Σήμερα, ανήμερα της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης. Σήμερα που υμνείται ένα κομμάτι της λογοτεχνίας, το οποίο διαφέρει από τον πεζό λόγο εξαιτίας της αισθητικής του διάθεσης. Σήμερα τα βήματα μάς οδηγούν σε μια από τις καθιερωμένες και πολυαναμενόμενες πια διοργανώσεις της Θεσσαλονίκης.
Πρόκειται για το Φεστιβάλ Επταπυργίου, όπου από το 2019 οι βραδιές ποίησης έχουν δημιουργήσει ένα σταθερό και συνεπές κοινό από ανθρώπους που επιστρέφουν κάθε χρόνο για να ακούσουν τον ποιητικό λόγο μέσα σε έναν ιδιαίτερο χώρο. «Και μόνο αυτό το γεγονός είναι για μένα βαθιά παρηγορητικό και ελπιδοφόρο», λέει στο emakedonia η πρόεδρος και καλλιτεχνική διευθύντρια του Κέντρου Πολιτισμού Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, Άννα Μυκωνίου.
Και δικαίως, αφού η τέχνη αυτή, που χρησιμοποιεί έμμετρο ή ελεύθερο στίχο, ρυθμό και συμβολική γλώσσα για να εκφράσει συναισθήματα, ιδέες και εικόνες έχει την ικανότητα να γοητεύει ίσως όσο καμιά άλλη τους υποψιασμένους αναγνώστες με τις υψηλές αναζητήσεις. Μάλλον γι' αυτό καταλαμβάνει ένα ξεχωριστό κομμάτι σε διάφορες διοργανώσεις ανά την Ελλάδα και τον κόσμο.
Φέτος αφιερωμένες στον Σεφέρη οι δυο βραδιές
Έχοντας πολύ καλές σπουδές λογοτεχνίας στην Ελλάδα και το εξωτερικό η Άννα Μυκωνίου επιμένει κάθε χρόνο να επιμελείται αυτής της συγκεκριμένης εκδήλωσης. Το κάνει με κέφι και αγάπη πολλή. Φέτος, επέλεξε οι βραδιές να είναι αφιερωμένες στον σπουδαίο νομπελίστα ποιητή μας Γιώργο Σεφέρη.
«Κάθε νέα επιλογή συνοδεύεται πάντα από μια βαθιά, σχεδόν σιωπηλή αγωνία: θα αγγίξει ο Σεφέρης το κοινό; Θα μπορέσουν οι θεατές να πλησιάσουν έναν ποιητή που δεν ‘αποκαλύπτεται’ εύκολα; Θα τους συγκινήσει όσο συγκινεί εμένα; Και, κυρίως, θα καταφέρω -έστω για έναν άνθρωπο μέσα στο κοινό- να ανοίξει μια μικρή χαραμάδα προς το σεφερικό σύμπαν;», τονίζει η Άννα Μυκωνίου και απαγγέλει δύο στίχους από τον «Ερωτικό λόγο του ποιητή. «Που πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;/Δεν θα βρεθεί ένας ποταμός να’ναι για μας πλωτός;»
Για εκείνη ο δημιουργός της «Άρνησης», της «Στροφής», της «Φυγής», της «λυπημένης» του «Επί Ασπαλάθων» και τόσων άλλων αριστουργημάτων απαιτεί μια λεπτή ισορροπία: να τον παρουσιάσεις χωρίς να τον εξηγήσεις υπερβολικά, να τον φωτίσεις χωρίς να του αφαιρέσεις το εσωτερικό μυστικό φως που τον κρατά ζωντανό.
«Η αγωνία, λοιπόν, δεν αφορά την επιτυχία με τη συμβατική έννοια. Είναι η ευθύνη της διαμεσολάβησης: να γίνεις για λίγο ο ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στον ποιητή και στον σύγχρονο άνθρωπο. Να δημιουργήσεις τις συνθήκες ώστε κάποιος να ακούσει έναν στίχο και να νιώσει ότι τον αφορά προσωπικά, ακόμη κι αν δεν κατανοήσει πλήρως ολόκληρο το ποίημα εκείνη τη στιγμή. Αν, φεύγοντας από τη βραδιά, ένας θεατής θελήσει να ανοίξει ένα βιβλίο του Σεφέρη ή να επιστρέψει ξανά σε έναν στίχο που τον άγγιξε, τότε έχει ήδη συμβεί κάτι ουσιαστικό», επισημαίνει η πρόεδρος.
