Θα διαβάσατε την είδηση για τον πατέρα που αποκοιμήθηκε βλέποντας παιδικά με την εννιάχρονη κόρη του και η εν διαστάσει σύζυγός του τον κατηγόρησε για ενδοοικογενειακή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας. Ο άνθρωπος αθωώθηκε από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πατρών αλλά πρέπει να ανάψει μία λαμπάδα ίσα με το μπόι του / της δικαστή. Με τα ίδια ανύπαρκτα στοιχεία, άλλοι θα τον καταδίκαζαν.
Ο δικηγόρος του διαμαρτύρεται ότι κακώς παραπέμφθηκε σε δίκη αφού από το προανακριτικό υλικό δεν προέκυπταν ενδείξεις ενοχής, δεν γινόταν αναφορά σε κακοποίηση, ανάρμοστη συμπεριφορά, άσεμνες χειρονομίες, ύποπτες εκφράσεις ή άλλο στοιχείο που θα μπορούσε να συνδεθεί με προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας του παιδιού. Αλλά έτσι συμβαίνει. Το «άσκησε εσύ τη δίωξη και άστους να πάνε παρακάτω» που η εισαγγελέας Ράικου κατήγγειλε ότι τής είπε ο Παπαγγελόπουλος για την υπόθεση Νοβάρτις, είναι κανόνας για τα πλημμελήματα.
Ούτε μία έγκληση ή μήνυση στις εκατό δεν μπαίνει στο αρχείο -και αυτή μόνο εάν είναι νόμω αβάσιμη. Δηλαδή, ακόμη και αν τα καταγγελλόμενα περιστατικά αληθεύουν, δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα. Στα κακουργήματα τα πράγματα ήταν μέχρι χθες καλύτερα, γιατί υπήρχε το φίλτρο του δικαστικού συμβουλίου.
Αλλά και αυτό έπεσε θύμα μίας «μεταρρύθμισης» που ενδιαφέρεται για τους χρόνους, όχι για την ποιότητα απονομής δικαιοσύνης. Και δεκάρα δεν δίνει για το τι σημαίνει η παραπομπή σε δίκη για έναν κανονικό άνθρωπο που ξαφνικά μπλέκει σε τέτοια περιπέτεια. Συντρίβεται ψυχικά! Τιμωρείται επί χρόνια, ακόμη και αν στο τέλος αθωωθεί.
Γιατί, κακά τα ψέματα! Μπορεί όλοι να λένε ότι έχουν εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη αλλά δεν έχουν. Άνθρωποι δικάζουν και οι κρίσεις τους είναι ανθρώπινες. Ειδικά στην ποινική δίκη που εκ φύσεως είναι πιο ευάλωτη στον χαρακτήρα του δικαστή και στην αντίληψή του για τον κόσμο. Ακόμη και στις πολιτικές του απόψεις.
Ο σεβασμός στη Δικαιοσύνη αποτελεί σύμβαση της Δημοκρατίας. Γι’ αυτό, έχουμε κατά νου ένα ιδεατό πρότυπο δικαστή που ίσταται υπεράνω προκαταλήψεων, φόβων και παθών. Αλλά κατά βάθος γνωρίζουμε ότι δεν είναι έτσι. Δεν έχουν όλοι την αντοχή να αγνοήσουν τον απόηχο μίας αθωωτικής ή επιεικούς κρίσεως σε ζητήματα για τα οποία πιέζει το περιβόητο «περί δικαίου αίσθημα». Και το οποίο έχουν αναλάβει να εκφράσουν θορυβωδώς τηλεοράσεις, ιστοσελίδες και social media.
Αν, μάλιστα, υπάρχει στη μέση και δικηγόρος - τηλεμαϊντανός μπορεί να φέρει τις κάμερες έξω από το δικαστήριο, για ένα «ζωντανό» με πρωινάδικο. Δεν αποκλείεται να θορυβηθεί και ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου και ο δικαστής να βρει τον μπελά του, όπως τον βρήκε η ανακρίτρια εκείνη που ορθώς, ορθότατα δεν είχε επιβάλει προσωρινή κράτηση στον Λύτρα. Ούτε μπορούν όλοι οι δικαστές να ξεκινήσουν από την αφετηρία ότι όσο πιθανό είναι να διέπραξες αυτό που σε κατηγορούν, άλλο τόσο πιθανό είναι η καταγγελία να γίνεται για εκβιασμό ή για εκκαθάριση λογαριασμών.
Η θεμελιώδης αρχή του ποινικού δικαίου «εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου», αυτό που ο Μανωλεδάκης έλεγε «καλύτερα εκατό ένοχοι εκτός φυλακής παρά ένας αθώος μέσα», έχει καταργηθεί. Η «αυστηροποίηση» των τελευταίων χρόνων δεν περιορίστηκε στους νόμους. Διαπότισε την δικαστική κρίση και εξελίχθηκε σε ποινικό λαϊκισμό. Ειδικά δε σε ενδοοικογενειακή βία, τα δικαστήρια συχνότατα δικάζουν σαν να δικάζουν ασφαλιστικά μέτρα. Με πιθανολόγηση! Μπορεί να είσαι αθώος, μπορεί να είσαι ένοχος, άρα μάλλον είσαι ένοχος.
Σε τέτοιες δίκες, το να παρίστασαι ως δικηγόρος για υποστήριξη της κατηγορίας είναι σα να κλέβεις από εκκλησία. Και αν δεν τα πεις εσύ σωστά, θα τα «καταλάβει» σωστά ο δικαστής. Ανεξαρτήτως φύλου γιατί η άποψη ότι αφού σε κατηγορούν, κάτι θα έχεις κάνει, έγινε τόσο διαδεδομένη στο δικαστικό σώμα, όσο ακριβώς είναι και στην κοινωνία.
Αλλά εάν η Δικαιοσύνη λειτουργεί σαν ηχώ της κοινωνίας, αναιρεί το λόγο ύπαρξής της. Και αυτό είναι πρόβλημα.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 21.06.2026