Πρωινός καφές με την Υπουργό Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνα Μιχαηλίδου (βίντεο)
Παρήγγειλε φρέντο εσπρέσο σκέτο και μετά μιλήσαμε για τα παιδικά της χρόνια στον Πειραιά, για τις φορτώσεις στα Λιπάσματα και τα «αρνάκια», για το Κολέγιο Αθηνών, την Αγγλία, τον Ολυμπιακό και... για τότε που κόντεψε να γεννήσει στο γήπεδο
Πρωινός καφές στη ζωή της Δόμνας Μιχαηλίδου δεν υπάρχει. Με το που ξυπνάει σε 20 λεπτά έχει φύγει από το σπίτι. «Ξυπνάω, βάζω φακούς και φεύγω. Ο πρωινός καφές είναι στα γρήγορα στο Υπουργείο. Χωρίς συζήτηση, με τα θέματα και τους φακέλους μπροστά μου», λέει στον «πρωινό» καφέ που ήπιαμε μαζί κατά την επίσκεψη που έκανε πριν από μερικές ημέρες στη Θεσσαλονίκη.
Στο καφέ του ξενοδοχείου «Οn Residence» παρήγγειλε φρέντο εσπρέσο σκέτο και μετά ξεκινήσαμε την κουβέντα. Για τα παιδικά της χρόνια στον Πειραιά, για τις φορτώσεις και τις εκφορτώσεις στα Λιπάσματα και τα «αρνάκια», το Κολέγιο Αθηνών, την αγάπη της για τη Βρετανία, όπου στη συνέχεια φοίτησε και έζησε για σχεδόν 12 χρόνια, αλλά και τον Ολυμπιακό.
Φυσικά μιλήσαμε και για το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, τη δουλειά που γίνεται εκεί, αλλά και το τι πρέπει να γίνει στις συνειδήσεις των ανθρώπων για να καταλάβουν τι εστί άτομο με αναπηρία. Εκεί -όπως λέει και η ίδια- «θέλει πολλή δουλειά. Η Πολιτεία έχει τεράστιο βάρος, αλλά αν δεν υπάρξει αλλαγή συνείδησης στα νοικοκυριά, δε θα αλλάξει τίποτα».
Κυρία Μιχαηλίδου, υπάρχει πρωινός καφές στη ζωή σας;
Όχι.
Όχι;
Όχι. Δηλαδή, υπάρχει ο πρωινός καφές όταν πάω στο Υπουργείο και είμαι με τους ανθρώπους μου. Εγώ ξυπνάω και σε 20 λεπτά έχω φύγει από το σπίτι. Δεν προετοιμάζομαι. Ξυπνάω, βάζω φακούς και φεύγω. Ο πρωινός καφές είναι στα γρήγορα στο Υπουργείο. Χωρίς συζήτηση, με τα θέματα και τους φακέλους μπροστά μου.
Καφές γενικά υπάρχει;
Καφές υπάρχει, ναι. Πολύς.
Τι είδους;
Δύο με τρεις φρέντο εσπρέσο. Σκέτους.
Στον Πειραιά είστε γεννημένη;
Στον Πειραιά. Γεννημένη και μεγαλωμένη εκεί. Και εγώ και οι γονείς μου και οι παππούδες μου.
Και δημοτικό εκεί;
Ναι, πάνω από το Δημοτικό Θέατρο.
Οικογένεια; Μπαμπάς;
Οι γονείς μου και οι δύο από τον Πειραιά.
Τι στυλ;
Οι γονείς μου ήταν και οι δύο πολύ «ιντελεκτουέλ». Με πολλά διαβάσματα, πολλές εικόνες, πολύ ενδιαφέρον για την πολιτική, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, τις τέχνες. Είχαν πολύ έντονο αυτό το στοιχείο.
Άγριο νιάτο; Η ίδια λέει ότι ήταν υπάκουο παιδί
Άτακτο παιδί ή υπάκουο;
Όχι απλά υπάκουο. Πολύ υπάκουο (χαμογελάει).
Και καλή μαθήτρια, φαντάζομαι.
Καλή μαθήτρια.
Αθλητισμός υπήρχε στη ζωή σας;
Ναι. Θυμάμαι όταν ήμουν μικρή, μπαίναμε με τη μαμά μου σε κανένα μαγαζί και έλεγαν: «Α, τι όμορφο κοριτσάκι». Και έλεγε η μαμά μου: «Δεν είναι μόνο όμορφο κοριτσάκι. Είναι και καλή μαθήτρια, καλή αθλήτρια και καλό παιδί» (γελάει).
Και εγώ ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί που έλεγε όλα αυτά τα καλά πράγματα. Μου άρεσε όμως πολύ ο αθλητισμός. Έκανα στίβο, ταχύτητα, είχα διακριθεί και ήμουν και στον ΣΕΓΑΣ.
Παίζοντας με τις κούκλες της στο πατρικό της σπίτι. Έχοντας φόντο τα πολλά βιβλία
Ταχύτητα;
Κατοστάρι. Έκανα όμως και ιστιοπλοΐα, κάτω στον Πειραιά. Ο πατέρας μου με έβαλε να κάνω και βιολί, για δώδεκα χρόνια. Νομίζω ήμουν το καλό παιδί.
Αδέλφια;
Όχι, δυστυχώς. Οπότε όλη την πίεση που μπορεί να δέχεται ένα μοναχοπαίδι την έχω ζήσει. Δεν μοιράστηκε (γελάει).