Και ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη χαρά: «η στιγμή που αντιλαμβάνεσαι πως η ποίηση συνεχίζει το ταξίδι της πέρα από εσένα. Ότι δεν ανήκει πια στον δημιουργό της βραδιάς, αλλά στον ακροατή που την κουβαλά μαζί του. Εκεί, μέσα σε αυτή τη σχεδόν αόρατη μετακίνηση από τη σκηνή στην ψυχή του άλλου, η αγωνία μετατρέπεται σε βαθιά συγκίνηση», υπογραμμίζει.
Η αποκάλυψη όταν εκπονούσε το διδακτορικό της στη Γαλλία
Η σχέση της με τον Σεφέρη δεν ήταν εξαρχής εύκολη. «Η πρώτη μας ‘συνάντηση’, κάπου στα χρόνια του γυμνασίου, υπήρξε μάλλον αμήχανη. Τον ένιωσα σαν έναν ογκόλιθο, βαρύ, δυσπρόσιτο κι εγώ πολύ μικρή για να τον πλησιάσω. Παρ’ όλα αυτά, κάτι είχε ήδη φυτευτεί μέσα μου. Θυμάμαι να αναζητώ συλλογές του στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς, χωρίς επιτυχία… Τότε ο Σεφέρης δεν έμοιαζε να ανήκει στον ‘πολύ κόσμο’. Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια για να επιστρέψω σε εκείνον, πραγματικά έτοιμη», τονίζει.
Η ουσιαστική ανακάλυψη-αποκάλυψη έγινε στη Γαλλία, όταν εκπονούσε το διδακτορικό της πάνω στον Ελύτη. Εκεί έπεσε στα χέρια της η μελέτη της Λίνας Λυχναρά «Το μεσογειακό τοπίο στον Σεφέρη και τον Ελύτη».
Εκείνη ήταν η στιγμή που, όπως συνηθίζει να λέει, «έπεσε το κάστρο». «Μέσα από τη μελέτη αυτή άρχισε να αποκαλύπτεται το βάθος και η εσωτερική αρχιτεκτονική της ποίησής του. Για μέρες ολόκληρες διάβαζα και ξαναδιάβαζα το βιβλίο και στο επόμενο ταξίδι μου στην Ελλάδα φόρτωσα στις αποσκευές μου τις συλλογές του. Τότε ξεκίνησε μια πραγματική διαδικασία αποκωδικοποίησης και μαζί μια βαθιά συγκίνηση».
Θεωρεί ότι ο Σεφέρης δεν είναι ποιητής που σε κατακτά με την πρώτη ανάγνωση. «Σε μαθαίνει να τον πλησιάζεις. Η ποίησή του είναι πυκνή, στοχαστική, γεμάτη υπόγεια μονοπάτια. Στους στίχους του συμπυκνώνεται αυτό που ο ίδιος ονόμασε «καημό της ρωμιοσύνης», μια υπαρξιακή αγωνία που ξεπερνά την ιστορία και γίνεται ανθρώπινη εμπειρία. «Η ποίησή του λειτουργεί ακόμη και σήμερα παρηγορητικά για όποιον τολμά να σταθεί μέσα στις δυσκολίες του και να αφεθεί στη γοητεία των μύθων, της μνήμης και της ελληνικότητας που τη διαπερνούν», υποστηρίζει η Άννα Μυκωνίου.
Με κεντρική εικόνα τη θάλασσα
Στο έργο του Σεφέρη αποτυπώνεται το τραύμα του πολέμου, της Μικρασιατικής Καταστροφής, η εμπειρία της προσφυγιάς και η διάψευση μιας ολόκληρης γενιάς που είδε τη Μεγάλη Ιδέα να καταρρέει. «Ο Σεφέρης συνθέτει έναν νέο, αντιηρωικό μύθο, έναν μύθο για τους ξεριζωμένους, αλλά και για κάθε άνθρωπο που αναζητά πατρίδα μέσα στην απώλεια. Γι’ αυτό και η ποίησή του παραμένει βαθιά οικουμενική, σε έναν κόσμο όπου η προσφυγιά δεν ανήκει στο παρελθόν αλλά επανέρχεται διαρκώς ως ανοιχτή πληγή».
Κεντρική εικόνα αυτού του ποιητικού σύμπαντος είναι η θάλασσα. «Στο έργο του γίνεται σύμβολο της Ελλάδας και του ελληνισμού, καθρέφτης της μνήμης και του ψυχισμού: άλλοτε οικεία και τρυφερή, άλλοτε απειλητική, κουβαλά πάντοτε τις μνήμες της μετακίνησης και της απώλειας».
