Μπορεί η Ευρώπη να αποφασίζει όταν δεν συμφωνεί; Του Παύλου Αβραμόπουλου

Το πρόβλημα γίνεται οξύτερο σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης

Η κρίση στη Μέση Ανατολή και ο πόλεμος στο Ιράν ανέδειξαν για ακόμα μία φορά ένα διαχρονικό πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Τη δυσκολία διαμόρφωσης ενιαίας γραμμής στην εξωτερική πολιτική. Άλλα κράτη-μέλη επιλέγουν αυστηρή ρητορική και στήριξη σκληρών μέτρων, άλλα επιμένουν στη διπλωματική αποκλιμάκωση και στη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μία θεμιτή πολυφωνία. Συχνά είναι μια εικόνα αμηχανίας.

Η ίδια αμηχανία αποτυπώθηκε και στην πρόσφατη διπλή άσκηση βέτο από την Ουγγαρία, που μπλόκαρε τόσο το πακέτο οικονομικής στήριξης προς την Ουκρανία όσο και νέες κυρώσεις κατά της Ρωσία. Το περιστατικό δεν αφορά μόνο μία συγκυριακή διαφωνία. Αγγίζει τον πυρήνα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η Ένωση.

Η ομοφωνία στην εξωτερική πολιτική υπήρξε εξαρχής ένας προσεκτικός συμβιβασμός. Διασφαλίζει ότι κανένα κράτος-μέλος δεν θα υποχρεωθεί να ακολουθήσει μία στρατηγική που θεωρεί αντίθετη προς τα ζωτικά του συμφέροντα. Ταυτόχρονα, όμως, δίνει σε κάθε πρωτεύουσα τη δυνατότητα να «παγώσει» μία συλλογική απόφαση.

Το βέτο δεν είναι απλώς τεχνικός μηχανισμός. Είναι πολιτικό εργαλείο. Μπορεί να εκφράζει ουσιαστική διαφωνία. Μπορεί όμως και να λειτουργεί ως διαπραγματευτικός μοχλός για άσχετα ζητήματα ή ως μήνυμα εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης. Σε μία Ένωση 27 κρατών, η ισορροπία ανάμεσα στην προστασία της εθνικής κυριαρχίας και στην ανάγκη συλλογικής δράσης είναι λεπτή.

Το πρόβλημα γίνεται οξύτερο σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ενεργειακή αβεβαιότητα, η ρευστότητα στη Μέση Ανατολή και ο πόλεμος στο Ιράν συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου η ταχύτητα και η συνοχή δεν είναι πολυτέλεια αλλά προϋπόθεση αξιοπιστίας. Όταν η Ευρώπη εμφανίζεται διχασμένη, το μήνυμα προς τα έξω είναι σαφές: Η στρατηγική της βούληση παραμένει υπό διαπραγμάτευση.

Δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση για περιορισμό του βέτο ή για επέκταση της ειδικής πλειοψηφίας στην εξωτερική πολιτική επανέρχεται διαρκώς. Μία τέτοια μεταρρύθμιση θα ενίσχυε την αποτελεσματικότητα. Θα άνοιγε, όμως, και μία βαθιά θεσμική συζήτηση για το πόση κυριαρχία είναι διατεθειμένα να μοιραστούν τα κράτη-μέλη.

Το ζήτημα, τελικά, δεν είναι μόνο νομικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Υπάρχει κοινή στρατηγική κουλτούρα; Υπάρχει κοινή αντίληψη απειλών; Ή η Ένωση παραμένει ένα πεδίο συνύπαρξης εθνικών προτεραιοτήτων που συμπίπτουν μόνο περιστασιακά;

Το βέτο λειτουργεί ως καθρέφτης αυτής της πραγματικότητας. Αν η Ευρώπη επιθυμεί να είναι γεωπολιτικός παίκτης, θα πρέπει να βρει τρόπους να αποφασίζει ακόμη και όταν δεν συμφωνούν όλοι. Αν, αντίθετα, επιλέξει να παραμείνει μία ένωση εθνικών στρατηγικών με χαλαρό συντονισμό, τότε η ομοφωνία θα συνεχίσει να είναι και ασπίδα και φρένο.

Σε έναν κόσμο που κινείται γρήγορα, η καθυστέρηση δεν είναι ουδέτερη επιλογή. Είναι πολιτική στάση.


* Δημοσιεύτηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 08.03.2026

ESPA