Όταν λέμε παιδικές αναμνήσεις από τον Πειραιά, τι σας έρχεται στο μυαλό;
Μου έρχεται πολύ έντονα η ιστιοπλοΐα και το κρύο του χειμώνα. Έκανα για χρόνια ιστιοπλοΐα και η δυσκολία της δεν είναι όταν είσαι στο νερό. Είναι όταν βγαίνεις από το νερό. Όταν έχει καιρό, σαν αυτόν που έχει σήμερα, και το χειρότερο, και πρέπει να πλύνεις το σκαφάκι σου, το πανί σου, να τα βάλεις όλα στη θέση τους. Όση ώρα είσαι έξω, είσαι και μέσα να πλένεις. Ως παιδί το θυμάμαι πολύ έντονα αυτό.
Επίσης, πλατεία Κοραή, ποδήλατο, ξαδέρφια, βόλτες.
Το βιολί ήταν μέσα στα παιδικά της ενδιαφέροντα
Μιλάμε για το 1995;
Εκεί περίπου, ναι. Εγώ είμαι γεννημένη το 1987. Και το άλλο που θυμάμαι έντονα, επειδή ο πατέρας μου ασχολούνταν με τη ναυτιλία, είναι ότι πηγαίναμε για φορτώσεις και εκφορτώσεις στα Λιπάσματα, που τότε λειτουργούσαν ακόμα στην μπούκα του λιμανιού. Μου έκαναν ως παιδί τεράστια εντύπωση. Θυμάμαι και αυτές τις ζώνες που φόρτωναν τα «αρνάκια» -έτσι λέγαμε τότε τα σακιά- που έμπαιναν μέσα στα αμπάρια. Και τις μηχανές των πλοίων, τα λάδια, την ένταση όλης αυτής της εικόνας.
Το Κολλέγιο Αθηνών, όπου πήγατε μετά, έπαιξε ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα σας;
Έπαιξε σίγουρα ρόλο. Ήταν ένα πολύ καλό σχολείο. Επειδή τότε δεν υπήρχε η Αττική Οδός, έκανα μιάμιση ώρα για να πάω από τον Πειραιά στην Κάντζα και μιάμιση ώρα για να γυρίσω. Έχω «φάει» πολύ σχολικό και πολύ πούλμαν ως παιδί.
Αλλά ειδικά το δημοτικό του, για εμένα που ήμουν ένα παιδί από τον Πειραιά, από μια τσιμεντούπολη, ήταν μαγεία, μέσα στο δάσος. Με δέντρα, ποταμάκια, κλαδιά από τα δέντρα. Είχε πολύ ελεύθερο παιχνίδι, πολλές εξωσχολικές δυνατότητες, οπότε σου άνοιγε πολύ το μυαλό. Από ρητορικούς ομίλους μέχρι ελεύθερες δράσεις, όπως δομική, γλυπτική, ξυλουργική. Και βέβαια ήταν ένα σχολείο με παιδιά από όλη την Αττική, άρα είχες συναναστροφή με πολύ διαφορετικούς ανθρώπους.
Παρ’ όλα αυτά και την ενασχόληση του πατέρα σας με τη ναυτιλία, πώς προέκυψαν οι σπουδές στα οικονομικά;
Προέκυψαν από την απόλυτη προσομοίωση του τι έκανε ο μπαμπάς μου. Δυστυχώς αυτή είναι η αλήθεια.
Ήταν να πάτε προς τα εκεί.
Ναι. Αυτές τις σπουδές έκανε εκείνος, αυτές έκανα κι εγώ. Οικονομικά, διδακτορικό, τα ίδια όλα. Ήταν αυτό το οιδιπόδειο, αν θες. Το καταλαβαίνεις εκ των υστέρων.
Το μετανιώσατε;
Όχι, καθόλου. Ήθελα να κάνω και άλλα πράγματα. Ιστορία της Τέχνης, για παράδειγμα. Πολλά ήθελα να κάνω. Ήθελα να πάω Πολυτεχνείο, δεν πήγα. Ήθελα να σπουδάσω Ιστορία της Τέχνης, δεν με άφησαν. Δεν ήμουν το παιδί που από μικρό ήθελε να γίνει δικηγόρος και ακολουθούσε αυτή την πορεία. Με ενδιέφεραν διάφορα πράγματα, αλλά τα διάβαζα μόνη μου. Ιστορία της Τέχνης, ας πούμε. Ήθελα να έχω το μυαλό και τις γνώσεις ενός μηχανολόγου, αλλά δεν τις απέκτησα ποτέ.
Ζήσατε πολλά χρόνια έξω.
Ναι, 11 χρόνια. Στην Αγγλία.
Σας επηρέασε το ότι ήσασταν από παιδί έξω; Σχεδόν από 17 χρονών.
Ναι, ήμουν έξω από τα 17 μέχρι τα 29 μου. Είμαι από τους Έλληνες που αγαπούν πάρα πολύ τους Άγγλους, την Αγγλία και την αγγλική κουλτούρα. Τους αγαπώ, τους εκτιμώ και είμαι πολύ χαρούμενη κάθε φορά που πηγαίνω εκεί. Θαυμάζω την αυτοσαρκαστική διάθεση που έχουν. Ας πούμε, ένας πολύ σημαντικός δημοσιογράφος είναι ο Jeremy Paxman. Όταν τον ακούσεις να μιλά για τον εαυτό του, είναι σαν να είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης.
Αυτό το χαρακτηριστικό των Άγγλων το θαυμάζω πάρα πολύ. Είναι επίσης μια κοινωνία με θεσμούς αιώνων. Και αυτό αποτυπώνεται στην καθημερινότητά τους. Το ότι οι θεσμοί τους είναι τόσο ιστορικοί και τόσο βαθιά ριζωμένοι τους έχει κάνει πιο θεσμικούς, πιο νομοταγείς. Κάτι που εμείς οι Έλληνες πολλές φορές το κοροϊδεύουμε και λέμε «πω πω, περιμένουν σαν τα πρόβατα στην ουρά», αλλά έχει και την πολύ θετική πλευρά του: δείχνει πώς προχωρούν οι κοινωνίες.
Οι σπουδές εκεί ήταν καλές;
Πολύ. Πάρα πολύ. Ήταν πολύ δομημένες, όχι μόνο ως προς την πληροφορία που παίρνεις, η οποία είναι πιο κοντά στις ανάγκες της αγοράς εργασίας από ό,τι στο ελληνικό σύστημα, αλλά και γιατί κάνεις λιγότερα μαθήματα σε μεγαλύτερο βάθος.
Τα μαθήματα είναι διαρκώς updated και υπάρχει συνεχής προσπάθεια να έρχονται πιο κοντά στις ανάγκες της αγοράς. Πολύ σημαντική είναι και η κουλτούρα του campus. Το ότι βρίσκεσαι σε μια φοιτητική κοινότητα που κινείται γύρω από τις εστίες και τις βιβλιοθήκες.
Η βιβλιοθήκη δεν είναι μόνο χώρος πνευματικής συγκέντρωσης, αλλά και κοινωνικής. Αυτό βοηθάει πάρα πολύ τη φοιτητική κοινότητα.
Μετά βλέπω στο βιογραφικό σας ότι δουλέψατε ως οικονομολόγος και ακαδημαϊκός. Με πολλούς σταθμούς: Βραζιλία, Ιράν, Ουγκάντα, Γαλλία.
Πολλούς, έκανα πολλά.
Τι σας έχει μείνει πιο πολύ;
Πολλά. Επειδή ασχολήθηκα με τα οικονομικά της ανάπτυξης, κοίταζα πολλές χώρες μέσα από το εισόδημα και δούλεψα σε αρκετές από αυτές. Κάθε χώρα είχε τα δικά της χαρακτηριστικά και το δικό της ενδιαφέρον. Η εμπειρία της Βραζιλίας ήταν συγκλονιστική. Είναι ένα μέρος με τρομερό φυσικό κάλλος, πολύ χαρούμενους και εξωστρεφείς ανθρώπους και για μένα τότε είχε πολύ μεγάλο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον.
Πότε είχατε πάει εκεί;
Αν δεν κάνω λάθος, το 2014. Αλλά και οι χώρες της Αφρικής είχαν τεράστιο ενδιαφέρον, ακριβώς επειδή η κουλτούρα και η καθημερινότητά τους είναι τόσο διαφορετικές όχι μόνο από την Αγγλία όπου ζούσα τότε, αλλά και από την Ελλάδα.
Όλα αυτά τα χρόνια η Ελλάδα σας έλειψε;
Μου έλειψε πολύ. Είμαι μοναχοπαίδι, αγαπάω πολύ την Ελλάδα, αγαπάω πολύ τον Πειραιά, οπότε μου είχε λείψει. Μετά από δέκα χρόνια έξω, αναζητούσα την ευκαιρία να πιαστώ από κάπου και να γυρίσω.
Γιατί επιστρέψατε;
Γιατί ήθελα να είμαι σπίτι μου. Ήμουν πολλά χρόνια έξω. Σχεδόν 12 χρόνια. Αγάπησα την Αγγλία και όλες τις χώρες στις οποίες έζησα, αλλά ειδικά την Αγγλία. Πήρα πολλά καλά από εκεί. Σε μεγάλο βαθμό δόμησα εκεί τον ενήλικο χαρακτήρα μου. Αλλά η πατρίδα σου είναι πατρίδα σου και η Ελλάδα είναι Ελλάδα.
Πολιτική όλα αυτά τα χρόνια υπήρχε στη ζωή σας;
Σε κομματικό επίπεδο, όχι. Ούτε στο σχολείο είχαμε κομματικό προσανατολισμό ούτε, προφανώς, από τα 17 έως τα 29 που ήμουν έξω είχα κάποια κομματική διαδρομή. Απλώς πάντα ήμουν, νομίζω, πολιτικό ον. Το καταλαβαίνω εκ των υστέρων. Ήμουν πρόεδρος στο Κολέγιό μου στο Κέμπριτζ και γραμματέας της φοιτητικής κοινότητας. Πάντα είχα ενδιαφέρον για τα κοινά.
Και το 2017 χτυπά το κινητό σας και ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Και σας λέει ότι σας θέλει για σύμβουλό του;
Ε, καλά, δεν έγινε ακριβώς έτσι. Δεν με πήρε ο ίδιος. Με πήρε η γραμματεία του. Δεν με πήρε να μου πει: «Δόμνα, σε θέλω, έλα τώρα».
Τον γνωρίζατε;
Όχι, δεν τον γνώριζα. Νομίζω είχε ακούσει για εμένα από κοινούς γνωστούς και είχε βρει το βιογραφικό μου ενδιαφέρον. Ήταν η περίοδος του πολύ μεγάλου ανοίγματος που έκανε. Βρήκε πάρα πολύ κόσμο που ήταν έξω, καλοσπουδαγμένο, με εμπειρία από διαφορετικές δουλειές, ανθρώπους που είχαν μπαϊλντίσει -για να το πω απλά- με την κατάσταση του ΣΥΡΙΖΑ και των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και με το «βαρέλι χωρίς πάτο» στο οποίο είχε μπει η χώρα.
Θυμάμαι να πηγαίνω, ως Ελληνίδα της Αγγλίας, σε άλλες χώρες, σε συνέδρια ή και σε προσωπικά ταξίδια, και να με κοροϊδεύουν επειδή είμαι Ελληνίδα. Οι Έλληνες του εξωτερικού το ζήσαμε πολύ έντονα αυτό. Να μας κάνουν πλάκα, να λένε να μας πληρώσουν το παγωτό γιατί υποτίθεται δεν είχαμε χρήματα ούτε γι’ αυτό.
Ολο αυτό σε πεισμώνει πάρα πολύ. Σου δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν μπορεί η χώρα σου να διοικείται από αυτό το πράγμα που λεγόταν ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και την ανάγκη να βάλεις κι εσύ, αν μπορείς, το δικό σου λιθαράκι και να γυρίσεις.
Από συνάντηση με τον πρωθυπουργό: «Ο Κυριάκος είναι ένας άνθρωπος που ψάχνει πάρα πολύ την πληροφορία», τονίζει.
Με αυτή τη λογική είπατε και το ναι;
Το είπα με τη λογική ότι, από τη μία, δεν μπορούσα να βλέπω τη χώρα μου να διοικείται από αυτούς. Και, από την άλλη, με τη λογική ότι δεν θα έβρισκα καλύτερη ευκαιρία να συνεργαστώ με έναν άνθρωπο με τόσο καλές σπουδές, με εικόνα της αγοράς, με προσωπική δουλειά. Και με έναν άνθρωπο ο οποίος ήταν -προσέξτε- κομματικό στέλεχος από μια οικογένεια με πολιτική ιστορία, αλλά δεν ακολούθησε την πεπατημένη του «είμαι Μητσοτάκης και πηγαίνω ως γιος πρωθυπουργού».
Αντίθετα, άνοιξε στην αγορά, έφερε στελέχη, έφερε ανθρώπους με εμπειρία από δουλειά, για να μπουν και αυτοί και να ανανεώσουν την παράταξη, κρατώντας όλα τα στοιχεία της που χρειαζόμαστε και που μας κάνουν περήφανους.
Η συνεργασία μαζί του πώς ήταν;
Για μένα, που είμαι και λίγο «φυτό», για να το πω απλά, ήταν φανταστικό να γνωρίζω κάποιον στον οποίο αρέσει η τεκμηρίωση και το διάβασμα περισσότερο από ό,τι αρέσει σε εμένα. Ήταν «ουάου» αυτό.
Ο Κυριάκος είναι ένας άνθρωπος που ψάχνει πάρα πολύ την πληροφορία. Μπορεί να έχει μια συνάντηση για το Άγιο Όρος, μετά για τον αμυντικό εξοπλισμό και μετά για το στεγαστικό, και να ξέρει την τεκμηρίωση και την αιτιολόγηση στα πάντα, καλύτερα πολλές φορές και από εκείνον που τον μπριφάρει.
Είναι τρομερά διαβασμένος, αγαπάει την πληροφορία, την επιδιώκει και δρα πάνω σε αυτή. Για εμένα, ως ακαδημαϊκό, αυτό ήταν θείο δώρο. Και έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με το τι γινόταν πριν. Για να μην πω «360 μοίρες αλλαγή» που έλεγε και ο Τσίπρας (γελάει). Είχες μια κατάσταση χύμα και μετά είχες τον Κυριάκο.
Μαζί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο σπίτι του 63χρονου Θεόφιλου, ο οποίος επανεντάχθηκε στην αγορά εργασίας και εξασφάλισε κοινωνική κατοικία
Το 2019 είστε 31 χρονών και μπαίνετε στο υπουργείο του πιο βαθέως κράτους, θα έλεγα, που είναι το Εργασίας. Πώς αισθανθήκατε;
Στην αρχή, επειδή είμαι οικονομολόγος και είχα κάνει τραπεζικά, αναρωτήθηκα: «Πώς και με έβαλε εδώ ο Πρωθυπουργός;». Και μου είπε: «Δόμνα, είναι τρεις οι λόγοι. Πρώτον, είναι ένα υπουργείο με τεράστιο προϋπολογισμό, άρα χρειάζομαι κάποιον που ξέρει από αριθμούς. Δεύτερον, χρειάζομαι κάποιον που μπορώ να εμπιστευθώ στη διαχείριση των αριθμών. Και τρίτον, χρειάζομαι κάποιον που να έχει την ενσυναίσθηση της γυναίκας».
Έχοντας αυτά τα τρία υπόψη, και χωρίς να έχω κομματικό μηχανισμό από πίσω, βρέθηκα στα βαθιά, με την ανάγκη να δημιουργήσω γρήγορα μια καλή ομάδα. Και ήμουν πάρα πολύ τυχερή.
Γιατί;
Εγώ δούλευα στον ΟΟΣΑ εδώ από το 2019, με μια ομάδα τεχνοκρατών, οι μισοί νομικοί και οι άλλοι μισοί οικονομολόγοι, με τους οποίους φτιάχναμε την περίφημη εργαλειοθήκη. Ήμουν πολύ τυχερή, γιατί οι μισοί από εκείνους τους συνεργάτες ήρθαν στην ομάδα μας. Ήρθαν με χαμηλότερους μισθούς, με πολύ πιο απαιτητικά ωράρια, με το κινητό στο χέρι 24 ώρες το 24ωρο.
Αλλά αγαπήσαμε πολύ αυτό που κάνουμε και είμαστε σχεδόν η ίδια ομάδα ακόμη και σήμερα, επτά χρόνια μετά.
Προφανώς θεωρείτε απαραίτητη την ίδρυση του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας.
Ε, βέβαια. Ήταν μια απολύτως απαραίτητη πολιτική τομή, την οποία μετά τον Μητσοτάκη έχουν ακολουθήσει και άλλοι ηγέτες. Πολύ συχνά, όταν βρίσκομαι στα Συμβούλια Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μου λένε: «Μπράβο, ακολούθησε την πολιτική του Κυριάκου και ο δικός μας πρωθυπουργός και φτιάχνει το ίδιο υπουργείο τώρα».
Στη Θεσσαλονίκη με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη
Επειδή θα έχετε συναντήσει και διάφορους υπουργούς έξω σε συναντήσεις, τι έχετε ζηλέψει από αυτούς;
Πολύ καλή ερώτηση. Αρχικά ζήλευα πάρα πολλά. Το 2019, που βρέθηκα στα πρώτα Συμβούλια Υπουργών, ειδικά στο κομμάτι της αναπηρίας, ήμασταν ο φτωχός συγγενής. Μέχρι τότε το μόνο που κάναμε ήταν επιδόματα. Τα επιδόματα βέβαια είναι απαραίτητα. Οι άνθρωποι με αναπηρία χρειάζονται οικονομική στήριξη, αλλά όχι μόνο αυτό. Βλέπαμε, κυρίως σε σκανδιναβικές χώρες αλλά και σε χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, όπως η Ισπανία, πολιτικές παροχής υπηρεσιών σε άτομα με αναπηρία.
Προφανώς δεν έχουμε καλύψει όλα τα προβλήματα και έχουμε ακόμη πολύ δρόμο, αλλά πλέον έρχονται και μας ρωτούν πώς τα κάνουμε με όλες αυτές τις υπηρεσίες. Πριν έρθω εδώ, ήμουν σε έναν δικαιούχο του προγράμματος «Προσβασιμότητα κατ’ οίκον».
Είναι αυτά τα 14.500 ευρώ που δίνουμε στους ανθρώπους για να κάνουν ηλεκτρικά κουφώματα, να κατεβάσουν ηλεκτρολογικούς πίνακες, να βάλουν αναβατόριο. Πριν λίγο μια συνάδελφός σας δημοσιογράφος μού είπε ότι η αδερφή της έχει προσωπικό βοηθό. Έχουν όλοι Κάρτα Αναπηρίας.
Έχουμε κάνει άλματα στο κομμάτι της αναπηρίας, στην παροχή υπηρεσιών και εργαλείων αυτονομίας και ελευθερίας για τους ανθρώπους. Μάλιστα, ακόμη και από σκανδιναβικές χώρες με ρωτούν πια πώς τα έχουμε κάνει, για να τους δώσουμε τεχνογνωσία. Είναι πολύ ειδικά θέματα, με πολύ μεγάλο διοικητικό βάρος. Δεν είναι σαν να φτιάχνεις μια γέφυρα ή ένα σχολείο, όπου θα έρθει ο κατασκευαστής και θα σου το παραδώσει. Είναι ζητήματα πρωτόγνωρα για την Ελλάδα, στα οποία δυστυχώς ακόμη και οι εταιρείες συμβούλων δεν μπορούν πάντα να μας βοηθήσουν.
Πάμε στα προγράμματα του Υπουργείου σας. Το «Σπίτι μου ΙΙ» λήγει σχεδόν. Πώς πήγε;
Στο «Σπίτι μου Ι» έχουμε 1.300 Θεσσαλονικείς που έχουν ήδη πάρει δάνειο. Δηλαδή 1.300 νοικοκυριά που έχουν αποκτήσει σπίτι από το «Σπίτι μου Ι».
Στο «Σπίτι μου ΙΙ» έχουμε 1.750 που έχουν συμβασιοποιήσει, δηλαδή έχουν ήδη πάρει το σπίτι τους, και τώρα κοιτάμε τι μπορούμε να κάνουμε για περαιτέρω βοήθεια. Το πρόγραμμα έχει βοηθήσει πάρα πολύ. Το ότι μπορείς να αποκτήσεις το δικό σου σπίτι με τραπεζικό δάνειο που είναι χαμηλότερο από το ενοίκιο αποτελεί τεράστια βοήθεια για πολλά νοικοκυριά. Γι’ αυτό έχουμε συνολικά πάνω από 3.000 νοικοκυριά στη Θεσσαλονίκη που έχουν αποκτήσει σπίτι με αυτόν τον τρόπο.
Τα στεγαστικά προγράμματα;
Πριν έρθω εδώ, ήμουν στον Δήμο Κορδελιού-Ευόσμου, όπου προχωρούμε την αξιοποίηση ανενεργών στρατοπέδων για τη δημιουργία κοινωνικών κατοικιών. Στο πρώην στρατόπεδο Ζιάκα προβλέπεται η κατασκευή 1.034 κατοικιών, οι οποίες θα διατεθούν σε ευάλωτους συμπολίτες μας.
Η συνεργασία με τις Ένοπλες Δυνάμεις είναι πολύ σημαντική, γιατί από τη μία στηρίζουμε τα στεγαστικά προγράμματα των ενστόλων και, από την άλλη, αξιοποιούνται εκτάσεις που μέχρι σήμερα έμεναν ανενεργές. Οι Ένοπλες Δυνάμεις έχουν την τεχνογνωσία και την ταχύτητα για να προχωρήσουν τέτοια έργα, κάτι που για εμάς είναι πολύτιμο.
Το ερώτημα είναι απλό: τι κερδίζουμε όταν ένας τόσο μεγάλος χώρος, όπως το στρατόπεδο Ζιάκα, μένει αναξιοποίητος; Μιλάμε για έναν χώρο που σήμερα παρουσιάζει εικόνα εγκατάλειψης. Είναι κρίμα αυτή η γη να μην επιστρέφει στην κοινωνία. Τη χρειάζεται και ο Δήμος, και ο Δήμαρχος μάς εξήγησε πολύ συγκεκριμένα ποιες είναι οι ανάγκες της περιοχής.
Γιατί το θέμα δεν είναι να έρχεται το κράτος και να φτιάχνει αυτό που νομίζει. Είναι να ακούει την τοπική κοινωνία και να φτιάχνει αυτό που πραγματικά χρειάζεται. Ο Δήμαρχος Κορδελιού-Ευόσμου είναι πολύ συνεργάσιμος, έχει καθαρή εικόνα των αναγκών, αλλά ταυτόχρονα διεκδικεί για τους δημότες του — και καλά κάνει.
