Shirley Valentine: Ένα ταξίδι που αλλάζει τη ζωή!
Συνεχίζονται οι παραστάσεις κάθε Σάββατο και Κυριακή στο Θέατρο Σοφούλη
Για το γνωστό έργο του Σάκη Σερέφα μιλά ο ηθοποιός Μιχάλης Στεφανίδης που ενσαρκώνει χαρακτήρες του
Πολύ πριν το Facebook και τα social media. Πολύ πριν την εμφάνιση του διαδικτύου… Τότε που τα νέα δεν ταξίδευαν τόσο γρήγορα και οι ειδήσεις μαθαίνονταν από τις εφημερίδες. Το έτος 1960 μια γυναικοκτονία που συνέβη σε γνωστό ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης, το οποίο λειτουργεί ακόμη και σήμερα με άλλο όνομα, συντάραξε τους ανθρώπους της πόλης και έφερε στο προσκήνιο διάφορα ζητήματα και ερωτήματα.
Το πραγματικό αυτό συμβάν έπεσε στην αντίληψη του γνωστού ποιητή, πεζογράφου και θεατρικού συγγραφέα Σάκη Σερέφα μέσα από τις εφημερίδες της εποχής προκαλώντας το ενδιαφέρον του. Στην αρχή έγινε νουβέλα, μετά θεατρικό έργο και κατόπιν ταινία. Η ηρωίδα μπορεί να άλλαζε ονόματα σε κάθε εκδοχή (από Κική σε Λούλα), ο τίτλος μπορεί να διέφερε («Θα γίνω ντιζέζ»- νουβέλα, «Λιωμένο Βούτυρο» -θεατρικό, «Ρουλεμάν» - ταινία), ωστόσο η ουσία παρέμενε πάντα η ίδια: ποια μπορεί να είναι τα κίνητρα μιας τέτοιας δολοφονίας;
Τώρα, το έργο που παρουσιάστηκε σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαλάκου για πρώτη φορά στην Ανοιχτή Θεατρική Σκηνή της Πόλης και μετά περιόδευσε στην Κύπρο, ανεβαίνει στο Metropolitan: The Urban Theater.
Παρόλο που το κείμενο πραγματεύεται ένα πολύ σοβαρό θέμα όπως αυτό της γυναικοκτονίας, κατορθώνει μέσα από το διάχυτο υφέρπον χιούμορ του να διατηρεί μια θαυμαστή ισορροπία. «Η φύση της θεματικής του έργου είναι τόσο τραγική που αποτελεί ένα πολύ μεγάλο ρίσκο να αναδείξεις τα χιουμοριστικά στοιχεία. Η θεματική σαφώς παραμένει σε μια πολύ σοβαρή ατμόσφαιρα, αλλά αυτό που το κάνει αστείο κάποιες στιγμές είναι ο τρόπος που περιγράφονται τα γεγονότα από τον εκάστοτε χαρακτήρα. Ο κοινωνικός περίγυρος αυτού του ζευγαριού είναι χαρακτήρες με έντονη προσωπικότητα, με πολύ εξωστρεφή στοιχεία, με τα δικά του χαρακτηριστικά ο καθένας. Όλο αυτό προξενεί μια μορφή γέλιου και χιούμορ», τονίζει ο ηθοποιός της παράστασης Μιχάλης Στεφανίδης.
Ο ίδιος μαζί με την Ελίνα Αντωνίου υποδύονται όλους τους ρόλους. «Παίζουμε εναλλάξ τους χαρακτήρες. Ο συγγραφέας ήθελε από την αρχή να θίξει το θέμα της παρουσίασης του κοινωνικού περιγύρου. Σημειώνει από την αρχή ότι θα μιλήσει για ένα έγκλημα. Άρα δεν έχουμε να εξιχνιάσουμε κάποιο φόνο. Μας ενδιαφέρει να αναδείξουμε την άποψη του κοινωνικού περίγυρου. Πώς αντιλαμβάνεται όλο αυτό που συνέβη; Τι ευθύνη έχει ο καθένας που έζησε το συγκεκριμένο ζευγάρι σε διαφορετική κατάσταση; Θα μπορούσε άραγε όλο αυτό που συνέβη να το σταματήσει; Θα μπορούσε να αποφευχθεί αυτός ο φόνος;», συμπληρώνει ο ηθοποιός.
Έτσι, σταδιακά καταλήγουμε στην τελική σκηνή όπου ο θύτης θα εκφράσει τη δική του άποψη πάνω στο θέμα. «Έχει την ευκαιρία να πει τη δική του πραγματικότητα. Θα χρησιμοποιήσει έναν τρόπο ώστε να μας βάλει στη θέση του και να τον λυπηθούμε ή ακόμη και να τον δικαιολογήσουμε. Πέραν όλου αυτού όμως ο θύτης έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με το θύμα, το οποίο δεν έχει την ευκαιρία να πει τη δική του άποψη. Τη μαθαίνουμε από τον κοινωνικό περίγυρο που εκφράζει τα λόγια του θύματος όπως εκείνος τα αντιλαμβάνεται, όχι όπως τα είπε εκείνη».
Στην προσέγγιση του συγκεκριμένου σχήματος υπάρχουν σύγχρονες αναφορές που αφορούν τις γυναικοκτονίες των δύο περασμένων ετών, όπως η υπόθεση της Καρολάιν, η φράση που ακούσαμε ότι «τα περιπολικά δεν είναι ταξί». «Εμείς προσπαθούμε μέσα από όλο αυτό να προβάλουμε στους θεατές το ερώτημα: εσύ αν ήσουν στη θέση του κοινωνικού περίγυρου τι θα έκανες;».
Για τον Μιχάλη Στεφανίδη, που υπογράφει και τη μουσική επιμέλεια, η μουσική και τα φώτα είναι συμπρωταγωνιστές. «Δεν είναι μόνο μια ατμόσφαιρα ούτε ένα χαλί που ντύνει την παράσταση. «Υπάρχει κοινός κώδικας μεταξύ των δύο φωνών που είμαστε εμείς δηλαδή, αλλά και του πιάνου σε όλη τη διάρκεια του έργου. Αυτά τα δύο λειτουργούν ως συντελεστές. Η φωτιστική αισθητική εναλλάσσεται ακαριαία και σύντομα και πιάνει τον θεατή εξ’ απήνης. Χρειάζεται ο απόλυτος συγχρονισμός, δεν μπορείς να κάνεις μια τεχνική πρόβα μόνο, πρέπει να τα μάθεις και να σε μάθουν».
Η υπόθεση του έργου: Κυνηγώντας το όνειρό της να γίνει «ντιζέζ» (λαϊκή τραγουδίστρια), η Λούλα εγκαταλείπει τον σύζυγό της, Τάσο, φεύγει από το μικρό χωριό που ζουν και έρχεται στη Θεσσαλονίκη. Ο Τάσος την καταδιώκει, τη βρίσκει στο ξενοδοχείο που μένει, την πείθει να περάσουν το βράδυ μαζί και τη σκοτώνει, τυφλωμένος από το πάθος του.
Παραστάσεις: έως 8 Φεβρουαρίου
Συνεχίζονται οι παραστάσεις κάθε Σάββατο και Κυριακή στο Θέατρο Σοφούλη
Στην έκθεση «Τα 4 στοιχεία - I quattro elementi» η Ιταλίδα φωτογράφος Αμέλια Τσεπολάρο φέρνει τα τέσσερα στοιχεία της φύσης στο τραπέζι
Ο ηθοποιός μιλάει στη «ΜτΚ» για τις σχέσεις και την ελληνική νοοτροπία στις οικογένειες