Βόρεια Ελλάδα: Στη «σούβλα» του ενεργειακού κόστους η βιομηχανία - «Θετικά αλλά ανεπαρκή» τα μέτρα στήριξης

Γιατί το πακέτο των 700 εκατ. σε βάθος πενταετίας δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες - Πώς το πανάκριβο ρεύμα βραχυκυκλώνει την ανταγωνιστικότητα του επιχειρείν

Ανεπαρκές και κατώτερο των περιστάσεων κρίνουν, σε διπλωματική γλώσσα πάντα, παράγοντες του επιχειρείν από τη Βόρεια Ελλάδα το πακέτο στήριξης της βιομηχανίας ύψους 700 εκατ. σε βάθος πενταετίας (100 εκατ. ετησίως για άμεση μείωση ενεργειακών χρεώσεων + 200 εκατ. για πράσινες επενδύσεις) απέναντι στο δυσβάστακτο ενεργειακό κόστος.

Οι παρεμβάσεις που ανακοινώθηκαν χθες, έπειτα από αναμονή σχεδόν ενός χρόνου και αφού δόθηκε το πράσινο φως από την Κομισιόν, πιο πολύ μοιάζουν με σταγόνα στον ωκεανό παρά με δραστική παρέμβαση που θα τόνωνε την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας.

Την ώρα που η ελληνική βιομηχανία πληρώνει ακόμα και τέσσερις φορές πάνω από τις ανταγωνίστριες χώρες (Βουλγαρία,Τουρκία) το ενεργειακό κόστος κι ο πόλεμος στον Κόλπο απειλεί να εξελιχτεί σε μείζονα ενεργειακή κρίση με εφιαλτικά σενάρια ακόμα και για καύσιμα με δελτίο κι ενώ πετρέλαιο (γυροφέρνει γύρω από τα 110 δολάρια το βαρέλι) και αέριο (από 30 ευρώ τη μεγαβατώρα πριν τον πόλεμο στα 60 ευρώ σήμερα), η κυβέρνηση ρίχνει στα μάχη ένα «μίζερο» πακέτο, χωρίς να παραγνωρίζονται τα θετικά του σημεία.

Οι παρεμβάσεις αφορούν λίγους και ανακοινώθηκαν αργά, χωρίς να δίνουν σημαντικές ανάσες στη βιομηχανία για την οποία η λύτρωση δεν ήρθε ούτε τη Μεγάλη Εβδομάδα, με τα Πάθη να συνεχίζονται…

Σε ένα ακραία αντίξοο και σκληρό διεθνές περιβάλλον στο οποίο χωρίς προσιτό κόστος ενέργειας δεν μπορείς να σταθείς επάξια και να είσαι ανταγωνιστικός, η εγχώρια βιομηχανία καλείται να παλέψει με ελάχιστα πυρομαχικά στη διάθεσή της.

Το πακέτο ξεδιπλώνεται σε τρεις άξονες. Ο πρώτος άξονας (βραχυπρόθεσμης απόδοσης) αφορά καθαρά στη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, μέσω αύξησης της αντιστάθμισης CO2. Ανέρχεται σε 100 εκατ. ευρώ ετησίως για τα επόμενα πέντε χρόνια. Ο δεύτερος άξονας (μακροπρόθεσμης απόδοσης) έχει να κάνει με κίνητρα ενίσχυσης των βιομηχανιών για την ενεργειακή αναβάθμιση του εξοπλισμού και των κτιριακών τους υποδομών. Πρόκειται για πρόγραμμα 200 εκατ. ευρώ (πρώτος κύκλος) και χρηματοδοτείται από το Ταμείο Εκσυγχρονισμού.

«Θετικό πρώτο βήμα αλλά δεν επαρκούν τα μέτρα»

«Τα μέτρα αυτά, αν και είναι ένα πρώτο θετικό βήμα, δεν επαρκούν για να καλύψουν τις πραγματικές ανάγκες της βιομηχανίας. Παραμένουν βραχυπρόθεσμα και δεν αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα, που είναι το διαρθρωτικά υψηλό ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα, σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες», επισημαίνει, μεταξύ άλλων, σε ανακοίνωσή του ο ΣΒΕ (Σύνδεσμος Βιομηχανιών), με έδρα τη Θεσσαλονίκη.

Οι 70 ωφελούμενοι και οι 2.000… απόκληροι

efimerida-viomixania-metapoiisi-apothiki-ergostasio.jpg?v=0

Αν εστιάσουμε στον πρώτο άξονα, για 40 με 50 μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες (από 57 σήμερα) θα εφαρμοστεί νέος συντελεστής για αντιστάθμιση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Ο νέος συντελεστής από το 2026 έως το 2030 θα είναι στο 0,82 αντί για 0,58 τόνους ανά μεγαβατώρα. Με απλά λόγια, στη βιομηχανία θα επιστρέφεται πίσω μεγαλύτερο ποσό από ότι λάμβανε μέχρι τώρα για όσα πληρώνει για αγορά δικαιωμάτων CO2, γεγονός που θα βοηθήσει μεν όχι όμως δραστικά για να λειανθεί το ενεργειακό κόστος. Το κόστος του μέτρου είναι περίπου 75 εκατ. ευρώ κάθε χρόνο, σύμφωνα με το ΥΠΕΝ.

Κύκλοι της βιομηχανίας με γνώση του θέματος υποστηρίζουν πως αν γίνει η σύγκριση με όσα λάβει η βιομηχανία το 2025 για τις αντισταθμίσεις, το παραπάνω ποσό που εξασφάλισε το υπουργείο Ενέργειας ετησίως από το 2026 μέχρι το 2030 είναι 38 εκ. ευρώ και όχι 75, όπως ισχυρίζεται το ΥΠΕΝ, κάτι βέβαια που θα φανεί στην πράξη.

Το κόστος ρύπων είναι η χρηματική τιμή που πληρώνουν βιομηχανίες και παραγωγοί ενέργειας για να εκπέμπουν διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Βασίζεται στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών (EU ETS), όπου αγοράζονται άδειες για τους ρύπους με εφαρμογή της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει».

Το μέτρο της αντιστάθμισης όμως, σύμφωνα με την ΕΒΙΚΕΝ (Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών) αφήνει εκτός 2.000 ενεργοβόρες επιχειρήσεις της χώρας οι οποίες καλούνται να ανταπεξέλθουν και στη νέα κρίση χωρίς ουσιαστική βοήθεια.

Η ΕΒΙΚΕΝ προτείνει ως εναλλακτική λύση την υιοθέτηση του μέτρου της επιδότησης του 50% της ενέργειας που καταναλώνει κάθε επιχείρηση με το 50% του κόστους του ρεύματος, που σημαίνει ότι η επιδότηση θα μπορούσε να φθάσει στα 25 ευρώ/MWh για τις μικρότερες επιχειρήσεις που δεν λαμβάνουν επιδότηση λόγω αντιστάθμισης.

Πηγές του επιχειρείν εκφράζουν την απορία τους γιατί το μέτρο που επιτρέπεται από την Κομισιόν στο πλαίσιο του Clean Industrial Deal δεν εφαρμόζεται από την κυβέρνηση.

«Επιδότηση στις τιμές αγοράς»

«Διαπιστώνουμε ότι τα μέτρα περιορίζονται κυρίως στην ενίσχυση ενός υφιστάμενου μέτρου, εκείνου της αντιστάθμισης CO2, που εφαρμόζεται από το 2013.και δεν αφορά το σύνολο των ενεργοβόρων βιομηχανιών. Αυτή η ενίσχυση θα δοθεί υπό την προυπόθεση ότι τα επόμενα έτη θα διατεθούν τα ανάλογα ποσά από τα έσοδα από την πώληση των δωρεάν δικαιωμάτων CO2 > 25% , λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2023 διατέθηκε μόλις 16.2% και το 2025 μέχρι στιγμής το 20%. Προφανώς η μείωση χρεώσεων των ΥΚΩ (Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας) δεν επαρκεί  για να αντισταθμίσει την αύξηση του κόστους ενέργειας εκείνες οι βιομηχανίες που δεν επιδοτούνται από το μέτρο της αντιστάθμισης, που αποτελούν και την πλειοψηφία. Ζητάμε από την κυβέρνηση να ενώσει τη φωνή της με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες στην προσπάθεια τους να βελτιώσουν το μέτρο που έχει εξαγγελθεί από την Κομισιόν και αφορά επιδότηση πάνω στις τιμές της αγοράς (CISAF), ώστε να εφαρμοστεί παράλληλα με το μέτρο της αντιστάθμισης CO2 (κατάργηση συμψηφισμού)», σημειώνει ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνης Κοντολέων.

Εξοικονομείς ενέργεια, επιχορηγείσαι

Το πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης, ο δεύτερος άξονας του πακέτου, θα έχει τη μορφή επιχορήγησης για επενδυτικά σχέδια που θα υπάγονται στο πλαίσιο των στρατηγικών επενδύσεων του υπουργείου Ανάπτυξης.

Κάθε επενδυτɩκό σχέδɩο αλλά καɩ κάθε χρηματοδοτούμενη παρέμβαση εντός αυτού πρέπεɩ να επɩτυγχάνεɩ κατ’ ελάχɩστον 10% εξοɩκονόμηση ενέργεɩας σε σχέση με την αρχɩκή κατάσταση. Τα ενɩσχυμένα τμήματα της βɩομηχανίας ενδεɩκτɩκά στους τομείς σɩδηροκραμάτων, αλουμɩνίου, χαλκού, σɩδήρου, μεταλλɩκών κατασκευών, υποτομείς πλαστɩκού, τσɩμέντου, χαρτɩού, ξυλείας καθώς καɩ στην χημɩκή βɩομηχανία, συμπερɩλαμβανομένης της φαρμακοβɩομηχανίας.

Οɩ ενɩσχυόμενες δαπάνες μπορούν να λάβουν κρατɩκή ενίσχυση είτε μέσω του Γενɩκού Απαλλακτɩκού Κανονɩσμού (ΓΑΚ), είτε μέσω του νέου πλαɩσίου CISAF γɩα τη βɩομηχανία.

Ενδεικτικές δαπάνες που μπορούν να ενισχυθούν είναι:

  • Εξηλεκτρɩσμός θερμɩκών δɩεργασɩών
  • Εξηλεκτρɩσμός βɩομηχανɩκώνοχημάτων
  • Αναβάθμɩσηπαλαɩούεξοπλɩσμού Ενδεɩκτɩκές Βɩομηχανɩκές Δαπάνες
  • Θερμɩκή αναβάθμɩσηβɩομηχανɩκώνκτɩρίων
  • Συστήματα αποθήκευσης ενέργεɩας (BESS) γɩα σταθεροποίηση φορτίων καɩ αύξηση της δɩείσδυσης ανανεώσɩμων πηγών ενέργεɩας
  • Αναβάθμɩση βɩομηχανɩκής ψύξης καɩ free cooling

Πιο καθαρή εικόνα για το πακέτο των 200 εκατ. ευρώ θα υπάρχει ως τον Ιούνιο με τις ελπίδες μικρών και μεσαίων ενεργοβόρων βιομηχανιών να στρέφουν στη συγκεκριμένη δράση τις όποιες... ελπίδες για ελάφρυνση του ενεργειακού κόστους.

Ψαλίδι στις ΥΚΩ

Περνώντας στον τρίτο άξονα του πακέτου, από την 1η Ιουλίου επίσης μειώνονται κατά 50% οι χρεώσεις για τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) που πληρώνουν 23.000 βιομηχανίες, οι οποίες ηλεκτροδοτούνται από τη μέση και υψηλή τάση. Το κόστος των μέτρων είναι στα 26 εκατ. ευρώ.

Σήμερα, οι σχετικές χρεώσεις διαμορφώνονται ενδεικτικά στα 4,14 ευρώ/MWh για υψηλή τάση, στα 6,91 ευρώ/MWh για μέση τάση και έως 18,24 ευρώ/MWh για χαμηλότερες καταναλώσεις, και θα περιοριστούν στο μισό, στα 2,07, 3,45 και 9,12 ευρώ/MWh αντίστοιχα.

Loader
ESPA