Συνηθίζεται κεντρικό θέμα στη δημόσια σφαίρα να γίνονται οι δηλώσεις κάποιου προσώπου. Τελευταίο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η δήλωση της Μαρίας Καρυστιανού για τις αμβλώσεις.
Το μοτίβο γνωστό: Δίνεται χώρος και χρόνος σε ζητήματα που δεν είναι προς συζήτηση και στη συνέχεια η ημερήσια διάταξη καθορίζεται από αυτά με αποτέλεσμα διαρκώς να υποβαθμίζεται η αξία δημόσιου διαλόγου και κυρίως η πολιτική του διάσταση.
Μάλιστα, η προσπάθεια που εστιάζει στο να ειπωθούν όλα με κάποια επαναλαμβανόμενα, πιασάρικα δημοσιογραφικά κλισέ έχει σκοτώσει τον δημόσιο διάλογο (και) στην Ελλάδα.
Αυτή η τάση που εκφράζεται από πολιτικούς, δημοσιογράφους και παντός είδους δημοσιολογούντες συνδυάζεται σχεδόν πάντα και με μία διάθεση ολοκληρωτικής αποδοχής από την απέναντι πλευρά, είτε είναι μέρος της συζήτησης είτε απλός αναγνώστης, της θέσης που εκφράζεται.
Έτσι καταντάμε να συζητάμε για όλα, σημαντικά ή ασήμαντα -σπανίως γίνεται ούτως ή άλλως με νηφαλιότητα διαχωρισμός- με οπαδικούς, μανιχαϊστικούς όρους.
Σε μία εποχή που όλα τα μεγάλα θέματα στη χώρα είναι ανοιχτά, σε μία διεθνή συγκυρία εξαιρετικά ρευστή και απρόβλεπτη, η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα είναι σε μεγάλο βαθμό εκτός θέματος. Κάτι που μπορεί να παρατηρήσει κανείς από τις πρωινές εκπομπές μέχρι τα δελτία ειδήσεων, από στήλες εφημερίδων και ιστοσελίδων μέχρι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου κυριαρχεί ο αστερισμός της προσέλκυσης «πελατών» στη βιομηχανία της προσοχής.
Είναι ευνόητο πως είναι εύκολο για όλες και όλους να λάβουν μέρος σε αυτό, να υπηρετήσουν το συγκεκριμένο μοντέλο. Δεν απαιτείται καμία προετοιμασία παρά μόνο η εκφορά άποψης, η επιλογή «στρατοπέδου» και πλώρη για το επόμενο θέμα που μπορεί να εξυπηρετήσει αυτού του είδους την ατζέντα.
Λείπει η εκπαίδευση, η πολιτική εκπαίδευση ήδη από πολύ μικρή ηλικία που θα μπορούσε να καλλιεργήσει διαφορετικές συνήθειες στις νεότερες γενιές μέσα σε ένα πλαίσιο στροβιλισμού προς την αντίθετη κατεύθυνση. Από τη σχολική διαδρομή μέχρι τα χρόνια της εφηβείας είναι κρίσιμο να υπάρχουν πλατφόρμες που επιτρέπουν τη ενεργή συμμετοχή στην πολιτική πέρα από τα κόμματα και τις παρατάξεις.
Ως ένα βαθμό, στη Γερμανία αυτό επιτυγχάνεται μέσω των πολιτικών ιδρυμάτων, που χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό και η σχέση τους με τα συγγενή κόμματα ρυθμίζεται αυστηρά.
Επίσης, ο ρόλος των ΜΜΕ είναι σαφώς κρίσιμος. Η υποστήριξη ανεξάρτητων Μέσων μέσω συνδρομών και η αναγνώριση της αξίας -αλλά και του κόστους- της ενημέρωσης ως προϋπόθεσης για την πολιτική συμμετοχή έχει αργήσει να αναπτυχθεί επαρκώς.
Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει χώρος για συμμετοχή στην πολιτική καθώς συντηρείται ένας αθέμιτος ανταγωνισμός ως προς τις καμπάνιες των υποψηφίων λόγω των ελλειμματικών δικλείδων διαφάνειας της χρηματοδότησης. Έτσι, η πολιτική καθίσταται ένα σπορ για έχοντες τους απαραίτητους πόρους και προσβάσεις.
Ευρύτερα, η πολιτική καθίσταται μία καθόλου ελκυστική προοπτική για νέα πρόσωπα, την ίδια στιγμή που η αποχή ακόμη και από τις εκλογές είναι μία τάση που συνεχώς ενισχύεται όπως αποτυπώνεται ευκρινώς και σε πρόσφατη δημοσκόπηση της Kapa Research για λογαριασμό του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ.
Από τους παράγοντες που οδηγούν σε μειωμένη πρόσβαση στο πολιτικό σύστημα οι πιο σημαντικοί είναι η έλλειψη διαφάνειας και η αδυναμία συσχέτισης.
Αξιοσημείωτο στοιχείο εδώ είναι ότι δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάλογα με την οικονομική κατάσταση και την ιδεολογική τοποθέτηση των ερωτηθέντων πολιτών -κάτι που σημαίνει πως η μειωμένη πρόσβαση στο πολιτικό σύστημα αφορά οριζόντια τους πάντες.
Ο πυρήνας της δημοκρατίας σε βαθιά κρίση.