Απαγόρευση των social media. Της Φωτεινής Καμπουρίδου

Ποιος αποφασίζει τι επιτρέπεται και τι όχι; Πού τελειώνει η προστασία και πού ξεκινά ο περιορισμός των δικαιωμάτων;

Η απόφαση της κυβέρνησης σχετικά με την απαγόρευση των social media στην ηλιακή ομάδα κάτω των 15 ετών, αποτελεί ένα θέμα που προκαλεί έντονες αντιδράσεις και βαθύ προβληματισμό στη σύγχρονη κοινωνία. Από τη μία πλευρά, είναι αδιαμφισβήτητο ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε, ενημερωνόμαστε και εκφραζόμαστε. Από την άλλη, οι αρνητικές συνέπειες της ανεξέλεγκτης χρήσης τους γίνονται ολοένα και πιο εμφανείς.

Η παρουσίαση ενός εικονικού κόσμου που οδηγεί στην άγνοια της πραγματικότητας, ο διαδικτυακός εκφοβισμός, η εξάρτηση και η επίδραση στην ψυχική υγεία, ιδιαίτερα των παιδιών, αποτελούν σοβαρές επιπτώσεις που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Πολλοί υποστηρίζουν ότι μία αυστηρή απαγόρευση θα μπορούσε να περιορίσει αυτά τα ζητήματα και να προστατεύσει τα παιδιά.

Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται. Η πλήρης απαγόρευση μπορεί να μοιάζει ως μία άμεση λύση, όμως στην πράξη αναγεννά σοβαρά ερωτήματα: Ποιος αποφασίζει τι επιτρέπεται και τι όχι; Πού τελειώνει η προστασία και πού ξεκινά ο περιορισμός των δικαιωμάτων; Σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο ψηφιακός, η απάντηση ίσως δεν βρίσκεται στην απαγόρευση, αλλά στην εκπαίδευση, τη σωστή ρύθμιση και την υπεύθυνη χρήση.

Μεγάλη μερίδα ανθρώπων πιστεύουν ότι η ολική απαγόρευση των social media θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης και της πρόσβασης στην πληροφορία. Τα social media αποτελούν βασικό μέσο επικοινωνίας, παρόλα αυτά όταν αναφερόμαστε σε παιδιά κάτω των 15 ετών, αντιλαμβανόμαστε ότι η κρίση τους διαφέρει από αυτή των ενηλίκων, συνεπώς δεν είναι συνήθως σε θέση να χρησιμοποιήσουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συνετά και με ασφάλεια.

Σαν αποτέλεσμα πολλοί υποστηρίζουν ότι αντί της απαγόρευσης (η οποία αφορά μόνο τα social media και όχι το διαδίκτυο γενικά), ίσως η λύση να βρίσκεται στη σωστή εκπαίδευση των παιδιών. Η ενίσχυση της ψηφιακής παιδείας, η ανάπτυξη κριτικής σκέψης και η θέσπιση σαφών κανόνων λειτουργίας μπορούν να βοηθήσουν στη δημιουργία ενός πιο ασφαλούς και υγιούς ψηφιακού περιβάλλοντος.

Άρα στο τέλος το ζήτημα δεν είναι αν πρέπει να απαγορευτούν τα social media, αλλά το πώς μπορούμε να διδάξουμε στα παιδιά να τα χρησιμοποιούν ως ένα βοηθητικό και όχι ως ένα εθιστικό μέσο επικοινωνίας και αυτό γιατί η τεχνολογία δεν είναι από μόνη της ούτε καλή ούτε κακή.

Η πρόκληση για την κοινωνία είναι να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην προστασία και την ελευθερία, διασφαλίζοντας ένα ψηφιακό μέλλον που θα υπηρετεί τον άνθρωπο και τα παιδιά μας και όχι το αντίθετο.

Κλείνοντας, αντί να «σιγήσουμε» τα social media, ίσως είναι πιο ουσιαστικό να μιλάμε καθημερινά με τα παιδιά, να εξηγούμε, να λύνουμε απορίες και να κρατάμε στον βαθμό που είναι εφικτό τον έλεγχο ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει σχέση με την ασφάλειά τους.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 26.04.2026

ESPA