- Newsroom
Οι κρεμασμένες εφημερίδες στο περίπτερο της εποχής προβάλλουν τα πρωτοσέλιδά τους, τα οποία «μιλούν» με μισόλογα. Στην άλλη όψη του, μικροαντικείμενα της καθημερινότητας, όπως ταμπακέρες και τσιγάρα, απευθύνονται στον άνδρα. Μία άλλη πλευρά είναι αφιερωμένη στη γυναίκα, με κλωστές κεντήματος, κρέμες περιποίησης και χαλάουα. Το τηλέφωνο με το καντράν είναι διαθέσιμο για τους ανθρώπους που θέλουν να σχηματίσουν αριθμούς περιστρέφοντάς το, για να επικοινωνήσουν, ενώ μερικά παιχνίδια και διακοσμητικά της αισθητικής του καθεστώτος της εποχής, συμπληρώνουν την εικόνα του χαρακτηριστικού κίτρινου κτίσματος με την τέντα.
Η ξεχασμένη αυτή μορφή του περιπτέρου, που κάποτε ήταν το κέντρο της ζωής των ανθρώπων, αποτελεί ένα από τα εμβληματικά χαρακτηριστικά της έκθεσης «1967-1974. Κουλτούρες σε αντιπαράθεση. Ζωή - Τέχνη - Προπαγάνδα», η οποία φιλοξενείται στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης στη Θεσσαλονίκη (ΜΙΕΤ). Μια έκθεση που επιχειρεί να φωτίσει την εποχή, κατά την οποία η καθημερινότητα προχωρούσε σχεδόν κανονικά, αλλά κάτω από το βλέμμα του ελέγχου.
«Η έκθεση θέλει να αναδείξει την τέχνη την περίοδο της δικτατορίας και μάλιστα σε αντιπαραβολή των δύο αισθητικών απόψεων της εποχής. Από τη μία του καθεστώτος -και της προπαγάνδας που αυτό προσπάθησε να επιβάλλει- και από την άλλη της προσπάθειας αντίστασης και μέσα από την τέχνη», δηλώνει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η υπεύθυνη ξεναγήσεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων στο Παράρτημα Θεσσαλονίκης του ΜΙΕΤ, Κάκια Καμπάνταη.
Στα πρωτοσέλιδα που εκτίθενται, η πραγματικότητα εμφανίζεται διπλή: από τη μία οι λογοκριμένες ειδήσεις του καθεστώτος κι από την άλλη, παράνομα έντυπα όπως η «Ελεύθερη Ελλάδα», η οποία εκδίδονταν στη Ρώμη και κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι, μεταφέροντας μια διαφορετική οπτική. Η ίδια αντιπαράθεση διαπερνά ολόκληρη την έκθεση. Αφίσες προπαγάνδας συνυπάρχουν με φωτογραφίες από δίκες αντιστασιακών οργανώσεων. Επίσημες εικόνες «ευημερίας» στέκονται δίπλα σε τεκμήρια βασανιστηρίων και καταστολής.
Η έκθεση δεν αφηγείται απλώς γεγονότα. Στήνει έναν διάλογο -ή μάλλον μια σύγκρουση, ανάμεσα σε δύο κόσμους που συνυπήρχαν την ίδια στιγμή: την επιβαλλόμενη αισθητική του καθεστώτος και τη σιωπηλή, αλλά επίμονη, καλλιτεχνική αντίσταση. «Η έκθεση θέλει να δείξει μέσα από ποιες προσλαμβάνουσες ο κόσμος μπορούσε να υποστηρίξει την αντιδικτατορική του διάθεση κόντρα στην προπαγάνδα του καθεστώτος», επισημαίνει η κ. Καμπάνταη.
Σε αυτή τη διαδρομή, ο επισκέπτης δεν ακολουθεί μια γραμμική αφήγηση, αλλά μια «ροή ζωής», όπως τη χαρακτηρίζει η ίδια: μια καθημερινότητα όπου η τέχνη, η πληροφορία και η λογοκρισία συνυπάρχουν και αλληλοσυγκρούονται.