Για εμάς είναι πολύ σημαντικό, και ουσιαστικά και συμβολικά, ότι το πρόγραμμα για τις κοινωνικές κατοικίες στα ανενεργά στρατόπεδα ξεκινά από τη Θεσσαλονίκη. Θα ξεκινήσει από εδώ και, όταν έρθει η ώρα, θα κάνουμε μαζί και τα εγκαίνια.
Πότε να τα περιμένουμε;
Πιστεύω ότι μέχρι το 2027 θα έχουμε τις πρώτες κατοικίες. Έτσι μας λέει ο στρατός, που είναι γρήγορος.
Κοινωνική αντιπαροχή. Πού βρισκόμαστε;
Σήμερα έχουμε την απόφαση για τα πρώτα 8 ακίνητα της ΔΥΠΑ, τα οποία περνούν στην αποκλειστική διαχείριση του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας και θα αξιοποιηθούν μέσω κοινωνικής αντιπαροχής. Το επόμενο βήμα είναι να προχωρήσουν οι διαγωνιστικές διαδικασίες, ώστε ιδιώτες ανάδοχοι να αναπτύξουν τα ακίνητα και ένα μέρος των κατοικιών, τουλάχιστον 30%, να αποδοθεί στο Δημόσιο για κοινωνική χρήση, με χαμηλό μίσθωμα, σε συμπολίτες μας που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.
Η κοινωνική αντιπαροχή υπηρετεί τρεις βασικούς στόχους. Πρώτον, ενεργοποιεί δημόσια γη που για χρόνια έμενε αναξιοποίητη. Δεύτερον, δημιουργεί νέες κατοικίες και αυξάνει το διαθέσιμο στεγαστικό απόθεμα, άρα παρεμβαίνει στην πλευρά της προσφοράς, εκεί όπου βρίσκεται η ρίζα του στεγαστικού προβλήματος. Και τρίτον, εξασφαλίζει ότι ένα σημαντικό μέρος των κατοικιών επιστρέφει στην κοινωνία ως κοινωνική κατοικία.
Με απλά λόγια, δημόσια ακίνητα που δεν απέδιδαν κοινωνικό όφελος μετατρέπονται σε σπίτια, σε χαμηλότερο κόστος στέγασης και σε πραγματική στήριξη για ευάλωτα νοικοκυριά.
Πολύ καλά πάει και το πρόγραμμα «Νταντάδες της Γειτονιάς».
Πάει πάρα πολύ καλά. Σήμερα που μιλάμε έχουμε ήδη 56.000 επισκέψεις και 10.000 προσωρινές αιτήσεις στην πλατφόρμα. Φανταστικό; Μέσα σε λιγότερο από δύο εβδομάδες.
Πώς το εξηγείτε αυτό; Υπάρχει ανάγκη;
Υπάρχει τεράστια ανάγκη. Και ξέρετε τι λέμε; Ότι πια το κράτος και η κυβέρνησή μας έρχονται να απαντήσουν στην ανάγκη. Μιλάμε, ακούμε, βλέπουμε και δεν λέμε «α, τι μπορούμε να κάνουμε;». Λέμε: «ό,τι χρειάζεται ο κόσμος, να το κάνουμε». Είχαμε φτιάξει πριν τις «Νταντάδες» ως πιλοτικό πρόγραμμα, και το πιλοτικό έχει το νόημά του. Δεν λέγεται πιλοτικό απλώς επειδή κάνεις ένα πρόγραμμα με λιγότερους δικαιούχους. Το πιλοτικό είναι για να καταλάβεις τι κάνεις, τι δεν κάνεις και τι πρέπει να αλλάξεις.
Εμείς τι είδαμε; Ότι πρέπει να βάλουμε και τις γιαγιάδες και τους παππούδες μέσα, γιατί αν το ανοίγαμε μόνο σε τρίτους, δεν θα υπήρχε το ίδιο ενδιαφέρον. Είδαμε επίσης ότι είναι πολύ σημαντικό για τον κόσμο να ξέρει ότι αυτοί οι άνθρωποι θα πληρώνονται καλύτερα.
Τα 400 ευρώ τα πήγαμε στα 500 και ανοίξαμε το πρόγραμμα και σε περισσότερες κατηγορίες ωφελούμενων. Να μπορούν να είναι και φοιτήτριες, και άνεργες, και συνταξιούχοι. Αν μια γυναίκα έχει φύγει με εθελουσία από μια τράπεζα στα 35 της και κάνει παιδί στα 42, κάτι που συμβαίνει πια, γιατί να μην μπορεί να ωφεληθεί από το πρόγραμμά μας; Οπότε το κάναμε πολύ πιο ανοιχτό και για τις μαμάδες και για τις γιαγιάδες και τους παππούδες.
Πάμε λίγο στα πολιτικά. Η περίοδος είναι δύσκολη για τη ΝΔ. Πώς θα τα βγάλει πέρα;
Δύσκολη περίοδος είναι κάθε μέρα. Ειδικά όταν έχεις τρεις πολέμους στην ευρύτερη γειτονιά σου. Δεν μας έφτανε η Ουκρανία, έχουμε τη Γάζα. Δεν μας έφτανε η Γάζα, έχουμε και το Ιράν. Είναι δύσκολο, όχι μόνο λόγω της γεωγραφικής μας θέσης, αλλά και λόγω του οικονομικού αποτυπώματος στην καθημερινότητα.
