίες διαχειρίζονταν τις συγκρούσεις μέσω της αυθεντίας. Το κράτος, ο δικαστής, ο εργοδότης ή ο ισχυρός έδιναν τη λύση, η οποία γινόταν αποδεκτή -συχνά χωρίς πραγματική συναίνεση. Το μοντέλο αυτό προσέφερε τάξη και σαφήνεια, αλλά βασιζόταν στην επιβολή και όχι στη συμμετοχή.

Σήμερα, αυτό το μοντέλο φθίνει. Η κοινωνική νομιμοποίηση της επιβολής έχει αποδυναμωθεί. Οι άνθρωποι δεν αρκούνται πλέον στο «έτσι αποφασίστηκε». Διεκδικούν λόγο, ακρόαση και συμμετοχή στη διαμόρφωση της λύσης. Η σύγκρουση, ωστόσο, δεν εξαφανίζεται. Γίνεται πιο σύνθετη, καθώς δεν αφορά μόνο συμφέροντα, αλλά και αξίες, ταυτότητες και κοσμοθεωρίες.

Ο σύγχρονος πλουραλισμός είναι ταυτόχρονα πλούτος και πρόκληση. Διαφορετικοί τρόποι ζωής, πολιτισμικά υπόβαθρα και αξιακά συστήματα συνυπάρχουν στον ίδιο κοινωνικό χώρο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι συγκρούσεις δεν μπορούν να επιλυθούν αποτελεσματικά μόνο με κανόνες ή ιεραρχικές αποφάσεις. Απαιτούν κατανόηση, μετάφραση των διαφορετικών οπτικών και αναγνώριση του άλλου ως ισότιμου συνομιλητή.

Η διαμεσολάβηση αναδύεται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Δεν επιχειρεί να επιβάλει μία ενιαία λύση, αλλά να δημιουργήσει έναν ασφαλή χώρο διαλόγου. Έναν χώρο όπου οι αντιθέσεις μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς να αλληλοεξοντωθούν. Ο ρόλος του διαμεσολαβητή δεν είναι να κρίνει ή να αποφασίσει, αλλά να διευκολύνει την επικοινωνία και να μετατρέψει τη σύγκρουση από αγώνα επικράτησης σε διαδικασία κατανόησης.

Ένας ακόμα καθοριστικός κοινωνικός παράγοντας είναι η κόπωση. Οι σύγχρονες κοινωνίες βιώνουν υψηλά επίπεδα συναισθηματικής και κοινωνικής εξάντλησης. Η διαρκής ένταση, η μακρόχρονη αντιδικία και η αίσθηση συνεχούς αντιπαράθεσης γίνονται δυσβάσταχτες. Η σύγκρουση παύει να βιώνεται ως δημιουργική πρόκληση και μετατρέπεται σε βάρος.

Σε αυτό το πλαίσιο, η διαμεσολάβηση προσφέρει μια πιο ήπια, αλλά όχι επιφανειακή απάντηση. Δεν υπόσχεται την εξαφάνιση της σύγκρουσης, αλλά τη διαχείρισή της με τρόπο που δεν καταστρέφει τις σχέσεις. Στοχεύει σε συμφωνίες ρεαλιστικές και βιώσιμες -όχι σε αφηρημένες «win-win» λύσεις, αλλά σε συμφωνίες με τις οποίες οι άνθρωποι μπορούν πραγματικά να ζήσουν.

Αυτός ο ρεαλισμός είναι βαθιά κοινωνικός. Αναγνωρίζει ότι οι κοινωνικές σχέσεις είναι δυναμικές και ατελείς. Οι βιώσιμες συμφωνίες δεν είναι τέλειες, αλλά ανθεκτικές. Προβλέπουν την ανάγκη προσαρμογής και αφήνουν χώρο για επαναδιαπραγμάτευση χωρίς ενοχές.

Τελικά, η διαμεσολάβηση δεν είναι απλώς μία διαδικασία επίλυσης διαφορών. Είναι έκφραση μίας ευρύτερης κοινωνικής μετάβασης: Από την αυθεντία στον διάλογο, από την επιβολή στη συνύπαρξη. Σε κοινωνίες όπου η επιβολή δεν πείθει πια και η σύγκρουση κουράζει, η διαμεσολάβηση δεν αποτελεί πολυτέλεια. Αποτελεί αναγκαιότητα.

Ίσως, λοιπόν, η βαθύτερη κοινωνική αξία της διαμεσολάβησης να βρίσκεται όχι μόνο στις συμφωνίες που παράγει, αλλά στον τρόπο σκέψης που καλλιεργεί. Έναν τρόπο που επιτρέπει στις κοινωνίες να διαφωνούν χωρίς να διαλύονται και να συνυπάρχουν χωρίς να σιωπούν.