Μ.Ν. Χατζηιωαννίδου: «Η ψηφιακή εποχή δεν πρέπει να αφήνει κανέναν πίσω»

Αν κάτι μας δίδαξαν τα τελευταία χρόνια, είναι ότι η καθημερινότητά μας αλλάζει με ταχύτητα που πολλές φορές δεν προλαβαίνουμε να ακολουθήσουμε

*Γράφει η Μαρία Νεφέλη Χατζηιωαννίδου, βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας

maria-nefeli-chatziioannidou-nea-dimokratia.jpg

Αν κάτι μας δίδαξαν τα τελευταία χρόνια, είναι ότι η καθημερινότητά μας αλλάζει με ταχύτητα που πολλές φορές δεν προλαβαίνουμε να ακολουθήσουμε. Από ένα ραντεβού με γιατρό μέχρι μια απλή συναλλαγή με το Δημόσιο, όλο και περισσότερες διαδικασίες περνούν μέσα από μια οθόνη. Για τους νεότερους αυτό μοιάζει αυτονόητο. Για χιλιάδες όμως συμπολίτες μας άνω των 65 ετών, δεν είναι.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ένα κρίσιμο ζήτημα. Ο ψηφιακός αποκλεισμός. Όχι ως θεωρητική έννοια, αλλά ως καθημερινή δυσκολία. Ως αδυναμία πρόσβασης σε υπηρεσίες, σε πληροφορίες, ακόμη και σε βασικές μορφές επικοινωνίας.

Σε αυτή την πραγματικότητα έρχεται να απαντήσει το νέο πρόγραμμα ψηφιακής εκπαίδευσης και ενδυνάμωσης «Όλοι Digital» που υλοποιεί το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, σε συνεργασία με το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης. Ένα πρόγραμμα που δεν αφορά απλώς την εκμάθηση δεξιοτήτων, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο. Την αυτονομία και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων.

Για πρώτη φορά δημιουργείται ένα οργανωμένο, πανελλαδικό δίκτυο εκπαίδευσης, με δεκάδες «Κόμβους Ψηφιακής Ενδυνάμωσης» σε δήμους και κοινωνικές δομές. Εκεί, άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας έχουν τη δυνατότητα να εξοικειωθούν με βασικές λειτουργίες. Από τη χρήση του gov.gr και τις ηλεκτρονικές πληρωμές, μέχρι την επικοινωνία μέσω εφαρμογών και τη χρήση των κοινωνικών δικτύων.

Δεν πρόκειται για μια θεωρητική διαδικασία. Είναι εκπαίδευση με πρακτικό αντίκτυπο. Με φυσική παρουσία, με υποστήριξη από εκπαιδευτές και με σύγχρονο εξοπλισμό. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, χιλιάδες συμπολίτες μας αποκτούν τη δυνατότητα να διαχειρίζονται μόνοι τους την καθημερινότητά τους, να εξυπηρετούνται πιο εύκολα και να αισθάνονται ξανά ενεργά μέλη της κοινωνίας. Και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό. Γιατί ο ψηφιακός αναλφαβητισμός δεν είναι απλώς ένα τεχνικό ζήτημα. Είναι κοινωνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα ισότητας.

Όταν κάποιος δεν μπορεί να κλείσει ένα ραντεβού, να υποβάλει μια αίτηση ή να επικοινωνήσει με τα παιδιά και τα εγγόνια του, τότε στην πραγματικότητα μένει πίσω. Το πρόγραμμα αυτό έρχεται να καλύψει ακριβώς αυτό το κενό. Να γεφυρώσει ένα χάσμα που δεν είναι μόνο τεχνολογικό, αλλά βαθιά κοινωνικό. Ταυτόχρονα, είναι θετικό ότι η πολιτεία αναγνωρίζει πως η ψηφιακή γνώση δεν είναι πολυτέλεια, αλλά δικαίωμα. Και ότι η συμμετοχή στην ψηφιακή εποχή δεν μπορεί να είναι προνόμιο των λίγων.

Βεβαίως, όπως σε κάθε σημαντική δημόσια πρωτοβουλία, το επόμενο στοίχημα είναι η πλήρης και αποτελεσματική εφαρμογή της. Η πρόκληση είναι οι δομές αυτές να φτάσουν σε κάθε γωνιά της χώρας, να έχουν διάρκεια και να ενισχύονται διαρκώς, ώστε όλο και περισσότεροι πολίτες να επωφελούνται από αυτές.

Γιατί η ψηφιακή μετάβαση αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία. Μια ευκαιρία να φέρουμε τους πολίτες πιο κοντά στις υπηρεσίες, να μειώσουμε τις ανισότητες και να ενισχύσουμε την κοινωνική συνοχή. Και η ευθύνη της Πολιτείας, ευθύνη που ήδη υπηρετείται με συνέπεια, είναι να διασφαλίζει ότι η τεχνολογία γίνεται εργαλείο για όλους.

Σε μια κοινωνία που γερνά δημογραφικά, η ενίσχυση της συμμετοχής των μεγαλύτερων ηλικιών δεν είναι απλώς κοινωνική πολιτική. Είναι αναπτυξιακή επιλογή. Είναι ζήτημα συνοχής. Η τεχνολογία προχωρά. Το ερώτημα είναι αν προχωράμε όλοι μαζί. Και η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να αφήνει κανέναν πίσω.

ESPA