Η τιμή της βενζίνης είναι ζήτημα για όλα τα νοικοκυριά. Οι στεγαστικές πιέσεις είναι άλλο μεγάλο ζήτημα. Το πώς θα βοηθήσουμε τις οικογένειες, από το σούπερ μάρκετ μέχρι το βενζινάδικο και το ενοίκιο, είναι επίσης κρίσιμο. Νομίζω όμως ότι έχουμε δείξει πως δουλεύουμε πολύ. Είδατε και αυτές τις ημέρες, στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, ότι υπάρχει συσπείρωση του κόμματος. Έχουμε έναν Πρωθυπουργό που καταλαβαίνει τα προβλήματα και μιλά στους βουλευτές τη γλώσσα που θέλουμε να μιλούν οι βουλευτές. Γιατί κι εγώ πρωτίστως είμαι βουλευτής και δευτερευόντως μέλος της κυβέρνησης.
Οπότε θέλει λίγο να σηκωθούν τα μανίκια ακόμα παραπάνω.
Ναι, γι’ αυτό κυκλοφορούμε ακόμα και με κρύο συνεχώς με αμάνικο (γελάει), για να μπορούμε να δουλεύουμε.
Με τον μικρό που έκλεισε ήδη τον ένα χρόνο
Τελειώνουμε με τα προσωπικά. Το παιδί σας άλλαξε τον τρόπο που βλέπετε τον κόσμο;
Ξέρετε, είναι όλα αυτά τα κλισέ, τα οποία όμως έχουν έναν λόγο που είναι κλισέ. Τώρα που μιλάμε, το παιδί μου είναι άρρωστο. Λίγο, ίωση έχει. Αλλά άκουγα τις φίλες μου, πριν ανέβω στη Θεσσαλονίκη, να μου λένε: «Εγώ δεν μπορώ να κάνω αυτό το ταξίδι, είναι άρρωστο το παιδί». Και σκεφτόμουν: «Μα θα γίνει καλά το παιδί, νομοτελειακά θα γίνει καλά, μια ιωσούλα έχει». Όταν όμως είναι το δικό σου παιδί άρρωστο, το βλέπεις τελείως διαφορετικά.
Νομίζω πάντως ότι και η δημόσια εικόνα σας μετά το παιδί έχει αλλάξει.
Μπορεί. Μου το λέει και ο άντρας μου αυτό. Η δουλειά και το παιδί έχουν σχέση μεταξύ τους. Το νιώθω πραγματικά: το ότι έχω παιδί με έχει κάνει καλύτερη στη δουλειά μου και το ότι έχω δουλειά με έχει κάνει καλύτερη για το παιδί μου. Αν δεν είχα τη δουλειά μου, που την αγαπάω, θα ήμουν χειρότερη μάνα. Το ότι κάνω κάτι που αγαπάω μου δίνει δύναμη και όρεξη για να είμαι και καλύτερη μητέρα. Και το αντίστροφο.
Σε όλο αυτό το δύσκολο καθημερινό πρόγραμμα υπάρχει κάποια χαλάρωση; Κάποιος τρόπος που χαλαρώνετε;
Είμαι πολύ τυχερή -και δεν το λέω για να το πω- που έχω τον σύζυγό μου. Περνάμε πολύ ωραία μαζί.
Ψυχίατρος είναι.
Ναι. Γελάμε πάρα πολύ μαζί. Κάθε βράδυ είμαστε μαζί. Φροντίζω να μην έχω κάτι επαγγελματικό και να βγαίνουμε, να τρώμε. Και μετά, από τη 1:00 μέχρι τις 2:30 που θα κοιμηθούμε, γιατί κοιμόμαστε αργά, καθόμαστε στο κρεβάτι και μιλάμε. Μου λένε οι φίλες μου: «Τι λέτε, ρε; Εμένα να με βάλουν 20 λεπτά με τον άντρα μου να μιλήσουμε, δεν θα ξέρουμε τι να πούμε». Και λέω: «Μιλάμε και τα λέμε πολύ ωραία». Έχουμε και μια πολύ ωραία παιδικότητα οι δυο μας. Έχει βρει ο ένας τον άλλον.
Μουσική. Υπάρχει κάποιο είδος που προτιμάτε;
Μου αρέσει πολύ η ηλεκτρονική μουσική.
Συμφωνούμε.
Πάρα πολύ.
Δηλαδή;
House. Μάλιστα, πηγαίνουμε σε διάφορα φεστιβάλ στην Αθήνα, κάθε τελευταία Κυριακή του μήνα. Πάμε μασκαρεμένοι, για να μην πούνε «τι κάνει αυτή η τρελή εδώ πέρα;».
Αγαπημένο τραγούδι υπάρχει;
Ένα αγαπημένο τραγούδι; Πω πω, δύσκολη ερώτηση. Είναι πολλά.
Και ομάδα Ολυμπιακός; Σωστά;
Ε, καλά, προφανώς. Τι λέμε τώρα; Εδώ παραλίγο να γεννήσω στο γήπεδο. Τέσσερις ώρες μετά το Ολυμπιακός-Ρεάλ γέννησα. Πρόσεξε τώρα τι μέρα είχα, γιατί δεν ξέρω αν το έχουμε ξαναπεί. Θυμίζω ότι έγινα υπουργός οκτώ μηνών έγκυος.
Ναι, το θυμάμαι.
Και είμαι εννέα μηνών έγκυος και έρχεται ο Πρωθυπουργός πρώτη μέρα επίσημη επίσκεψη στο Υπουργείο. Στις 9 το πρωί, γιατί είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και δουλεύει από τις 5, οπότε ξυπνάμε στις 5 για να είναι όλα έτοιμα: οι φάκελοι, οι παρουσιάσεις, τα πάντα. Πάω στο Υπουργείο, μου λέει: «Άντε, η επόμενη επίσκεψη στο μαιευτήριο». Έχω ξυπνήσει από τις 5 το πρωί, το βράδυ πάω γήπεδο, στις 9:30, έχουμε μπάσκετ Ολυμπιακός-Ρεάλ, έφυγε ο Βεζένκοφ τραυματίας και μας δημιούργησε τρελή ανησυχία. Γυρίζω σπίτι στη 1 και στις 5 το πρωί σπάνε τα νερά.
