Λένα Κιτσοπούλου: Στην εποχή μας θεωρείται αρρώστια το να μην είσαι καλά

Στο «Cry» ένα απλό κούνημα του τραπεζιού μπορεί να γίνει αφορμή για φόνο - Η Λένα Κιτσοπούλου μιλάει στο emakedonia.gr με αφορμή την πρεμιέρα της παράστασής της στη Θεσσαλονίκη

Μια κραυγή απέναντι στην ευγένεια, ένα δάκρυ για την ματαιότητα της ύπαρξης, μια επίθεση στον καθωσπρεπισμό. Στο «Cry» η Λένα Κιτσοπούλου, με τον γνωστό ευθύ, αστείο και συχνά άβολο, τρόπο της, αυτή τη φορά «τα βάζει» με τους καλούς τρόπους, τα ψεύτικα χαμόγελα και την συλλογική ψευδαίσθηση που μας θέλει όλους μονίμως χαρούμενους. Υπερασπίζεται το δικαίωμα στις «μαύρες μέρες» και εστιάζει στην εμμονή μας να είμαστε ευγενικοί. Αναφέρεται σε όλα αυτά που μας ενοχλούν αλλά τα καταπιέζουμε για να μη γίνουμε αντιπαθητικοί.

Το έργο δημιουργήθηκε και ανέβηκε στη Γενεύη το 2022, παρουσιάστηκε σε Αθήνα και Κύπρο και τώρα έρχεται για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη, για έξι παραστάσεις. Το «Cry» κάνει πρεμιέρα απόψε, Δευτέρα 12 Ιανουαρίου στις 21:00 στο θέατρο Αμαλία.

 «Ξεσπάμε για το τίποτα»

Όπως περιγράφει η κ. Κιτσοπούλου στο emakedonia.gr, η παράσταση ξεκινάει με τρεις ανθρώπους που ανεβαίνουν στη σκηνή για να κάνουν μια παρουσίαση.

Είναι υπερβολικά ευγενικοί: «συγγνώμη που κάθισα εδώ», «μήπως σε ενοχλώ;», «όχι, όχι, καθόλου». Όλα είναι καλά, όλοι είναι προσεκτικοί, σχεδόν εμμονικά. Σιγά σιγά, όμως, αρχίζει να διαφαίνεται ότι αυτή η ευγένεια δεν είναι φυσιολογική. Οι άνθρωποι αυτοί αρχίζουν να ενοχλούνται από μικροπράγματα και μέσα από ασήμαντες αφορμές, φτάνουν σε μια κυριολεκτική σφαγή πάνω στη σκηνή. Όχι επειδή συμβαίνει κάτι σοβαρό, αλλά ακριβώς επειδή μέσα τους έχουν συσσωρευτεί τα πάντα. Ένα απλό κούνημα του τραπεζιού μπορεί να γίνει αφορμή για φόνο. «Οτιδήποτε μας βγάζει από το comfort zone, ή έστω το διαταράσσει ελάχιστα, μπορεί να πυροδοτήσει έκρηξη» λέει χαρακτηριστικά. «Είναι κάτι που μου έχει συμβεί και προσωπικά και μας συμβαίνει σε όλους, άλλους περισσότερο, άλλους λιγότερο. Ξεσπάμε για το τίποτα. Αυτό συμβαίνει γιατί ζούμε σε μια κοινωνία που έχει πρότυπο την “τοξική θετικότητα¨, σα να οφείλουμε να είμαστε πάντα καλά. Δηλαδή μας αποκλείει τα αρνητικά συναισθήματα. Καταπιέζει το δικαίωμα στην απαισιοδοξία και την εκτόνωση. Πρέπει να έχω ωραίο σώμα, να γυμνάζομαι, να προσέχω τον εαυτό μου, να γελάω, να είναι όλα καλά.».

Για την ίδια, αυτή η νοοτροπία προέρχεται κυρίως από την οικογένεια. «Οι άνθρωποι δεν μεγαλώνουν ελεύθεροι με το να αποδέχονται τον εαυτό τους, να έχουν τη δική τους άποψη. Συνήθως έχουν δυο μάτια που τους κοιτάνε και στα οποία λογοδοτούν. Οπότε είναι και πράγματα ενοχικά που έρχονται από οικογένειες. Εκεί μέσα μαθαίνουμε την ειλικρίνεια πρώτα απέναντι στον εαυτό μας και μετά στους άλλους.» προσθέτει. 

