Γιατί οι πιο δύσκολες διαπραγματεύσεις είναι με ανθρώπους που αγαπάμε. Της Ζωής Ε. Γιαννοπούλου

Όταν προκύψει διαφωνία, η συναισθηματική εγγύτητα δεν απλοποιεί τα πράγματα, τα βαθαίνει

Υπάρχει μία παράδοξη αλήθεια στις διαπραγματεύσεις: Όσο πιο κοντά μας είναι ο άλλος, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να συμφωνήσουμε μαζί του.

Θα περίμενε κανείς το αντίθετο. Ότι η αγάπη, η οικειότητα, η κοινή ιστορία λειτουργούν ως γέφυρες κατανόησης. Και πράγματι, συχνά λειτουργούν. Όμως όταν προκύψει διαφωνία, η συναισθηματική εγγύτητα δεν απλοποιεί τα πράγματα, τα βαθαίνει. Τα φορτίζει. Τα μετατρέπει από απλή διαφωνία σε υπαρξιακό ερώτημα.

Στις διαπραγματεύσεις με ανθρώπους που αγαπάμε, το διακύβευμα δεν είναι μόνο πρακτικό. Δεν αφορά μόνο χρήματα, χρόνο, ευθύνες ή αποφάσεις. Αφορά τη σχέση. Αφορά το αν μας βλέπουν, αν μας καταλαβαίνουν, αν μας σέβονται. Κάθε διαφωνία αποκτά ένα δεύτερο επίπεδο:«Με ακούς πραγματικά; Με υπολογίζεις;».

Έτσι, μία συζήτηση για την κατανομή των υποχρεώσεων στο σπίτι μπορεί να γίνει σύγκρουση για την ισότητα. Μία διαφωνία για ένα επαγγελματικό βήμα μπορεί να βιωθεί ως έλλειψη στήριξης. Μία απόφαση για τους γονείς ή τα παιδιά μπορεί να ενεργοποιήσει παλιά οικογενειακά μοτίβα, ανασφάλειες και άλυτες ιστορίες.

Στις επαγγελματικές διαπραγματεύσεις μπορούμε -έστω και τεχνητά- να διαχωρίσουμε το πρόβλημα από το πρόσωπο. Στις προσωπικές, αυτός ο διαχωρισμός είναι δυσκολότερος. Ο άλλος δεν είναι «συνομιλητής». Είναι ο σύντροφός μας, ο φίλος μας, το παιδί μας. Η διαφωνία δεν αφορά απλώς μία θέση. Αγγίζει την ταυτότητά μας μέσα στη σχέση.

Γι’ αυτό και αντιδρούμε εντονότερα. Δεν φοβόμαστε μόνο ότι δεν θα συμφωνήσουμε. Φοβόμαστε ότι θα πληγωθούμε. Ότι θα απομακρυνθούμε. Ότι θα χαλάσει κάτι που θεωρούμε θεμέλιο. Και αυτός ο φόβος μάς οδηγεί συχνά σε δύο ακραίες στρατηγικές: Είτε υπερβολική υποχώρηση είτε αμυντική σκλήρυνση.

Η υπερβολική υποχώρηση εμφανίζεται με τη μορφή της «ηρεμίας». «Δεν πειράζει, άστο». «Δεν θέλω να χαλάσουμε τη σχέση μας γι’ αυτό». Όμως κάθε τέτοια παραχώρηση, αν δεν είναι συνειδητή επιλογή, συσσωρεύεται. Δημιουργεί σιωπηλή δυσαρέσκεια. Και κάποια στιγμή επιστρέφει ως παράπονο, ως απόσταση ή ως ψυχρότητα.

Η αμυντική σκλήρυνση, από την άλλη, εμφανίζεται όταν αισθανόμαστε ότι απειλούμαστε. Τότε υψώνουμε τον τόνο, γινόμαστε απόλυτοι, υπερτονίζουμε το δίκιο μας. Δεν το κάνουμε επειδή δεν αγαπάμε τον άλλον. Το κάνουμε επειδή φοβόμαστε ότι, αν δεν προστατεύσουμε τη θέση μας, θα χαθούμε μέσα στη σχέση.

Οι πιο δύσκολες διαπραγματεύσεις είναι με ανθρώπους που αγαπάμε γιατί εκεί δεν διακυβεύεται μόνο το αποτέλεσμα. Διακυβεύεται η σύνδεση. Και η σύνδεση είναι εύθραυστη όταν συνοδεύεται από παρελθόν, προσδοκίες και σιωπηρές συμφωνίες που ποτέ δεν διατυπώθηκαν ρητά.