Λογοκρισία και δημιουργία σε μια λεπτή ισορροπία
Η τέχνη, σε όλες τις μορφές της, βρίσκεται στον πυρήνα της έκθεσης. Λογοτεχνία, θέατρο, κινηματογράφος και μουσική αποκαλύπτουν όχι μόνο τι δημιουργήθηκε την εποχή εκείνη, αλλά και τι δεν επιτράπηκε να υπάρξει. «Από τη μία έχουμε τις προσπάθειες αντίδρασης και αντίστασης κι από την άλλη τη λογοκρισία και την προβολή του προωθητικού υλικού της προπαγάνδας», αναφέρει υπεύθυνη ξεναγήσεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
Η λογοκρισία, μάλιστα, αλλάζει μορφή με τα χρόνια. Στην αρχή είναι προληπτική, αφού τίποτα δεν δημοσιεύεται χωρίς έλεγχο. Αργότερα γίνεται εκ των υστέρων, επιτρέποντας μια ψευδαίσθηση ελευθερίας που όμως ανατρέπεται ανά πάσα στιγμή. Ακόμη και φαινομενικά αθώες λεπτομέρειες μπορούσαν να κοπούν. Στο σενάριο της ταινίας «Η Ρένα είναι οφ-σάιντ» με τη Ρένα Βλαχοπούλου, η φράση «είναι αριστερός» για έναν παίκτη, λόγω της θέσης του στο ποδόσφαιρο, προκάλεσε την ερώτηση «και γιατί δεν τον πιάνει η ασφάλεια;», η οποία λογοκρίθηκε και αφαιρέθηκε. Το χιούμορ, ωστόσο, παρέμεινε ένα από τα πιο αποτελεσματικά όπλα: η σάτιρα στο θέατρο και στις γελοιογραφίες κατάφερνε συχνά να υπαινιχθεί όσα δεν μπορούσαν να ειπωθούν ανοιχτά.
Στη μουσική, απαγορεύσεις τραγουδιών και στίχων αποτυπώνουν το εύρος του ελέγχου, ενώ παράλληλα αναδεικνύουν τη δύναμη της διάδοσης «από χέρι σε χέρι». Ο επισκέπτης μπορεί να ακούσει αποσπάσματα από αυτά τα έργα, στα «δισκοπωλεία» που υπάρχουν σε πολλές αίθουσες της έκθεσης, βιώνοντας την ατμόσφαιρα της εποχής.
Από τη σιωπή στη δημόσια καταγγελία
Ένα από τα πιο καθοριστικά σημεία της έκθεσης είναι η ηχητική αναπαραγωγή της δήλωσης του Γιώργου Σεφέρη το 1969 στο ραδιόφωνο του BBC, με την οποία καταγγέλλει ανοιχτά το καθεστώς. «Αυτό αποτέλεσε αφορμή να συσπειρωθούν οι λογοτέχνες που μέχρι τότε είχαν επιλέξει τη σιωπή», σημειώνει η Κάκια Καμπάνταη.
Ακολουθεί την επόμενη χρονιά η έκδοση του συλλογικού τόμου «18 Κειμένα», ενός έργου με αλληγορικό και κρυπτικό χαρακτήρα, σχεδιασμένου να ξεφύγει από τη λογοκρισία. Το βιβλίο κυκλοφόρησε σε 3.000 αντίτυπα και εξαιτίας της μεγάλης απήχησης που γνώρισε, οδήγησε σε επανεκδόσεις και συνέχειες, ενώ αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την πνευματική αντίσταση της εποχής.