Το φετινό αφιέρωμα είναι ένα ποιητικό «σεργιάνι» στο έργο του, από τη «Στροφή» και το «Μυθιστόρημα» έως τα «Ημερολόγια Καταστρώματος», την «Κίχλη» και τα «Τρία Κρυφά Ποιήματα». Ένα πέρασμα μέσα από την αλμύρα των στίχων του και τη σαγήνη της γλώσσας του.
Αυτό όμως που τη συγκινεί ίσως περισσότερο είναι ο άνθρωπος Σεφέρης. «Ένας ευαίσθητος και εύθραυστος δημιουργός που ισορροπούσε διαρκώς ανάμεσα στη δημόσια εικόνα του διπλωμάτη και στην ιδιωτική, βαθιά ανθρώπινη πλευρά του ποιητή. Για δεκαετίες περπάτησε πάνω σε μια λεπτή γραμμή, υπηρετώντας δύο απαιτητικούς κόσμους. Ως διπλωμάτης όφειλε να εκπροσωπεί κυβερνήσεις ακόμη κι όταν διαφωνούσε μαζί τους ως ποιητής, όμως, γνώριζε πως η σιωπή δεν είναι ποτέ αθώα. Και ίσως αυτή ακριβώς η εσωτερική ένταση είναι που κάνει την ποίησή του τόσο ζωντανή και αναγκαία σήμερα».
Οι συντελεστές
Η βραδιά θα είναι γεμάτη μουσική, ποιητικό λόγο και αφηγήσεις. Οι στίχοι θα εμφανίζονται στα τείχη του μνημείου, μια πρακτική που αγαπά το κοινό: μπορεί να ακούει τον στίχο μελοποιημένο και ταυτόχρονα να τον διαβάζει, να τον αγγίζει με τα μάτια και την καρδιά. Είναι μια μικρή αλλά μαγική γέφυρα που βοηθάει τον κόσμο να μπει στο σύμπαν του ποιητή.
Ο στίχος του Γιώργου Σεφέρη συνομίλησε όσο λίγοι με τη μουσική. Σπουδαίοι Έλληνες συνθέτες, όπως ο Ηλίας Ανδριόπουλος, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Δήμος Μούτσης, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Μίλτος Πασχαλίδης και οι Αδελφοί Κατσιμίχα, αναγνώρισαν στα ποιήματά του έναν εσωτερικό ρυθμό, μια υπόγεια μουσικότητα που ζητούσε να εκφραστεί με ήχους.
Παρόλα αυτά ένα πρόβλημα που αντιμετώπισε η Άννα Μυκωνίου ήταν ότι αυτός ο αριθμός των μελοποιημένων ποιημάτων του δεν ήταν όσο μεγάλος θα ήθελε. Ορισμένα αγαπημένα της ποιήματα, που ήθελε να συμπεριλάβει στη βραδιά, δεν είχαν μελοποιηθεί. Μοιράστηκε τον προβληματισμό της με τον εξαιρετικό συνθέτη και φίλο της, Γιώργο Καζαντζή, και η ανταπόκρισή του ήταν άμεση και γενναιόδωρη. Χωρίς δεύτερη σκέψη δέχθηκε να δημιουργήσει νέες μελοποιήσεις, ειδικά για αυτό το αφιέρωμα.
Έτσι, για πρώτη φορά θα παρουσιαστούν πέντε νέα, ανέκδοτα τραγούδια σε ποίηση Σεφέρη και μουσική Γιώργου Καζαντζή, γραμμένα κατόπιν ανάθεσης του Κέντρου Πολιτισμού Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. «Είναι μια εξέλιξη που με γεμίζει χαρά, γιατί νιώθω ότι η ποίηση του Σεφέρη συνεχίζει να γεννά νέα μουσική και νέες συγκινήσεις, ανοίγοντας δρόμους εκεί όπου πριν δεν υπήρχαν», επισημαίνει η Άννα Μυκωνίου.
