Προχθές, Παρασκευή, ένα αστικό λεωφορείο από αυτά τα οποία ανήκουν στο στόλο των ΚΤΕΛ, έπιασε φωτιά. Βρισκόταν στην περιοχή της Κηφισιάς και ευτυχώς ήταν χωρίς επιβάτες καθώς δεν εκτελούσε προγραμματισμένο δρομολόγιο. Ωστόσο, το περιστατικό θα μπορούσε να συμβεί και λίγη ώρα νωρίτερα όταν στο όχημα υπήρχαν επιβάτες.
Όπως συνέβη, άλλωστε, στις περισσότερες από τις προηγούμενες φορές που είχαμε ανάλογα συμβάντα. Και δεν είναι λίγες πλέον. Στη συντριπτική τους πλειονότητα, δε, αφορούν λεωφορεία τα οποία έχουν δρομολογήσει τα τέσσερα ΚΤΕΛ (σ.σ. Θεσσαλονίκης, Χαλκιδικής, Σερρών, Κιλκίς) τα οποία έχουν αναλάβει την αστική συγκοινωνία στις σαράντα και πλέον λεωφορειακές γραμμές εκτός Θεσσαλονίκης.
Το στατιστικό αυτό στοιχείο δεν είναι τυχαίο. Όσοι χρησιμοποιούμε την αστική συγκοινωνία για να μετακινηθούμε προς το πολεοδομικό συγκρότημα και αντιστρόφως, ξέρουμε πολύ καλά ποια είναι η αιτία. Πολλά από τα λεωφορεία τα οποία χρησιμοποιούν τα ΚΤΕΛ, κυρίως αυτά τα οποία έχουν αναλάβει την αστική συγκοινωνία στην ανατολική Θεσσαλονίκη, είναι πλέον σε κακή κατάσταση. Το ότι αυτά τα οχήματα μεταφέρουν κόσμο είναι απαράδεκτο, και σκανδαλώδες συνάμα. Και εδώ υπεισέρχεται η ευθύνη των αρμοδίων, δηλαδή του υπουργείου Μεταφορών και του Οργανισμού Συγκοινωνιακού Έργου Θεσσαλονίκης που επιτρέπουν να κυκλοφορούν στους δρόμους αστικά λεωφορεία σε αυτό το χάλι.
Δεν αναφέρομαι στο συγκεκριμένο όχημα το οποίο, από ότι είδα, δεν ήταν και από τα χειρότερα που κυκλοφορούν. Ούτε γνωρίζω την ακριβή αιτία που προκάλεσε τη φωτιά. Όπως δεν γνωρίζουμε τις αιτίες ούτε για τα προηγούμενα ανάλογα περιστατικά επειδή ποτέ δεν δημοσιοποιούνται. Ελπίζω και εύχομαι να τις γνωρίζουν τουλάχιστον οι αρμόδιοι. Όμως αυτό δεν αρκεί. Εκείνο που ενδιαφέρει περισσότερο είναι εάν λαμβάνονται όλα εκείνα τα μέτρα ώστε να αποφεύγονται τέτοιου είδους επικίνδυνα περιστατικά στα οποία από τύχη και από την έγκαιρη και ψύχραιμη αντίδραση των οδηγών και της Πυροσβεστικής, δεν θρηνήσαμε θύματα.
Τον προσεχή Μάιο συμπληρώνονται δέκα χρόνια από όταν ανατέθηκε για πρώτη φορά έργο αστικής συγκοινωνίας στα ΚΤΕΛ. Τότε, και για τα επόμενα χρόνια, τα λεωφορεία των ΚΤΕΛ ήταν πολύ καλύτερα από τα γερασμένα τα οποία διέθετε ο ΟΑΣΘ. Προϊόντος του χρόνου, όμως, οι όροι αντιστράφηκαν. Σήμερα ο στόλος του ΟΑΣΘ, με την αγορά των 110 καινούργιων ηλεκτρικών λεωφορείων και την αντικατάσταση των παλαιότερων μέσω λήζινγκ, είναι σε πολύ καλή κατάσταση. Αντιθέτως, αυτά των ΚΤΕΛ, τα οποία ήταν ήδη μεταχειρισμένα, σήμερα είναι ακατάλληλα τα περισσότερα για να κάνουν αστική συγκοινωνία.
Οι διαδοχικές συμβάσεις -ουσιαστικά απευθείας ανάθεσης- εδώ και μια δεκαετία, προβλέπουν κάποιους όρους για την καταλληλότητα των λεωφορείων (ηλικία, τεχνολογία κινητήρα, τακτική συντήρηση κ.λπ.). Τηρούνται άραγε αυτοί οι όροι; Τους ελέγχει κανείς; Εάν οι απαντήσεις στα δύο αυτά ερωτήματα είναι καταφατικές τότε οι όροι είναι ακατάλληλοι και θα πρέπει να αλλάξουν. Πολύ φοβάμαι, όμως, ότι το πρόβλημα δεν είναι οι προϋποθέσεις που περιγράφονται στις συμβάσεις, αλλά η καταστρατήγησή τους.
Βεβαίως, η κύρια αιτία για όλη αυτή την κατάσταση είναι το γεγονός ότι εδώ και δέκα χρόνια δεν κατάφερε η Πολιτεία (ή μήπως δεν θέλησε;) να ολοκληρώσει τον διεθνή διαγωνισμό για την ανάθεση του έργου της αστικής συγκοινωνίας το οποίο λυμαίνονται τα ΚΤΕΛ με απευθείας αναθέσεις πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ. Οι ευθύνες για αυτή την αργοπορία (εσκεμμένη ή μη) βαρύνουν το υπουργείο και τον ΟΣΕΘ. Είναι καιρός να μπει ένα τέλος σε αυτόν το διαγωνισμό ο οποίος έχει καταντήσει ανέκδοτο και με σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις για το δημόσιο ταμείο. Έως τότε, όμως, οφείλουν οι αρμόδιοι να διασφαλίσουν ότι οι μετακινήσεις με τα αστικά λεωφορεία θα γίνονται με ασφάλεια. Γιατί η καλή μας τύχη, ίσως μας γυρίσει την πλάτη την επόμενη φορά.