Η κατάθεση του Σάκη Καράγιωργα από τη Δίκη της Δημοκρατικής Άμυνας, όπου περιγράφει τα φρικτά βασανιστήρια που υπέστη όντας χειρουργημένος στο νοσοκομείο, ακούγεται σε μια μικρή, σκοτεινή αίθουσα από τη φωνή του επιστημονικού επιμελητή Τάσου Σακελαρόπουλου, κάνοντας βιωματική την εμπειρία ακρόασης. Συγκινεί ακόμα το χειρόγραφο σημειωματάριο της Έλλης Παππά, από το οποίο προκύπτουν σημαντικά συμπεράσματα, αλλά και η επιστολή που στέλνει στην αδερφή της, Διδώ Σωτηρίου, ζητώντας της για δεύτερη φορά να αναλάβει την φροντίδα του παιδιού της. «Στο ημερολόγιο αναφέρει ότι τη συνέλαβαν την 21η Απριλίου στις 4 το μεσημέρι, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι συνέλαβαν αυτόματα όλους όσοι ήταν αριστεροί και ξέραν ότι θα τους βρουν απέναντί τους. Μάλιστα, και τις 26 του ίδιου μήνα, σε πέντε μέρες δηλαδή, έχει φτάσει ήδη φτάσει στη Γιάρο», αναφέρει η κ. Καμπάνταη.
Δύο περίοδοι μίας κοινωνίας σε μετάβαση
Η έκθεση χωρίζεται σε δύο βασικές ενότητες, που φιλοξενούνται στα δύο επίπεδα της Βίλας Καπαντζή: έως το 1971 στο ισόγειο και από το 1972 έως την πτώση της δικτατορίας στον όροφο. Η δεύτερη ενότητα σηματοδοτεί μια «επίφαση εκδημοκρατισμού», όπως εξηγεί η υπεύθυνη ξεναγήσεων, με περιορισμένες ελευθερίες που, ωστόσο, συνέβαλαν στην ενίσχυση της συλλογικής δράσης. «Επέτρεψε για παράδειγμα στους φοιτητές να συνασπίζονται σε ενώσεις, με εθνικοπατριωτικό βέβαια χαρακτήρα, αλλά αυτό βοήθησε σε συνελεύσεις, συγκεντρώσεις ανταλλαγή περισσότερων πληροφοριών. Έτσι σιγά σιγά ήταν δημιουργήθηκε το φοιτητικό κίνημα», προσθέτει.
Επίσης, στον όροφο φιλοξενούνται κυρίως οι πράξεις αντίστασης στο τύπο του εξωτερικού: γελοιογραφίες, δημοσιεύσεις υπέρ της δράσης αγωνιστών όπως ο Αλέκος Παναγούλης, ενώ ξεχωρίζει το τηλεγράφημα του Observer στην Έλλη Βλάχου, η οποία κλείνει την εφημερίδα Καθημερινή και αποχωρεί στο εξωτερικό, με το οποίο της γράφει πόσο περήφανοι είναι που έχουν άρθρα της στην εφημερίδα.
Η έκθεση δεν σταματά στην πτώση της δικτατορίας. Συνεχίζει με την τραγωδία της Κύπρου, την αποκατάσταση της δημοκρατίας και τη δίκη των πρωταιτίων.
Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η ενότητα με παιδικές ζωγραφιές από την Κύπρο, που δημιουργήθηκαν μετά την εισβολή του 1974. Μέσα από απλές εικόνες, αποτυπώνεται το τραύμα του πολέμου, τα δεινά των αμάχων, η προσφυγιά και η ανάγκη για ειρήνη.
Στο τέλος, η έκθεση στρέφεται στο πώς η ελληνική κοινωνία διαχειρίστηκε αυτή την κληρονομιά: τη μνήμη του Πολυτεχνείου, την άνθηση των εκδόσεων, αλλά και τη διαρκή παρουσία της εμπειρίας της δικτατορίας στη δημόσια ζωή.
Τα τεκμήρια που παρουσιάζονται και αφορούν στην αντίσταση, προέρχονται από το αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος και του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου. Η προπαγάνδα και τα αρχεία που δείχνουν την αισθητική του καθεστώτος, προέρχονται από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, το Ιστορικό Αρχείο της ΕΡΤ και την Ταινιοθήκη της Ελλάδος.
Η έκθεση παρουσιάζεται στο Παράρτημα του ΜΙΕΤ στη Θεσσαλονίκη (Βίλα Μεχμέτ Καπαντζή, Βασ. Όλγας 108) έως τις 27 Μαίου μετά την παράταση που πήρε. Η είσοδος είναι ελεύθερη.