Παράλληλα, το καταξιωμένο σχήμα Plaza Ensemble (Θ. Μπιλιλής, Α. Αρχοντής, Κ. Τσούγκρας και Γ. Πολυμενέρης) ενορχηστρώνει εκ νέου όλα τα υπόλοιπα εμβληματικά μελοποιημένα ποιήματα του Σεφέρη. Τις ερμηνείες αναλαμβάνουν οι αγαπημένοι τραγουδιστές Παντελής Θαλασσινός, Δημήτρης Ζερβουδάκης και Ελένη Δημοπούλου, ενώ τις αφηγήσεις και τις απαγγελίες έχει αναλάβει ο ηθοποιός Γρηγόρης Βαλτινός, «ο οποίος με την ιδιαίτερη φωνή του δίνει σάρκα και ψυχή στις λέξεις».
Στη βραδιά συμμετέχει επίσης η χορωδία “Γιάννης Μάντακας” του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με μαέστρο την Εριφύλλη Δαμιανού.
«Νομίζω πως, αν συνυπολογίσουμε όλους αυτούς τους καλλιτέχνες, έχει χτιστεί μια εξαιρετική ομάδα συντελεστών, και τους ευχαριστώ θερμά για την αφοσίωση και τη φροντίδα. Δεν βλέπουμε την ώρα να παρουσιάσουμε τη δουλειά μας στο κοινό»!
Ο ποιητής της μετάβασης
«Πού θα τοποθετούσατε τον Σεφέρη σε σχέση με τους υπόλοιπους Έλληνες ποιητές;», τη ρωτάω λόγω των σπουδών της.
«Πιστεύω ότι κάθε προσπάθεια να ‘τοποθετήσεις’ έναν ποιητή μέσα σε έναν χάρτη είναι πάντα κάπως περιοριστική γιατί η ποίηση, όταν είναι αληθινά μεγάλη, ξεπερνά τις κατηγορίες. Ωστόσο, αν έπρεπε να πω πού στέκεται ο Σεφέρης στον χάρτη των Ελλήνων ποιητών θα έλεγα πως βρίσκεται σε ένα σημείο μετάβασης».
Εξηγεί: Πέρα από το βραβείο Νόμπελ, που ασφαλώς υπήρξε μια ιστορική διεθνής αναγνώριση, ο Σεφέρης ανήκει στη γενιά των ποιητών που ουσιαστικά επαναπροσδιόρισαν τη νεοελληνική ποιητική φωνή στον 20ό αιώνα. Καταφέρνει να φέρει τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό στην ελληνική γλώσσα χωρίς να αποκοπεί από την παράδοση.
Αν ο Καβάφης άνοιξε τον δρόμο της ιστορικής συνείδησης και ο Ελύτης ύμνησε το φως και τη μεταφυσική διάσταση της ελληνικότητας, ο Σεφέρης είναι ο ποιητής της μνήμης και της αυτογνωσίας.
«Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει» εξομολογείται στους στίχους του. Είναι εκείνος που εισάγει στην ελληνική ποίηση την εμπειρία της «χαμένης πατρίδας», της απώλειας, της εξορίας, όχι μόνο γεωγραφικής αλλά και υπαρξιακής. Η φωνή του είναι χαμηλόφωνη, στοχαστική, συχνά εσωτερική. Δεν υψώνει τόνους, αλλά αφήνει τον αναγνώστη να εισέλθει σε έναν χώρο περισυλλογής.
Αυτό που τον καθιστά μοναδικό είναι η ισορροπία ανάμεσα στο μυθικό στοιχείο και την καθημερινότητα. Ο Σεφέρης δεν χρησιμοποιεί τον αρχαίο μύθο ως διακόσμηση, αλλά ως ζωντανό εργαλείο κατανόησης του σύγχρονου ανθρώπου. Μέσα από τον Οδυσσέα, τον Τεύκρο ή τον Ελπήνορα μιλά τελικά για τον άνθρωπο του 20ού και του 21ου αιώνα, που αναζητά νόημα μέσα σε έναν κόσμο διαρκούς μετακίνησης.
Θα έλεγα λοιπόν ότι στον χάρτη των Ελλήνων ποιητών ο Σεφέρης λειτουργεί ως γέφυρα: ενώνει την ελληνική παράδοση με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή σκέψη, το συλλογικό τραύμα με την προσωπική εμπειρία. Είναι ο ποιητής που μας έμαθε ότι η ελληνικότητα δεν είναι βεβαιότητα αλλά ερώτημα.
Οι δύο βραδιές θα πραγματοποιηθούν στις 7 & 8 Ιουλίου στο Φρούριο Επταπυργίου, που, ως γνωστόν, έχει διαμορφωθεί κατάλληλα για τις ανάγκες του Φεστιβάλ