Θεσσαλονίκη: «Η διαφορετικότητα στη σεξουαλικότητα είναι στοιχείο της ανθρώπινης φύσης»

Η Ελληνοαμερικανίδα ερευνήτρια Lisa Diamond παρουσίασε τα ευρήματα τριών δεκαετιών έρευνας για τη ρευστότητα της σεξουαλικότητας

Μια διαφορετική ματιά για την ρευστότητα της σεξουαλικότητας αμφισβητώντας στερεότυπα για τον σεξουαλικό προσανατολισμό, το φύλο και τις ανθρώπινες σχέσεις, παρουσίασε στη Θεσσαλονίκη η διεθνώς αναγνωρισμένη ψυχολόγος και ερευνήτρια Lisa Diamond, στην κεντρική ομιλία της δεύτερης ημέρας του διεθνές συνεδρίου με θέμα «Φύλο & Σεξουαλικότητα σήμερα: Η Ψυχοθεραπεία Gestalt σε διεπιστημονικό διάλογο». Με αφετηρία έρευνες που ξεκίνησαν πριν από περισσότερα από 30 χρόνια, η ίδια ανέδειξε την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας, υποστηρίζοντας ότι η σεξουαλικότητα δεν είναι ένα σταθερό και αμετάβλητο χαρακτηριστικό, αλλά ένα φαινόμενο που συχνά εξελίσσεται μέσα στον χρόνο.


Η καθηγήτρια του University of Utah και πρώην πρόεδρος της International Academy of Sex Research, η οποία έχει ελληνικές ρίζες, τόνισε μάλιστα ότι η σχέση της με την Ελλάδα αποτελεί σημαντικό κομμάτι της προσωπικής της ταυτότητας. Η ομιλία της, που επικεντρώθηκε στη ρευστότητα της σεξουαλικότητας και στις κοινωνικές αντιλήψεις γύρω από αυτήν, απέσπασε έντονο ενδιαφέρον και καταχειροκροτήθηκε από το κοινό.


Η παγίδα της απλής ερώτησης «γεννιέσαι gay;»


Ένα από τα βασικά σημεία της παρέμβασής της ήταν η κριτική σε απλουστευτικές αντιλήψεις που έχουν διαμορφώσει επί δεκαετίες τη δημόσια συζήτηση για τη σεξουαλικότητα. Όπως εξήγησε, η συχνή ερώτηση «γεννιέσαι gay ή γίνεσαι;» δεν μπορεί να αποτυπώσει την πραγματική πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας. Αντίθετα, πολλές φορές δημιουργεί σύγχυση ή ακόμη και χάσμα μεταξύ θεραπευτών και θεραπευόμενων, καθώς στηρίζεται σε μια δυαδική αντίληψη που δεν ανταποκρίνεται πάντα στην πραγματικότητα.


Σύμφωνα με την ίδια, η επιστημονική γνώση γύρω από το φύλο και τη σεξουαλικότητα έχει εξελιχθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, ωστόσο το σύστημα υγείας και η κοινωνία εξακολουθούν συχνά να λειτουργούν με παλαιότερα στερεότυπα.


Οι μεροληψίες των πρώτων επιστημονικών μελετών


Η ερευνήτρια επεσήμανε ότι μέχρι και τη δεκαετία του 1990 η επιστημονική έρευνα για τη σεξουαλικότητα βασιζόταν σε εξαιρετικά περιορισμένα δείγματα πληθυσμού. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, πολλές από τις μελέτες που διαμόρφωσαν την επιστημονική γνώση επικεντρώνονταν σχεδόν αποκλειστικά σε λευκούς, ετεροφυλόφιλους άνδρες της μεσαίας τάξης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η κατάσταση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια στρεβλή εικόνα για τη σεξουαλικότητα, η οποία δεν αντικατόπτριζε τη μεγάλη ποικιλία εμπειριών και ταυτοτήτων που συναντά κανείς στην πραγματική ζωή.


Η έρευνα που έδωσε φωνή στις γυναίκες


Με αφετηρία αυτή τη διαπίστωση, η Lisa Diamond αποφάσισε να στραφεί σε μια ομάδα που μέχρι τότε απουσίαζε σχεδόν πλήρως από τις μελέτες: τις γυναίκες και σε αυτές που αυτοπροσδιορίζονται ως bisexual. Το 1995 ξεκίνησε μια μακροχρόνια έρευνα στην οποία συμμετείχαν 89 γυναίκες ηλικίας 12 έως 23 ετών. Μέσα από προσωπικές συνεντεύξεις και επαναλαμβανόμενη επικοινωνία ανά δύο ή τρία χρόνια, η ομάδα της παρακολούθησε την εξέλιξη των εμπειριών, των σχέσεων και της σεξουαλικής ταυτότητας των συμμετεχουσών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίαζαν γυναίκες που ένιωθαν έλξη προς το ίδιο φύλο, ανεξάρτητα από το αν είχαν υιοθετήσει κάποια συγκεκριμένη ταυτότητα ή αν είχαν ήδη σχετικές εμπειρίες.


Τα αποτελέσματα της έρευνας ανέδειξαν μια πραγματικότητα πολύ πιο δυναμική από ό,τι θεωρούνταν στο παρελθόν.

Κατά τη διάρκεια των ετών, περισσότερες από τις μισές γυναίκες άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο αυτοπροσδιορίζονταν ως προς τη σεξουαλικότητά τους. Συνολικά, το 71% των συμμετεχουσών παρουσίασε κάποια μεταβολή στην ταυτότητά του, ενώ ακόμη και είκοσι χρόνια μετά την έναρξη της μελέτης περίπου το ένα τρίτο συνέχιζε να επαναπροσδιορίζει τον εαυτό του.