Στις μακροχρόνιες σχέσεις, υπάρχουν «αόρατα συμβόλαια». Πιστεύουμε ότι ο άλλος θα έπρεπε να ξέρει τι έχουμε ανάγκη. Ότι θα έπρεπε να αντιλαμβάνεται τι μας πληγώνει. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, η απογοήτευση είναι μεγαλύτερη από ό,τι θα ήταν με έναν ξένο. Γιατί η οικειότητα δημιουργεί προσδοκία αυτονόητης κατανόησης.

Εδώ αναδεικνύεται μία κρίσιμη δεξιότητα: η ικανότητα να κρατάμε ταυτόχρονα δύο αλήθειες. Ότι διαφωνούμε ουσιαστικά -και ότι η σχέση αξίζει να προστατευθεί. Ότι μπορούμε να πούμε «διαφωνώ» χωρίς να εννοούμε «απομακρύνομαι». Ότι μπορούμε να θέσουμε όρια χωρίς να υψώνουμε τείχη.

Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε παίζει καθοριστικό ρόλο. Η διαφορά ανάμεσα στο «ποτέ δεν με στηρίζεις» και στο «όταν συμβαίνει αυτό, νιώθω μόνος» είναι τεράστια. Η πρώτη φράση κατηγορεί και γενικεύει. Η δεύτερη περιγράφει εμπειρία. Και όταν περιγράφουμε εμπειρία, ο άλλος μπορεί να την ακούσει χωρίς να αμυνθεί.

Εξίσου σημαντικό είναι να αποδεχθούμε ότι η αγάπη δεν εξαλείφει τη διαφορετικότητα. Δύο άνθρωποι μπορούν να αγαπιούνται και να έχουν διαφορετικές ανάγκες, ρυθμούς, όρια. Η επιμονή στην πλήρη ταύτιση είναι συχνά πηγή μεγαλύτερης σύγκρουσης από την ίδια τη διαφωνία.

Η διαμεσολάβηση σε οικογενειακά ή διαπροσωπικά πλαίσια δεν λειτουργεί ως τεχνική επίλυσης ενός προβλήματος. Λειτουργεί ως χώρος ασφάλειας. Ως ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο οι άνθρωποι μπορούν να πουν δύσκολες αλήθειες χωρίς να καταρρεύσει η σχέση. Ο ουδέτερος τρίτος δεν παίρνει θέση. Κρατά τον χώρο. Και πολλές φορές, αυτό αρκεί.

Ίσως το πιο ώριμο στοιχείο σε αυτές τις διαπραγματεύσεις είναι η αποδοχή της ατέλειας. Η συμφωνία δεν χρειάζεται να είναι ιδανική. Χρειάζεται να είναι βιώσιμη. Να μπορούμε να ζούμε με αυτήν χωρίς να αισθανόμαστε ότι ακυρώσαμε τον εαυτό μας ή ότι πιέσαμε τον άλλον πέρα από τα όριά του.

Και μερικές φορές, η ωριμότητα δεν βρίσκεται στη συμφωνία, αλλά στην ειλικρινή διαφωνία. Στο «δεν βλέπουμε το ίδιο, αλλά σε σέβομαι». Στο «δεν μπορώ να το δεχτώ, αλλά δεν θέλω να σε χάσω». Η σχέση δεν προστατεύεται ούτε με σιωπή ούτε με επιβολή. Προστατεύεται με αλήθεια και όρια.

Οι πιο δύσκολες διαπραγματεύσεις είναι με ανθρώπους που αγαπάμε, γιατί εκεί είμαστε πιο εκτεθειμένοι. Δεν διαπραγματευόμαστε μόνο θέσεις. Διαπραγματευόμαστε φόβους, ανασφάλειες, προσδοκίες. Διαπραγματευόμαστε το πώς θέλουμε να υπάρχουμε μέσα στη σχέση.

Κι ίσως τελικά η επιτυχία σε αυτές τις διαπραγματεύσεις να μην μετριέται από το αποτέλεσμα, αλλά από το τι μένει μετά. Αν, μετά τη διαφωνία, μπορούμε ακόμη να κοιταχτούμε χωρίς πικρία. Αν μπορούμε να πούμε «διαφωνήσαμε, αλλά δεν χαθήκαμε». Αν η σύγκρουση δεν έγινε ρήγμα.

Τότε η διαπραγμάτευση δεν ήταν απλώς διαδικασία επίλυσης. Ήταν πράξη φροντίδας.

ESPA