Πώς διαμορφώνεται πραγματικά το πολιτικό σκηνικό; Του Δημήτρη Κατσαντώνη

Ας σκεφθούμε ποιοτικά στοιχεία του σκηνικού το οποίο ακόμη είναι εξαιρετικά ρευστό

Μεγάλη η συζήτηση για το πώς διαμορφώνεται το πολιτικό σκηνικό, μετά τις εξαγγελίες ίδρυσης κομμάτων από την κυρία Καρυστιανού και τον κ. Τσίπρα και την πιθανολογούμενη ανάλογη κίνηση από τον κ. Σαμαρά.

Ας παραμερίσουμε, προς το παρόν, τα ποσοτικά στοιχεία για την πρόθεση ψήφου (και τις επισφαλείς «εκτιμήσεις αποτελεσμάτων») καθώς και τη φιλολογία περί σειράς κατάταξης των κομμάτων, λες και παίζουν κάποιο ρόλο pole position σε ένα ιδιότυπο ράλι που έχει εφεύρει η ελληνική επινοητικότητα.

Ας σκεφθούμε ποιοτικά στοιχεία του σκηνικού το οποίο ακόμη είναι εξαιρετικά ρευστό:

1. Τα τρία μεγάλα ιστορικά κόμματα με κοινωνικές ρίζες (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ) δεν απειλούνται με σημαντική διείσδυση στον κύριο όγκο των δυνάμεών τους από τα νεοϊδρυθέντα κόμματα. Οι απώλειες προς αυτά είναι μικρές και στις παρυφές των δυνάμεών τους.

2. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κοινωνικές βάσεις των ιστορικών κομμάτων μένουν ανεπηρέαστες από το όλο πολιτικό κλίμα, τη συντονισμένη επικοινωνιακή καταιγίδα και τον πληθωρισμό των δημοσκοπήσεων.

Αυτό που κυρίως εντοπίζεται ως επίδραση των τελευταίων εξελίξεων είναι ο βαθμός συσπείρωσής τους: Η ΝΔ αυξάνει τη συσπείρωσή της (ως αντίδραση στην παρουσία Τσίπρα) ενώ το ΠΑΣΟΚ, πιθανόν υπό το κράτος της απογοήτευσης των αλλεπάλληλων δημοσιευμένων μετρήσεων, παρουσιάζει διαρροή προς τους αναποφάσιστους, με αποτέλεσμα το επίπεδο συσπείρωσης των ψηφοφόρων του (που μερικές «στιγμές» ξεπερνούσε και το αντίστοιχο του ΚΚΕ…) να πέφτει.

Ποιοτικά στοιχεία σε αυτήν την «αποστασιοποιημένη» μερίδα, όπως ο βαθμός διαφωνίας με τις επιμέρους κυβερνητικές πολιτικές, η αξιολόγηση του συνόλου του κυβερνητικού έργου και η σχέση θετικών/αρνητικών γνωμών για τον κ. Τσίπρα, δεν δημιουργούν την εντύπωση αναζήτησης διεξόδου προς τα δεξιά ή τα αριστερά του ΠΑΣΟΚ αλλά της ψυχολογικής καταπτόησης.

Είναι πιθανή η επανασυσπείρωση; Ναι, εάν ληφθούν πολιτικές πρωτοβουλίες από το ΠΑΣΟΚ, εάν η ρητορική της ΝΔ συνεχίζει να έχει έναν προκλητικό τόνο και εάν ο κ. Τσίπρας παραμείνει… Τσίπρας.

3. Υπάρχει κάποιο πολιτικό πλεονέκτημα στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης;

Ναι, και είναι η κεντρικότητα του στο φάσμα ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΕΛΑΣ (η «Ελπίδα» της κυρίας Καρυστιανού είναι εκτός αυτού του φάσματος, κινούμενη προς εκλογικά κοινά που ούτως ή άλλως δύσκολα θα έμπαιναν στη βάσανο της επιλογής μεταξύ των τριών).

Στη συνείδηση των πολιτών, που ψηφίζουν για κόμμα κυβερνητικής ευθύνης και όχι για διαμαρτυρία και δεν έχουν μείνει ικανοποιημένοι από τη σημερινή κυβέρνηση ούτε θέλουν να διακινδυνεύσουν μία διακυβέρνηση Τσίπρα, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατέχει μία θέση κεντρικότητας η οποία καθιστά την ψήφο προς αυτό «επιλογή σχετικής ασφάλειας».

4. Η ελληνική περιφέρεια (υποεκτιμημένη σε ορισμένες πανελλήνιες μετρήσεις) έχει σαφή διαφορά σε σχέση με την Αττική και, ως έναν βαθμό, με το άλλο μεγάλο αστικό κέντρο, την πόλη μας: Τα κόμματα Τσίπρα (κυρίως) και Καρυστιανού καταγράφουν ποσοστά αναντίστοιχα με τον καλούμενο «πανελλήνιο μέσο όρο».

Μία υστέρηση η οποία ενδεχομένως ενταθεί από την ανθρωπογεωγραφία των εκλογικών συνδυασμών των νέων κομμάτων, μια και η σύνθεση των ψηφοδελτίων παίζει σημαντικό ρόλο στις επαρχιακές εκλογικές περιφέρειες.

Όπως προαναφέραμε η κατάσταση είναι ρευστή. «Ας δώσουμε λίγο χρόνο στον χρόνο», σύμφωνα και με το γνωστό ευφυολόγημα του Μιτεράν.

Συνεπώς, τον Σεπτέμβριο μάλλον η εικόνα θα είναι καθαρότερη.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 14.06.2026

ESPA