Κατά την παρατεταμένη προεκλογική περίοδο στην οποία έχουμε μπει, συγκρούονται τρεις στρατηγικές, δύο εξ αυτών απομιμήσεις στρατηγικών: Μία του κ. Τσίπρα που μιμείται το ΠΑΣΟΚ του ’80 και τον Α. Παπανδρέου (και εξακολουθεί ακατάπαυστα) και μία της ΝΔ και του κ. Μητσοτάκη που μιμείται τα διλήμματα του Κωνσταντίνου Καραμανλή περί «σταθερότητας», «κινδύνου χάους» κ.λπ.
Η τρίτη στρατηγική είναι αυτή του ΠΑΣΟΚ, ανάδελφος και προς το παρόν ελάσσονος κοινωνικής δυναμικής, η οποία μέσω των επιμέρους προγραμματικών προσεγγίσεων προσπαθεί να πείσει το δύσπιστο εκλογικό κοινό. Η στρατηγική αυτή, καινοφανής για την πολιτική μας κουλτούρα, συναντά ένα «γυάλινο ταβάνι» το οποίο διαμορφώνεται κυρίως από την αδιαφορία των πολιτών για προγραμματική συζήτηση (παρά τις αντίθετες φιλολογίες).
Οι Έλληνες θέλουν να συγκρούονται αφηγήματα και μάλιστα όχι περίπλοκα. Θέλουν να έχουν μία έως τρεις λέξεις με τις οποίες να μπορούν να αποκωδικοποιούν την «πολιτική υπόσχεση» του κάθε κόμματος. Η έλλειψη ενός τέτοιου ραχοκόκκαλου στην προγραμματική δουλειά του ΠΑΣΟΚ είναι που του στοιχίζει δημοσκοπικά.
Αλλά το κύριο θέμα που θα έπρεπε να απασχολεί όσους θέλουν η πολιτική μας ζωή να κάνει ένα βήμα μπροστά είναι εάν η μίμηση στρατηγικής αποτελεί πολιτική πρόταση.
Η άποψή μου είναι ότι η μίμηση της τακτικής του ΠΑΣΟΚ του ’80 από τον κ. Τσίπρα αποτελεί μία αναγκαιότητα, δεδομένης της έλλειψης (όπως φάνηκε και στην παρά το Θησείο σκηνοθεσία), κάποιου ουσιαστικού σχεδίου για τη χώρα στον 21ο αιώνα. Η μίμηση «είναι μία κάποια λύσις»…
Από την άλλη πλευρά, οι της ΝΔ κατανοούν ότι η «επικοινωνία των κυβερνητικών επιτευγμάτων» έχει οριακή επίδραση σε ψηφοφόρους που νιώθουν ότι δεν τους αφορά στην καθημερινότητά τους κάποιο «κυβερνητικό επίτευγμα». Συνεπώς, καταφυγή στο θυμικό και στις δοκιμασμένες συνταγές του «φόβου», της «ακυβερνησίας», της «αστάθειας» κ.λπ.
Ουσιαστικά είναι έργο που το έχουμε ξαναδεί.
Λίγες ημέρες μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 είχα διατυπώσει τα εξής: «Οι διαφορές ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ του ’80 είναι όμως κρίσιμες: Πέραν της παρουσίας ενός Α. Παπανδρέου, μία ουσιαστική διαφορά είναι ότι το ΠΑΣΟΚ εκπροσωπούσε στη συνείδηση των μικρομεσαίων στρωμάτων το μοντέλο της κοινωνικής ανόδου ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ την αποφυγή της (περαιτέρω) κοινωνικής καθόδου.
Στην πρώτη περίπτωση (επίτευξη κοινωνικής ανόδου), το «σχέδιο» ήταν εκ φύσεως διαρκές και είχε υποστήριξη από πόρους, ενώ στη δεύτερη (αποφυγή κοινωνικής καθόδου) ο ορίζοντας είναι πολύ στενότερος -αμέσως μόλις σταματήσει η κατηφόρα, οι διαφορετικές κοινωνικές ανάγκες θρυμματίζουν την «ενότητα των λαϊκών δυνάμεων» και τις πολιτικές τους πλειοψηφίες…
Η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα, θα δυσκολευθεί να περάσει στην ιστορία ως κυβέρνηση της Αριστεράς -και όχι μόνο εξαιτίας των προσμίξεων του κ. Καμμένου. Το αντικειμενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί είναι πολύ σκληρό για να ασκηθεί κάποια αναδιανεμητική πολιτική, που είναι και η λυδία λίθος μίας αριστερής πολιτικής. Θα μπορούσε να φέρει ριζοσπαστικές θεσμικές αλλαγές (για να μιμηθεί ακόμη μία φορά το ΠΑΣΟΚ του ’81) αλλά ο πολιτικός του λόγος δεν έχει τέτοια χαρακτηριστικά.
Συνεπώς, η μίμηση μπορεί να έχει σταθεί ικανή για καλές εκλογικές επιδόσεις, αλλά είναι τελείως ακατάλληλη για κυβερνητική πολιτική.
Οι προκλήσεις για την κυβέρνηση του κ. Τσίπρα είναι πολλές και… αμίμητες. Οι οδηγοί της, όμως, πρέπει να πάψουν να κοιτάζουν από το καθρεφτάκι τον πίσω δρόμο που άλλοι είχαν χαράξει και να στρέψουν την προσοχή τους στις στροφές -κυρίως τις δεξιές στροφές…».
Κάπως έτσι, νομίζω, πήγαν τα πράγματα.
Όμως, φαίνεται ότι η μίμηση έχει γίνει πια δεύτερη φύση…
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 21.06.2026