Μία διαφορά 30 στρ., το «άκυρο» της Σίνδου και ο εμφύλιος για το δημοψήφισμα

Η συζήτηση για την κατασκευή ενός νέου εκθεσιακού κέντρου διαρκεί περίπου τριάντα χρόνια

Η συζήτηση για την κατασκευή ενός νέου εκθεσιακού κέντρου διαρκεί περίπου τριάντα χρόνια. Ήταν το μακρινό 1998 όταν, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, ο τότε υπουργός Πολιτισμού, Ευάγγελος Βενιζέλος, έριξε την ιδέα της διεκδίκησης της παγκόσμιας έκθεσης ΕΧΡΟ του 2008 εκ μέρους της Θεσσαλονίκης, με το σκεπτικό να διαφυλαχθούν οι αναπτυξιακές ισορροπίες της χώρας, μετά την ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 από την Αθήνα. Η πρόταση υιοθετήθηκε από την κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη και αργότερα και από αυτήν του Κώστα Καραμανλή.

Η περιπέτεια της Σίνδου

Το master plan της ΕΧΡΟ προέβλεπε τη μετεγκατάσταση της ΔΕΘ εκτός πόλης, καθώς οι υπάρχουσες εγκαταστάσεις δεν επαρκούσαν για μία τόσο απαιτητική διοργάνωση. Προτάθηκαν περίπου δέκα περιοχές και τελικώς επιλέχθηκε η περιοχή πλησίον του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης στη Σίνδο, καθώς το οικόπεδο ήταν ελεύθερο και παρουσίαζε περισσότερα πλεονεκτήματα από τις υπόλοιπες υποψήφιες τοποθεσίες. Η μελέτη σκοπιμότητας που είχε εκπονηθεί προέβλεπε την κατασκευή νέων σύγχρονων εγκαταστάσεων, σε έκταση 800 στρεμμάτων, από τις οποίες, μετά το πέρας της διοργάνωσης, το μεγαλύτερο κομμάτι θα κληροδοτούνταν στη ΔΕΘ και ένα μικρότερο στο ΤΕΙ.

Η Θεσσαλονίκη έχασε τελικά την ΕΧΡΟ και η ιδέα της μετεγκατάστασης της ΔΕΘ στη Σίνδο προσωρινά εγκαταλείφθηκε. Έτσι ξεκίνησε η συζήτηση για την ανάπλαση του υπάρχοντος εκθεσιακού χώρου και παρουσιάστηκαν μάλιστα, και δύο προτάσεις, από τον γνωστό αρχιτέκτονα Καλατράβα και από το γραφείο Δοξιάδη. Όμως ούτε αυτές προχώρησαν καθώς συνάντησαν την αντίδραση του τότε δημάρχου Βασίλη Παπαγεωργόπουλου. Το 2008, λίγο καιρό πριν να αποχωρήσει από την πρωθυπουργία ο Κώστας Καραμανλής επανέφερε τον προ δεκαετίας σχεδιασμό για μετεγκατάσταση της ΔΕΘ στη Σίνδο και μετατροπή του υπάρχοντος εκθεσιακού κέντρου σε μητροπολιτικό πάρκο. Χωρίς φυσικά να υπάρχει καμία μελέτη, κανένα χρονοδιάγραμμα και καμία χρηματοδότηση. Έναν χρόνο μετά το εγχείρημα εγκαταλείφθηκε για δεύτερη φορά, λόγω της χρεοκοπίας.

Το φαραωνικό σχέδιο

Την περίοδο 2012-2013, υπό το βάρος της χρεοκοπίας, ξεκίνησε εκ νέου η συζήτηση για την ανάπλαση του υπάρχοντος εκθεσιακού κέντρου. Οι μελέτες οι οποίες άρχισαν να εκπονούνται τότε, ωρίμασαν και ολοκληρώθηκαν, σε πρώτη φάση, μέσω του διεθνούς αρχιτεκτονικού διαγωνισμού ο οποίος κατέληξε στην πρόταση για κατασκευή τεσσάρων εκθεσιακών περιπτέρων και ενός συνεδριακού, καθώς και ενός ξενοδοχείου, αλλά και εμπορικού και επιχειρηματικού κέντρου, μαζί και υπόγειων πάρκινγκ περίπου 2.500 θέσεων. Ο χώρος ο οποίος θα απέμενε για πάρκο ήταν μόλις 60 στρέμματα. Η υλοποίηση αυτής της πρότασης θα γινόταν μέσω ΣΔΙΤ και απαιτούσε προϋπολογισμό περίπου 300 εκατ. ευρώ.

Με αυτήν την πρόταση είχε συνταχθεί σχεδόν το σύνολο των φορέων της Θεσσαλονίκης, ο Δήμος, η Περιφέρεια, τα επιμελητήρια, οι Σύνδεσμοι Βιομηχάνων και Εξαγωγέων, αλλά και τα περισσότερα από τα κόμματα (ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ).

Όταν το συγκεκριμένο σχέδιο παρουσιάστηκε επισήμως, άρχισαν να εκδηλώνονται κάποιες σποραδικές αντιδράσεις οι οποίες προϊόντος του χρόνου απέκτησαν σημαντική δυναμική, αναγκάζοντας φορείς και κόμματα να το ξανασκεφτούν. Έτσι, από την άνοιξη του 2025 άρχισε να καταγράφεται σταδιακή, μερική ή ολική μεταστροφή όσων είχαν ταχθεί αρχικά υπέρ του φαραωνικού σχεδίου. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε και η προσπάθεια συλλογής υπογραφών για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, με στόχο την επαναφορά του σχεδιασμού για μετεγκατάσταση της ΔΕΘ στη Σίνδο και τη μετατροπή του σημερινού εκθεσιακού χώρου σε μητροπολιτικό πάρκο.

Η μεταστροφή

Οι κοινωνικές αντιδράσεις, σε συνδυασμό και με την απροθυμία του κατασκευαστικού κλάδου να διεκδικήσει το συγκεκριμένο project, κρίνοντας προφανώς ότι δεν άξιζε τον κόπο, εξανάγκασαν την κυβέρνηση σε αναδίπλωση. Έτσι, πέρσι τον Αύγουστο ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, ανακοίνωσε ότι ο αρχικός σχεδιασμός εγκαταλείπεται, φεύγει το real estate (ξενοδοχείο και εμπορικό-επιχειρηματικό κέντρο) και μειώνονται οι εκθεσιακές και συνεδριακές εγκαταστάσεις. Μία μέρα νωρίτερα ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Στέλιος Αγγελούδης, είχε δηλώσει πως ο Δήμος διαφωνεί με το real estate καθώς και με την κατασκευή των συνολικά πέντε περιπτέρων (τεσσάρων εκθεσιακών και ενός συνεδριακού).

Έως τότε το εγχείρημα του δημοψηφίσματος είχε συγκεντρώσει περί τις 16.000 υπογραφές στη βάση του αιτήματος «η ΔΕΘ να μετεγκατασταθεί στη Σίνδο και ο χώρος που καταλαμβάνει στο κέντρο να γίνει μητροπολιτικό πάρκο».

Μετά την αναδίπλωση της κυβέρνησης, που διπλασίαζε το χώρο πρασίνου από τα 60 στα 120 στρ. η Οργανωτική Επιτροπή Δημοψηφίσματος (ΟΕΔ) διαφοροποίησε και αυτή τη στάση της. Εγκατέλειψε τη μαξιμαλιστική θέση της για πλήρη αποχώρηση της ΔΕΘ από το κέντρο διατυπώνοντας μία νέα πρόταση, η οποία συμπυκνώθηκε στο ακόλουθο ερώτημα: «Συμφωνείτε το εκθεσιακό κέντρο της ΔΕΘ να μετατραπεί με αποκλειστικά δημόσια χρηματοδότηση σε Μητροπολιτικό Πάρκο υψηλού πρασίνου, πολιτισμού και άθλησης, χωρίς νέες κατασκευές, και ταυτόχρονα (α) να διατηρηθούν μόνο τα περίπτερα με θεσμικά αποδεδειγμένη ιστορική αξία και μνήμη, ώστε να αποκατασταθούν και να φιλοξενούν ήπιες εκθεσιακές και πολιτιστικές δραστηριότητες και (β) οι μεγάλες εκθέσεις να μεταφερθούν σε νέες εγκαταστάσεις σε δημόσια έκταση στη Σίνδο;».

Εκτός η Σίνδος

Και οι δύο προτάσεις έχουν σημαντικές ασάφειες. Αυτή του δημοψηφίσματος αναφέρεται σε διατήρηση των περιπτέρων «με θεσμικά αποδεδειγμένη ιστορική αξία και μνήμη». Ποια είναι, όμως, αυτά τα περίπτερα, ποιος φορέας τα αξιολόγησε ως «διατηρητέα», πως είναι τοποθετημένα στο χώρο, πόση επιφάνεια διαθέτουν και πόση έκταση καταλαμβάνουν; Η δεύτερη ασάφεια αφορά τον όρο «ήπιες» εκθέσεις. Ποιες θεωρούνται ως τέτοιες και ποιες θα πάνε στη Σίνδο; Κάποια μέλη της ΟΕΔ μιλούν για τη μεταφορά στη Σίνδο μόνο της Agrotica και της Zootechnia που προκαλούν τη μεγαλύτερη όχληση στην πόλη. Αρκούν όμως αυτές ώστε το νέο εκθεσιακό κέντρο να είναι βιώσιμο; Και τι ακριβώς θα φιλοξενεί όλο τον υπόλοιπο χρόνο;

Πέρα από τις ασάφειες, η πρόταση για τη Σίνδο ενδέχεται να εγείρει και ζητήματα νομιμότητας, εάν θελήσει κάποιος να προσφύγει νομικά, καθώς τα τοπικά δημοψηφίσματα αποφασίζουν αποκλειστικά και μόνο για θέματα του Δήμου τους. Υπό αυτή την έννοια, ενδεχομένως να μην δικαιούνται να αποφασίσουν για το που θα πάει η ΔΕΘ. Πέρα απ’ αυτό, την περασμένη Δευτέρα ο πρύτανης του Διεθνούς Πανεπιστημίου, Σταμάτης Αγγελόπουλος, με γραπτή δήλωσή του τάχθηκε υπέρ της παραμονής της ΔΕΘ στο κέντρο και της ανάπλασης των εγκαταστάσεων, ξεκαθαρίζοντας συγχρόνως ότι ο χώρος του ΔΙΠΑΕ προορίζεται να αξιοποιηθεί από το πανεπιστήμιο για τις δικές του ανάγκες καθώς και για την κατασκευή φοιτητικών εστιών.

Σημαντικές ασάφειες είχε και η πρόταση του Υπερταμείου το οποίο μόλις την περασμένη Τετάρτη αποσαφήνισε τι ακριβώς θα περιλαμβάνει η ανάπλαση. Με βάση την τελευταία ανακοίνωση τα τέσσερα εκθεσιακά περίπτερα μειώνονται σε δύο, συν το συνεδριακό κέντρο «Ι. Βελλίδης» το οποίο θα ανακαινιστεί. Στον χώρο θα απομείνουν επίσης το Παλαί ντε Σπορ, το κτίριο του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης και ο πύργος του ΟΤΕ. Παράλληλα, οι θέσεις στα υπόγεια πάρκινγκ περιορίζονται σε 660. Έπειτα από αυτές τις διορθώσεις ο χώρος για πάρκο ανέρχεται σε 120 στρ.

Διαφορά 30 στρ.

Οι δύο προτάσεις, του Υπερταμείου και της ΟΕΔ, από παντελώς αντίθετες, όπως εμφανίζονταν πριν από έναν χρόνο, παρουσιάζουν πλέον αρκετές ομοιότητες. Και οι δύο προβλέπουν εκθεσιακές εγκαταστάσεις στο κέντρο οι οποίες θα κατασκευαστούν με κρατική χρηματοδότηση. Η διαφορά είναι ότι το μεν Υπερταμείο μιλά για νέα περίπτερα, ενώ η ΟΕΔ ζητά να ανακαινιστούν κάποια από τα υπάρχοντα κτίρια τα οποία, κατά την ίδια, θεωρείται ότι διαθέτουν «θεσμικά αποδεδειγμένη ιστορική αξία και μνήμη». Επίσης, η πρόταση του Υπερταμείου προβλέπει όλες οι εκθέσεις να γίνονται στο νέο εκθεσιακό κέντρο, ενώ αυτή της ΟΕΔ προβλέπει ότι στο κέντρο θα γίνονται μόνο οι «ήπιες» εκθέσεις και οι μεγάλες, όπως η Agrotica και η Zootechnia θα διοργανώνονται στο νέο εκθεσιακό κέντρο στη Σίνδο.

Με βάση αυτές τις προτάσεις, ο χώρος που απομένει για πάρκο είναι από 120 στρ. (πρόταση του Υπερταμείου), έως 150 στρ. (πρόταση ΟΕΔ).

Στον αέρα το δημοψήφισμα

Την περασμένη Δευτέρα η Οργανωτική Επιτροπή Δημοψηφίσματος επισκέφθηκε τον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου, Σπύρο Βούγια και του παρέδωσε έναν κατάλογο με 23.214 ονόματα, τα οποία ανταποκρίθηκαν στο αίτημα για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τη ΔΕΘ. Ο αριθμός αυτός καλύπτει τον όρο που θέτει ο νόμος, σύμφωνα με τον οποίο για να γίνει ένα δημοψήφισμα θα πρέπει να το ζητήσει τουλάχιστον το 10% των εγγεγραμμένων στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου. Την ίδια μέρα, μιλώντας στο δημοτικό συμβούλιο ο δήμαρχος, Στέλιος Αγγελούδης, χαιρέτισε την κινητοποίηση χιλιάδων πολιτών, υπογραμμίζοντας συγχρόνως ότι «η δημοτική αρχή σέβεται τις δημοκρατικές ευαισθησίες και δεσμεύεται να τηρήσει απαρέγκλιτα τη διαδικασία, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 134 του νόμου 4555/2018».

Δύο μέρες μετά, την περασμένη Τετάρτη, ο Δήμος Θεσσαλονίκης, μέσω της Διεύθυνσης Μητρώου Πολιτών, διεμήνυσε με επιστολή προς την ΟΕΔ ότι έχοντας στα χέρια του μόνα τα ονόματα, χωρίς να συνοδεύονται από υπογραφές δεν μπορεί να προχωρήσει «σε περαιτέρω επεξεργασία και επαλήθευση των στοιχείων». Συγκεκριμένα, στο έγγραφο της προς την ΟΕΔ η εν λόγω Διεύθυνση επικαλείται το άρθρο 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας σύμφωνα με το οποίο οι αιτήσεις πρέπει να περιέχουν τα στοιχεία του αιτούντος και να φέρουν υπογραφή, φυσική ή ψηφιακή. Η αρμόδια Διεύθυνση σημειώνει πως «η κατάσταση που επισυνάπτεται στο αίτημα της Οργανωτικής Επιτροπής δεν φέρει τις απαιτούμενες υπογραφές και άρα «δεν πληροί τον τύπο του άρθρου 3 ΚΔΔ, δεν ισοδυναμεί με αίτηση, ούτε με δήλωση βούλησης».

Την ίδια μέρα υπήρξε αντίδραση από τρεις νομικούς εκπροσώπους της ΟΕΔ (Ιφιγένεια Καμτσίδου, Ακρίτας Καϊδατζής, Χαράλαμπος Κουρουνδής), οι οποίοι αντέτειναν νομικά επιχειρήματα αμφισβητώντας την προσέγγιση του Δήμου. Συγκεκριμένα ανέφεραν ότι «η προχειρότητα του Δήμου και η βιασύνη του να απορρίψει το αίτημα για τη διενέργεια τοπικού δημοψηφίσματος τον οδηγεί σε σοβαρά σφάλματα». Εξήγησαν περαιτέρω πως «το άρθρο 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας -που προβλέπει ότι ‘Αίτηση του ενδιαφερομένου, για την έκδοση διοικητικής πράξης, απαιτείται όταν το προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις’- εφαρμόζεται όταν ο πολίτης αιτείται την έκδοση διοικητικής πράξης. Η αίτηση που αναφέρει το άρθρο 134 ν. 4555/2018 δεν αφορά, όμως, στην έκδοση διοικητικής πράξης αλλά στην έκδοση προκήρυξης για τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Η προκήρυξη δημοψηφίσματος δεν αποτελεί διοικητική πράξη, όπως έχει αποφανθεί πρόσφατα η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΟλΣτΕ 2787/2015). Συνεπώς, το άρθρο 3 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας δεν εφαρμόζεται σε αυτήν την περίπτωση».

Πάντως, σε ανακοίνωση που εξέδωσε ο ΟΕΔ στις 26 Σεπτεμβρίου 2025, για το επίμαχο θέμα των υπογραφών αναφέρεται πως «Με δεδομένο ότι ο νόμος δεν προβλέπει κάτι ειδικότερο, θα πρέπει να γίνει δεκτό πως η αίτηση εκ μέρους των εγγεγραμμένων εκλογέων μπορεί να έχει υπογραφεί είτε ψηφιακά είτε με φυσική υπογραφή».

Προκειμένου να βρεθεί λύση σε αυτή τη νομική διελκυστίνδα ο δήμος καταφεύγει στη Νομική Υπηρεσία του Κράτους ζητώντας να αποσαφηνίσει εκείνη εάν ο κατάλογος με τα ονοματεπώνυμα των 23.214 πολιτών αρκεί για την προκήρυξη του δημοψηφίσματος ή εάν απαιτείται και η προσκόμιση των υπογραφών.

Υπό τα μέχρι στιγμής αυτά δεδομένα, το περίφημο δημοψήφισμα βρίσκεται προς το παρόν, στον αέρα.

aggeloudis-4xSXv.jpg

*Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 8/3/2026

Loader
ESPA