Πήγα χθες στο “Ολύμπιον”, στην ομιλία του Αλέξη Τσίπρα, με την προσδοκία ότι θα ακούσω κάτι καινούργιο σε σχέση με όσα είχε πει, τόσο στο “Παλλάς” στην Αθήνα, όσο και στην Πάτρα, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων παρουσίασης του βιβλίου του.
Καινούργιο όσον αφορά τη νέα πολιτική πρόταση που πρεσβεύει, τον οδικό χάρτη για τη δημιουργία του νέου κόμματος και, κυρίως, τη διαδικασία, όπως ο ίδιος τη φαντάζεται, για το πως θα επιτευχθεί “η ανασύνθεση της δημοκρατικής παράταξης” η οποία θα αποτελέσει το αντίπαλο δέος και την εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης απέναντι “στο κράτος της απολυταρχίας, της ολιγαρχίας, της αδικίας και της διαφθοράς».
Την ίδια προσδοκία, διαπίστωσα, ότι είχε και ένα σημαντικό μέρος του ακροατηρίου το οποίο γέμισε ασφυκτικά το κινηματοθέατρο. Ακούστηκαν, μάλιστα, και φωνές “πες το”, “πες το” που τον καλούσαν να ανακοινώσει το όνομα του νέου κόμματος.
Εις μάτην, όμως. Ο πρώην πρωθυπουργός δεν μας έκανε σοφότερους για κανένα από τα ανωτέρω καθώς, απ' ό,τι φαίνεται, δεν είναι ακόμη έτοιμος. Σε ό,τι αφορά τη νέα πολιτική του πρόταση περιορίστηκε, για άλλη μια φορά, στην κουραστική επανάληψη γενικόλογων διακηρύξεων περί “νέας ελπίδας“, “νέας μεταπολίτευσης”, περί “δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας” κ.ο.κ. Ακόμη και για θέματα της επικαιρότητας, όπως το αγροτικό, για τα οποία άσκησε έντονη κριτική προς την κυβέρνηση, απέφυγε να διατυπώσει δικές του προτάσεις.
Εμμέσως το παραδέχθηκε και εκείνος πως δεν έχει να πει κάτι συγκεκριμένο. “Αυτό που πρέπει να προσέξουμε, δεν είναι να κάνουμε ένα περιτύλιγμα, αλλά να δουλέψουμε το περιεχόμενο. Πρέπει να μιλήσουμε για τις πολιτικές, για τα προγράμματα, πρέπει να δούμε που και πως θα πάει η χώρα μπροστά”.
Καμία αναφορά δεν υπήρξε επίσης σχετικά με τη διαδικασία συγκρότησης του νέου κόμματος. Δεν δείχνει να βιάζεται.
Ίσως να πιστεύει, κατά βάθος, ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα τηρήσει τη δέσμευσή του πως οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027. Άλλωστε, ένα αρχηγικό κόμμα το οποίο προσανατολίζεται να δημιουργήσει, δεν χρειάζεται και πολλά πολλά, αρκεί η ακτινοβολία του αρχηγού.
Επίσης, εάν κάνει από τώρα αυτό το βήμα τότε θα οδηγήσει σε άτακτη διάλυση ό,τι απέμεινε από τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ καθώς, η πλειονότητα των στελεχών του, συμπεριλαμβανομένων και των βουλευτών, θα σπεύσουν να πιάσουν στασίδι στο νέο κόμμα. Και προφανώς δεν επιθυμεί να χρεωθεί και αυτό, δηλαδή τη χαριστική βολή στο πρώην κόμμα του.
Τίποτε καινούργιο δεν προσκόμισε, όμως, ο πρώην πρωθυπουργός ούτε για το πως θα καταφέρει να συγκροτήσει τη μεγάλη δημοκρατική παράταξη. Και επ' αυτού περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές του τύπου ότι “κερδίζει έδαφος καθημερινά η ιδέα μιας μεγάλης προοδευτικής παράταξης”, ότι «ο προοδευτικός κόσμος αναζητά μια ισχυρή κυβερνώσα προοδευτική δύναμη, κι όχι μικρά και ανίσχυρα να κυβερνήσουν κόμματα” και πως “η ανασύνθεση της δημοκρατικής παράταξης θα γίνει πέρα και πάνω από ιδιοτέλειες και σκοπιμότητες. Θα γίνει όμως με σχέδιο, θα γίνει μεθοδικά, όχι βιαστικά και πρόχειρα”.
Βεβαίως, όταν δεν έχεις καν κόμμα, προφανώς και δεν μπορείς να ανοίξεις μια τέτοια συζήτηση διότι αυτή θα πρέπει να γίνει μεταξύ κομμάτων και όχι μεταξύ προσωπικοτήτων.
Η μόνη του συνεισφορά προς την κατεύθυνση της συνεννόησης των κομμάτων της λεγόμενης δημοκρατικής αντιπολίτευσης ήταν ότι χθες ο κ. Τσίπρας απέφυγε επιθέσεις σε βάρος τους, όπως είχε κάνει στο “Παλλάς”, πλην της Μαρίας Καρυστιανού για την οποία διατύπωσε μια αιχμή λέγοντας ότι η χώρα δεν έχει ανάγκη “μια ακόμη δύναμη διαμαρτυρίας, αλλά εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης”.
Συμπερασματικά, ο Αλέξης Τσίπρας δεν φαίνεται να βιάζεται. Είτε επειδή δεν είναι ακόμη έτοιμος, δεν έχει επεξεργασμένο πρόγραμμα ικανό να πείσει τους πολίτες ότι αξίζει να τον εμπιστευτούν εκ νέου, ούτε έχει βρει εκείνα τα νέα πρόσωπα με τα οποία επιθυμεί να σηματοδοτήσει το “καινούργιο”· είτε θεωρεί ότι η τακτική αυτή τον εξυπηρετεί καλύτερα, καθώς όσο περισσότερο θολό, πολιτικά και οργανωτικά, είναι το νέο του εγχείρημα, τόσο μεγαλύτερο είναι το ακροατήριο στο οποίο μπορεί να απευθύνεται.
Άλλωστε, η βιασύνη που επέδειξε το 2014 να σύρει σε πρόωρες εκλογές τον Αντώνη Σαμαρά προκειμένου να διαβεί μια ώρα αρχύτερα το κατώφλι του Μεγάλου Μαξίμου, δεν του βγήκε σε καλό.