Η ίδια υπογράμμισε ότι πολλές από τις γυναίκες που συμμετείχαν στην έρευνα πίστευαν αρχικά πως αυτές οι αλλαγές ήταν κάτι ασυνήθιστο ή ακόμη και προβληματικό. Ωστόσο, όπως τους εξηγούσε, η εμπειρία τους ήταν πολύ πιο συνηθισμένη απ’ όσο φαντάζονταν.


Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας αφορά τη διαφορά που συχνά υπάρχει ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο αυτοπροσδιορίζεται και στις εμπειρίες του. Ορισμένες γυναίκες δήλωναν ετεροφυλόφιλες, παρότι είχαν νιώσει έλξη προς γυναίκες, ενώ άλλες απέφευγαν να υιοθετήσουν κάποια συγκεκριμένη ταυτότητα, θεωρώντας ότι η σεξουαλικότητά τους είναι πιο περίπλοκη από μια απλή κατηγορία. Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια του «queer» χρησιμοποιείται συχνά ως ένας ευρύτερος όρος που περιγράφει ένα φάσμα εμπειριών και ταυτοτήτων που δεν περιορίζονται σε αυστηρές κατηγορίες.


Όταν η έλξη αφορά το πρόσωπο και όχι το φύλο


Η έρευνα της Lisa Diamond ανέδειξε επίσης ότι η ανθρώπινη έλξη δεν βασίζεται πάντα στο φύλο ενός ατόμου.

Σε πολλές περιπτώσεις, οι άνθρωποι περιγράφουν ότι ελκύονται από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο λόγω της συναισθηματικής, διανοητικής ή προσωπικής σύνδεσης που αναπτύσσεται μεταξύ τους.


«Μπορεί να υπάρχει μια ιδιαίτερη χημεία ή ενέργεια που οδηγεί σε μια σχέση, ανεξάρτητα από το φύλο του άλλου», σημείωσε.

Έρωτας, σεξ και συναισθηματική προσκόλληση Η ερευνήτρια συνέδεσε το φαινόμενο αυτό με το σύστημα συναισθηματικής προσκόλλησης που αναπτύσσεται ήδη από τη βρεφική ηλικία. Τα βρέφη, όπως εξήγησε, δεν επιλέγουν τους φροντιστές τους με βάση το φύλο τους, αλλά με βάση το πόσο ευαίσθητοι και ανταποκρινόμενοι είναι στις ανάγκες τους. Το ίδιο σύστημα συναισθηματικής σύνδεσης επηρεάζει και τις ερωτικές σχέσεις των ενηλίκων.


Έτσι, δεν είναι σπάνιο οι άνθρωποι να ερωτεύονται άτομα με τα οποία δεν ένιωθαν αρχικά σεξουαλική έλξη ή να αναπτύσσουν έντονες συναισθηματικές σχέσεις που αργότερα αποκτούν και ερωτική διάσταση.


Η ίδια υπογράμμισε ότι ακόμη και η έννοια του βιολογικού φύλου είναι πολύ πιο σύνθετη απ’ όσο συχνά παρουσιάζεται. Παρότι για πολλά χρόνια κυριαρχούσε η αντίληψη της αυστηρής δυαδικότητας άνδρα και γυναίκας, η σύγχρονη επιστημονική γνώση αναδεικνύει μεγαλύτερη ποικιλία βιολογικών και κοινωνικών εκφράσεων του φύλου.


Ο ρόλος της τεχνολογίας και του διαδικτύου


Σημαντικό ρόλο στις αλλαγές της τελευταίας περιόδου έχει παίξει, σύμφωνα με την ίδια, και το διαδίκτυο. Η δυνατότητα που έχουν πλέον οι άνθρωποι να αναζητούν πληροφορίες, να διαβάζουν εμπειρίες άλλων και να συζητούν ανοιχτά ζητήματα ταυτότητας και σεξουαλικότητας έχει αλλάξει ριζικά το τοπίο της δημόσιας συζήτησης. Είναι χαρακτηριστικό, όπως ανέφερε, ότι από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 έως το 2020 οι διαδικτυακές αναζητήσεις για το τι σημαίνει να είναι κάποιος gay αυξήθηκαν κατά περίπου 1900%. 


Η διαφορετικότητα ως χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης


Στην ομιλία της η Lisa Diamond αναφέρθηκε επίσης στην ασεξουαλικότητα, επισημαίνοντας ότι στο παρελθόν συχνά αντιμετωπιζόταν ως παθολογική κατάσταση. Σήμερα, ωστόσο, θεωρείται μια φυσιολογική παραλλαγή της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, εφόσον δεν προκαλεί δυσφορία στο άτομο. Ορισμένοι άνθρωποι, όπως εξήγησε, έχουν χαμηλή ή καθόλου σεξουαλική επιθυμία και αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να έχουν στενές, ουσιαστικές ή ικανοποιητικές σχέσεις.


Κλείνοντας την ομιλία της, η ερευνήτρια υπογράμμισε ότι η ποικιλομορφία αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης. «Αν κάτι χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση είναι η διαφορετικότητα στη σεξουαλικότητα», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η κατανόηση αυτής της πολυπλοκότητας είναι απαραίτητη για μια κοινωνία που επιδιώκει να σέβεται και να συμπεριλαμβάνει όλους τους ανθρώπους.

Loader
ESPA