Παραλίγο να γεννήσετε στο γήπεδο.
Παραλίγο να γεννήσω στο γήπεδο. Θα γινόμουν viral και θα έβγαινα βουλευτής για πάντα στον Πειραιά (γελάει).
Μότο ζωής υπάρχει;
Να φοβάσαι μόνο τον ουρανό να μην πέσει στο κεφάλι σου. Τίποτε άλλο.
Σαν τους Γαλάτες.
Μπράβο, κανείς δεν το ξέρει αυτό. Σαν το γαλατικό χωριό.
Έχω διαβάσει κι εγώ Αστερίξ.
Ήταν το μότο του πατέρα μου.
Κυρία Μιχαηλίδου, για το τέλος έχουμε την ερώτηση με το μαγικό ραβδί. Αν το είχατε, τι θα αλλάζατε στην Ελλάδα που δεν αλλάζει εύκολα και αφορά τα άτομα με αναπηρία;
Ξεκάθαρα τις συνειδήσεις του κόσμου. Ξεκάθαρα. Ο κόσμος θεωρεί ότι η αναπηρία είναι φιλανθρωπία. Όμως η αναπηρία είναι ανάμεσά μας και είναι σε κάθε οικογένεια. Κάθε φορά που πηγαίνω σε ένα σχολείο, ρωτώ πόσα παιδιά έχουν άτομο με αναπηρία στην οικογένειά τους και δεν σηκώνεται κανένα χέρι. Τότε εξηγώ τι είναι αναπηρία.
Μπορεί να είναι ο μπαμπάς που έχει καρκίνο και είναι ανοσοκατασταλμένος. Ο ξάδερφος που είχε ένα δυστύχημα και μπορεί να του έχει ακρωτηριαστεί ένα μέλος. Η γιαγιά που μπορεί να έχει άνοια. Το αδερφάκι που μπορεί να είναι στο φάσμα του αυτισμού.
Καταλαβαίνουμε ότι όλοι έχουμε ένα άτομο με αναπηρία γύρω μας. Αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε και από την καθημερινότητά μας.
Πριν από εδώ ήμουν σε μια οικογένεια στο Δήμο Αμπελοκήπων-Μενεμένης, όπου ο άνθρωπος είχε ένα εργατικό ατύχημα πριν από τρία χρόνια και έχει μείνει σε αμαξίδιο. Έχει θέση αναπηρίας έξω από το σπίτι του και μου έλεγε η γυναίκα του ότι είναι μονίμως κατειλημμένη. Από το «δεν βαριέσαι, πάω μισό λεπτό στην τράπεζα να βγάλω χρήματα». Τι «δεν βαριέσαι»; Τι πρέπει να κάνει το άτομο με αναπηρία; Να κάνει γύρους μέχρι να βγάλει ο άλλος λεφτά από το ATM;
Θέλει πάρα πολλή δουλειά. Η Πολιτεία έχει τεράστιο βάρος, αλλά αν δεν υπάρξει αλλαγή συνείδησης στα νοικοκυριά, δεν θα αλλάξει τίποτα. Πηγαίνουμε στο εξωτερικό και βλέπουμε άτομα με αναπηρία στον δρόμο και νομίζουμε ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε. Δεν είναι ότι δεν έχουμε. Είναι ότι μέχρι πρότινος δεν μπορούσαν να βγουν από το σπίτι τους.
Κάθε οικογένεια έχει ένα άτομο με αναπηρία, με διαφορετική ανάγκη, με διαφορετική καθημερινότητα. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν είναι άνθρωποι δεύτερης κατηγορίας. Θέλουν χώρο, χρόνο, κατανόηση.
Όταν είμαστε σε ένα λεωφορείο και ένα παιδί φωνάζει, δεν πρέπει να κοιτάμε τη μητέρα του σαν να λέμε «τι κάνεις και έχεις ένα κακομαθημένο παιδί;». Πρέπει να καταλάβουμε ότι το παιδί αυτό μπορεί να είναι στο φάσμα και η μητέρα χρειάζεται στήριξη, όχι να σηκώνουμε το φρύδι. Οπότε, ναι θέλει δουλειά. Πολλή δουλειά.
Ήταν ένας ιδιαίτερος πρωινός καφές με αφηγητή τον βετεράνο δημοσιογράφο, Φαίδωνα Γιαγκιόζη. Πολλές ιστορίες με πιο χαρακτηριστική αυτή που έζησε μαζί με το Νίκο Μέρτζο, και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή σε μια ακτή στο Πόρτο Λάγος το 1960...
Ο 82χρονος σήμερα βετεράνος πολιτικός ήταν μαζί με τον Σωτήρη Κούβελα ο τελευταίος βουλευτής της ΝΔ Θεσσαλονίκης που κατείχε σημαντικό υπουργικό θώκο ως υπουργός Γεωργίας στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Τον συναντήσαμε στη βιοτεχνία του και μαζί ξετυλίξαμε το κουβάρι της ζωής του. Που περιλαμβάνει σχεδόν μόνο Θεσσαλονίκη, πολλά πρόσωπα και δεκάδες μικρές ιστορίες...
Τον μοιραστήκαμε με τον αντιδήμαρχο Τεχνικών Υπηρεσιών και Βιώσιμης Κινητικότητας του δήμου Θεσσαλονίκης Πρόδρομο Νικηφορίδη. Θυμήθηκε τον Καλατράβα και μιλήσαμε για τη μοναδικότητα της παραλίας της Θεσσαλονίκης