Ο αντικοινωνικός και αντιακαδημαϊκός χαρακτήρας των φοιτητικών διαγραφών. Του Ηλία Κονδύλη

Αναπληρωτή Καθηγητή Τμήματος Ιατρικής ΑΠΘ, προέδρου του ΕΣΔΕΠ ΑΠΘ

Στη δημόσια συζήτηση για τις διαγραφές των φοιτητριών/τών, κυριάρχησαν τα γνωστά κυβερνητικά επιχειρήματα περί «αιώνιων ή λιμναζόντων» φοιτητών, οι οποίοι «επιβαρύνουν τα ΑΕΙ και αδικούν την εικόνα των δημόσιων πανεπιστημίων της χώρας». Η δε διαγραφή αυτών των φοιτητών παρουσιάστηκε ως λυτρωτική «απελευθέρωση τους από το φοιτητικό εγκλωβισμό» και ως «μέτρο ανακούφισης και εξορθολογισμού» της λειτουργίας των πανεπιστήμιων.

Τα στοιχεία και τα επιστημονικά δεδομένα σχετικά με τις διαγραφές των φοιτητών βρίσκονται σε πλήρη αναντιστοιχία με τους κυρίαρχους αυτούς ισχυρισμούς. Η επεξεργασία για παράδειγμα των στοιχείων των καταλόγων των διαγραφέντων φοιτητών από τα Τμήματα τετραετούς φοίτησης του ΑΠΘ, δείχνει ότι στις 31 Δεκεμβρίου του 2025 διαγράφηκαν από το ΑΠΘ πάνω από 2000 φοιτητές οι οποίοι εισήχθησαν στα εν λόγω Τμήματα κατά τα ακαδημαϊκά έτη 2014-15 έως και 2016-17. Πρόκειται δηλαδή για νέες και νέους κάτω των 29 ετών, οι οποίοι εισήχθησαν στα δημόσια πανεπιστήμια κατά την κορύφωση της οικονομικής κρίσης και υπέστησαν τις συνέπειες τόσο της οικονομικής κρίσης όσο και της πανδημίας στην προσωπική τους ζωή, στην οικονομική τους κατάσταση και στην πορεία τελικά των σπουδών τους. Το δε μέτρο των διαγραφών, ως κυλιόμενο ετήσιο μέτρο, θα οδηγήσει του χρόνου τέτοια εποχή στη διαγραφή φοιτητών που εισήχθησαν σε προγράμματα σπουδών τετραετούς φοίτησης κατά το ακαδημαϊκό έτος 2017-18, νέους και νέες δηλαδή ηλικίας 26-27 ετών.

Η καθυστέρηση ή εγκατάλειψη των σπουδών δεν είναι ιδιαιτερότητα των ελληνικών δημόσιων πανεπιστημίων. Σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ, στις χώρες κράτη μέλη του μόλις το 43% των φοιτητών ολοκληρώνει τις σπουδές του εντός της προβλεπόμενης διάρκειας σπουδών, η δε φοιτητική καθυστέρηση εμφανίζει έντονα ταξικά χαρακτηριστικά πλήττοντας δυσανάλογα φοιτητές από οικονομικά ασθενείς οικογένειες ή φοιτητές με υψηλά χρέη. Στη δε Ελλάδα, έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ δείχνει ότι το 47% όσων εγκατέλειψαν τις σπουδές τους το έπραξαν λόγω εργασίας, υψηλού κόστους σπουδών ή σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων και προβλημάτων υγείας. Η φοιτητική καθυστέρηση και φοιτητική διαρροή δεν επιλύεται με τιμωρητικού χαρακτήρα μέτρα, όπως είναι κατεξοχήν οι διαγραφές, αλλά με πολιτικές στήριξης των φοιτητών, όπως δωρεάν σίτιση και στέγαση, στοχευμένη ενίσχυση των εργαζόμενων φοιτητών, δωρεάν και ολοκληρωμένη φροντίδα υγείας και εξειδικευμένη υποστήριξη σε περιπτώσεις σοβαρών οικογενειακών ή άλλων προβλημάτων.

Με τις φοιτητικές διαγραφές η κυβέρνηση πρωτίστως επιχειρεί την πλασματική βελτίωση των δεικτών διεθνούς αξιολόγησης των ΑΕΙ (όπως είναι η αναλογία μελών ΔΕΠ ανά φοιτητή), η οποία διευκολύνει με τη σειρά της την εμπορευματική «διεθνοποίηση» τους σύμφωνα με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διευκολύνει δηλαδή την προσέλκυση φοιτητών-πελατών από το εξωτερικό στα υπό ίδρυση ξενόγλωσσα προγράμματα σπουδών με δίδακτρα και τη λειτουργία τελικά των δημόσιων πανεπιστήμιων ως αυτοχρηματοδοτούμενες επιχειρηματικές μονάδες. Επίσης αντικειμενικά οι διαγραφές των φοιτητριών/τών συνιστούν δώρο της κυβέρνησης στα νεοσύστατα ιδιωτικά πανεπιστήμια καθώς οι διαγραφέντες φοιτητές μπορούν να μεταφέρουν τις όποιες διδακτικές μονάδες κατοχύρωσαν στα δημόσια ΑΕΙ, ολοκληρώνοντας - με το αζημίωτο φυσικά - τις σπουδές τους στα ιδιωτικά Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης.

Οι διαγραφές των φοιτητριών/τών είναι ένα βαθιά αντικοινωνικό και αντιακαδημαϊκό μέτρο, το οποίο πλήττει δυσανάλογα τους πιο ευάλωτους φοιτητές, νέες και νέους παιδιά λαϊκών οικογενειών, εξυπηρετώντας παράλληλα τον επιχειρηματικό μετασχηματισμό των δημόσιων πανεπιστημίων. Το πανεπιστημιακό κίνημα έχει εκφράσει τη συνολική του αντίθεση στις διαγραφές των φοιτητριών/τών, έχοντας επίγνωση ότι οι μεγάλες συγκρούσεις και αντιθέσεις σχετικά με αυτό το ζήτημα είναι μπροστά μας καθώς θα ξεδιπλώνονται στην πράξη οι κοινωνικά άδικες και ακαδημαϊκά τραυματικές επιπτώσεις του.

*Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 11/1/26