Ταραγμένο με βάση τις διεθνείς εξελίξεις και με προεκλογικό άρωμα στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, θα είναι το 2026 όπως τουλάχιστον προκύπτει από τον πρώτο μήνα που διανύουμε.
Οι πολίτες στη χώρα μας αντιδρούν με τρόπο που οδηγεί τους πολιτικούς αναλυτές σε αντιφατικά πολιτικά συμπεράσματα. Και για να γίνω πιο σαφής. Η κυβέρνηση στον έβδομο χρόνο διακυβέρνησης είναι λογικό να εμφανίζει μια σημαντική φθορά. Όταν κυβερνάς είτε κυβερνάς σωστά είτε λάθος, φθείρεσαι.
Αυτός είναι κανόνας της πολιτικής. Ειδικά όταν αποκαλύπτονται σκάνδαλα τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ, όταν η ακρίβεια διαρκώς διογκώνεται, όταν υπάρχουν κινητοποιήσεις πολυήμερες, περιμένεις αυτό να αποτυπωθεί στη «φωτογραφία της στιγμής» που είναι οι έρευνες της κοινής γνώμης. Αυτό όμως που συνάγει κάποιος σαν συμπέρασμα είναι ότι σε όλες τις έρευνες κοινής γνώμης η Νέα Δημοκρατία είναι σταθερά πρώτη με τη διαφορά να διευρύνεται από τον δεύτερο χωρίς φυσικά να υπάρχει καμία πιθανότητα για αυτοδυναμία.
Και ρωτώ: Όταν κάποιο κόμμα είναι στην εκτίμηση της ψήφου γύρω στο 30% και το ποσοστό του είναι διπλάσιο από τον δεύτερο, αυτό είναι αποδοκιμασία της κοινής γνώμης ακόμα κι αν υπολείπεται 10 μονάδες από το ποσοστό που είχε στις προηγούμενες εκλογές;
Και πώς εξηγείται αυτό το ποσοστό της ΝΔ όταν η κοινωνία αποδοκιμάζει και σε βασικές επαγγελματικές και κοινωνικές ομάδες στελέχη της ΝΔ απομακρύνονται μαζικά από το κόμμα και δίνουν ραντεβού στις επόμενες εκλογές που θα εκφράσουν ηχηρά αυτή την απογοήτευσή τους σε ένα κόμμα που, όπως καταγγέλλουν, έχει υποστεί μετάλλαξη.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Οι ίδιες έρευνες δείχνουν ότι στο βέβαιο ενδεχόμενο που θα έχουμε δύο νέους πολιτικούς σχηματισμούς εντός του 2026 που είναι το κόμμα της κ. Καρυστιανού και του κ. Τσίπρα, το κυβερνών κόμμα θα έχει τις λιγότερες απώλειες και ότι ο κατακερματισμός των κομμάτων της αντιπολίτευσης θα είναι μεγαλύτερος.
Αυτό που ζούμε με την αντίφαση πραγματικότητας και δημοσκοπικής καταγραφής είναι μάλλον τρελό και δεν έχει προηγούμενο. Ο κόσμος σε όλα τα χρόνια της Μεταπολίτευσης ψήφιζε μετά από την πρώτη και κυρίως δεύτερη τετραετία αλλαγή κυβερνητική και έλκονταν από τον πειρασμό νέων προσώπων.
Αυτό σαν αντίληψη μπορεί εν μέρει να συμβαίνει και τώρα καθώς στην περίπτωση Καρυστιανού χωρίς να έχουμε ακόμα ούτε επίσημο κόμμα ούτε συνεργάτες ούτε θέσεις και απόψεις, οι πολίτες της δίνουν με το καλημέρα τη δεύτερη θέση στην δυνητική ψήφο με καθαρή διαφορά από το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα που χάνει επειδή ξαναδοκιμάστηκε.
Δεν συμβαίνει το ίδιο όμως με τη ΝΔ και τον Μητσοτάκη που έχει μετατρέψει ένα ιστορικό κόμμα σε κόμμα Μητσοτάκη και κυβερνά για τους λίγους και όχι για τους πολλούς. Και το πιο ανησυχητικό είναι πως αν δεν αλλάξει κάτι προς την κατεύθυνση της ανατροπής δεν προκύπτει από πουθενά καμία πιθανότητα συνεργασίας του κόμματος Μητσοτάκη με οποιοδήποτε άλλο κόμμα της νέας Βουλής που θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές.