Τον πήχη της αύξησης του ΑΕΠ στο 2,4% έχει τοποθετήσει για φέτος το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, με τις επενδύσεις και την απορρόφηση πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης να κρίνουν το αν θα περάσει πάνω ή κάτω από αυτό το νούμερο.
Υπό αυτό το πρίσμα και ανοίγοντας την εικόνα, διακρίνουμε δύο σημαντικές προκλήσεις, η υπέρβαση των οποίων θα συμβάλλει στη μακροχρόνια εδραίωση ισχυρών ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.
Η πρώτη πρόκληση σχετίζεται με το ύψος των επενδύσεων που θα γίνουν στην Ελλάδα μέσα στη χρονιά. Σύμφωνα με τις προβλέψεις που εμπεριέχονται στον προϋπολογισμό, ο ρυθμός μεταβολής των επενδύσεων αναμένεται να αυξηθεί από 4,5% το 2024 σε 5,7% το 2025 και σε 10,2% το 2026, καθ’ όσον σε συνδυασμό με τη δυναμική που επιδεικνύουν οι ιδιωτικές επενδύσεις, αναμένεται να υλοποιηθεί ένα σημαντικά διευρυμένο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων το 2026, με πόρους ύψους 16,7 δισ. ευρώ, έναντι 14,6 δισ. ευρώ το 2025.
Η ανωτέρω αύξηση των επενδύσεων είναι πολλαπλάσια αυτής του μέσου όρου της Ευρωζώνης, που εκτιμάται σε 2,2% για το 2025 και σε 2,5% για το 2026, μειώνοντας περαιτέρω το παραγωγικό κενό. Σε αυτό το πλαίσιο ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί από 16,4% το 2025 σε 17,7% το 2026.
Ωστόσο, αυτό μένει να αποδειχθεί, με το υπουργείο Οικονομικών να θέτει στόχο για διψήφιο ποσοστό στις επενδύσεις της τρέχουσας χρονιάς.
Το ζήτημα είναι πως οι επιδόσεις της κυβέρνησης, η οποία έχει επαίρεται για την προσπάθειά της στον σημαντικό αυτόν τομέα δείχνουν να υπολείπονται των πραγματικών αναγκών, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν φτάνουν τους στόχους που οι ίδιοι θέτουν.
Σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του 2026, η αύξηση των επενδύσεων προβλέπεται να αγγίξει το 5,7% το 2025, όταν κατά τη διάρκεια της κατάρτισης του προϋπολογισμού του 2025, ο πήχης είχε τεθεί στο 8,4%!
Τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα για το 2024. Εκείνη τη χρονιά, η πρόβλεψη άγγιζε το 15,1% και το τελικό αποτέλεσμα έφτασε το 4,5%, όπως ενημερωνόμαστε από τον προϋπολογισμό για την επόμενη χρονιά, ο οποίος κατατέθηκε πριν από λίγες ημέρες στη Βουλή.
Ουσιαστικά η πραγματοποίηση ήταν υποτριπλάσια του αρχικού στόχου, δείγμα της ανεδαφικής πρόβλεψης του οικονομικού επιτελείου της ελληνικής κυβέρνησης
Κάτι αντίστοιχο συνέβη και το 2023. Ο προϋπολογισμός της χρονιάς αυτής προέβλεπε επενδύσεις (Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου) στο 15,5% και το τελικό «σκορ» έγραψε μόλις 6,6%, όπως έδειξε ο προϋπολογισμός του 2025.
Υπάρχει… αναπτυξιακό φως μετά το Ταμείο Ανάκαμψης;
Η δεύτερη και πιο σημαντική πρόκληση, που σχετίζεται και με την πρώτη, έχει να κάνει με το γρίφο της επόμενης μέρας, αφού μας αποχαιρετήσει το Ταμείο Ανάκαμψης.
Στο πλαίσιο αυτό, ανησυχία επικρατεί αναφορικά με το τι μέλλει γενέσθαι σχετικά με την άνοδο του ελληνικού ΑΕΠ, ιδίως μετά το πέρας του Ταμείου.
Άλλωστε, σημάδια κόπωσης διαπιστώνει το ΙΟΒΕ στην αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας, προειδοποιώντας πως υπάρχει κίνδυνος ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ να κινηθεί την επόμενη πενταετία σταδιακά προς το 1%. Και αυτό σχετίζεται σε έναν μεγάλο βαθμό με το ότι η ισχύς του Ταμείου Ανάκαμψης αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2026.
Βασικό ζητούμενο στην έκθεση του ΙΟΒΕ αποτελεί το πώς θα μπορέσουν να ενισχυθούν οι επενδύσεις, «ιδίως μετά τη λήξη της περιόδου του Ταμείου Ανάκαμψης». Ερώτημα παραμένει και το εάν η Ελλάδα θα μπορέσει να απορροφήσει όλα τα κονδύλια, τα οποία δικαιούται.
«Καμπανάκι» κινδύνου για την πορεία του Ταμείου Ανάκαμψης έκρουσε πρόσφατα και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μέσω της ενδιάμεσης έκθεσης της ΤτΕ. Όπως προκύπτει, περί τα 11,4 δισ. ευρώ από τα συνολικά 36 δισ. ευρώ δεν έχει φτάσει στην πραγματική οικονομία, κάτι που δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά για το εάν η χώρα θα μπορέσει να απορροφήσει το σύνολο των κονδυλίων μέχρι τον Αύγουστο του 2026, οπότε και ολοκληρώνεται επίσημα η παρουσία του Ταμείου στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα. Αν και το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης χαρακτηρίζεται από μία αισιόδοξη στάση επί του θέματος, εντούτοις η Τράπεζα της Ελλάδος δείχνει να μη συμμερίζεται πλήρως αυτή… την ευφορία.
Για τη χώρα μας, η ευρωπαϊκή στασιμότητα στις επενδύσεις αποτελεί τροχοπέδη για τους ρυθμούς ανάπτυξης. Η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, όμως το έκανε σε μεγάλο βαθμό μέσα σε ένα περιβάλλον εξωτερικής ώθησης και ευρωπαϊκής χρηματοδότησης. Όταν οι μεγάλες οικονομίες δεν προκαλούν ισχυρό επενδυτικό κλίμα, η περιφέρεια χάνει τη δυναμική επένδυσης κεφαλαίων, τεχνολογίας και ζήτησης.
Προβληματική η «δομή» των επενδύσεων
Από τη μία πλευρά, οι επενδύσεις στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί αισθητά σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία και ο σχηματισμός παγίου κεφαλαίου έχει ανακάμψει από τα χαμηλά της κρίσης. Από την άλλη, ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει χαμηλότερος από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ η σύνθεση των επενδύσεων εξακολουθεί να γέρνει προς κατασκευές και ακίνητα περισσότερο απ’ ό,τι προς βιομηχανία, τεχνολογία και εξαγωγική παραγωγή.
Η υστέρηση των επενδύσεων αποτυπώνεται άμεσα στην παραγωγικότητα. Στην ΕΕ, η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται με ρυθμούς κάτω του 1% ετησίως την τελευταία πενταετία, σημαντικά χαμηλότερα από τις ΗΠΑ.
Η Ελλάδα παρότι βελτιώνει σταδιακά την παραγωγικότητά της, ξεκινά από χαμηλότερη βάση. Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει μεγάλη, όχι τόσο λόγω έλλειψης εργατικού δυναμικού, όσο λόγω της δομής των επενδύσεων. Όταν το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου κατευθύνεται σε μη εμπορικούς τομείς, η συνολική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας βελτιώνεται αργά και με περιορισμένη αντοχή στον χρόνο.
Έλλειμμα ολιστικού σχεδίου
Μεταξύ των αρκετών διαφορετικών στοιχείων που εντοπίζει κανείς στην Ελλάδα σε σύγκριση με την Ευρώπη, υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που προκαλεί έντονο προβληματισμό, η απουσία ενός συνεκτικού, ορατού σχεδίου που να δίνει κατεύθυνση στις επενδύσεις. Όχι με τη μορφή έκτακτων πακέτων ή επιδοτήσεων, αλλά ως ένα σταθερό πλαίσιο που ενώνει επενδύσεις, παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα.
*Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 11/1/2026