«Παντού και πάντα ο άνθρωπος από κάπου καταπιέζεται»

Πάντως δεν θεωρεί ότι όλα αυτά είναι κάτι καινούργιο για την ανθρωπότητα. «Είμαι της άποψης ότι γενικά ο άνθρωπος είναι πάντα ο ίδιος. Δεν πιστεύω πολύ αυτά που λένε για τις εποχές γιατί νομίζω ότι σε κάθε εποχή ο άνθρωπος έχει τα ίδια συστατικά. Οι εξωτερικοί παράμετροι αλλάζουν. Γι' αυτό και η αρχαία τραγωδία είναι σπουδαία, γιατί αναγνωρίζουμε τον σημερινό άνθρωπο εκεί μέσα. Οπότε ναι, νομίζω δεν είναι ακριβώς θέμα εποχής αν και παίζει κάποιο ρόλο σίγουρα. Για παράδειγμα, εμείς που ζούμε στην Ελλάδα, είμαστε σε ένα κράτος που είναι ενάντια στον άνθρωπο. Παίζει ρόλο να είσαι σε μια χώρα που ίσως σε σέβεται περισσότερο. Και μόνο που κάνεις δύο ώρες να πας στη δουλειά, είναι αρκετό για να έχεις νεύρα.»

 Η παράσταση άλλωστε ξεκίνησε από την Ελβετία, μια χώρα με τελείως διαφορετικές συνθήκες από την Ελλάδα, όπου όμως, σύμφωνα με την κ. Κιτσοπούλου, η ανταπόκριση του κοινού δεν διέφερε. «Τελικά, ακόμα και μια χώρα “καλοβαλμένη”, σίγουρα από κάπου αλλού μπάζει. Παντού υπάρχουν θετικά και αρνητικά, δεν είναι απαραίτητα καλύτερα εκεί. Ξεκίνησα από εκεί, η χώρα εκείνη με ενέπνευσε να μιλήσω για αυτή την ευγένεια. Την είδαν άνθρωποι ξένοι και το έργο γινόταν κατανοητό με τον ίδιο τρόπο. Δεν έχει ακριβώς ελληνική ταυτότητα. Πάει παντού γιατί είναι υπαρξιακό. Υπάρχει και εκεί κακοποίηση αλλά με άλλους τρόπους. Παντού και πάντα ο άνθρωπος από κάπου καταπιέζεται».

«Ο θάνατος της ευπρέπειας»

Η Λένα Κιτσοπούλου δηλώνει υπέρ του «θανάτου της ευπρέπειας» και υπερασπίζεται την «μαύρη, σκοτεινή και ευτελή πλευρά μας». «Φυσικά δεν εννοώ να πάμε να σκοτώνουμε, να ενοχλούμε ή να καταπατούμε την ελευθερία του άλλου, αλλά να έχουμε δικαίωμα να μην είμαστε πάντα καλά. Γιατί αυτό πια στην εποχή μας θεωρείται αρρώστια ή πρόβλημα. Μπορείς και να μην είσαι καλά επειδή είσαι άνθρωπος και επειδή θα πεθάνεις. Μόνο γι' αυτό μπορείς να μην χαίρεσαι.»

Άλλωστε, όπως λέει η ίδια, πάντα ό,τι γράφει περιέχει την ματαιότητα, γιατί η ύπαρξη η ίδια είναι μάταιη και δώρο μαζί. «Δεν μπορώ να μην το δω αυτό και να λέω τι ωραία η ζωή και αυτά τα κλισέ, δηλαδή να χαιρόμαστε με τα μικρά πράγματα, την καθημερινότητα κλπ. Έρχεται και μια στιγμή που ο άνθρωπος δεν θέλει το... άντερό του. Και έχει δίκιο». 

Η ίδια πάντως δηλώνει ότι έχει χαρεί πολύ τη ζωή. «Είμαι ένας άνθρωπος που γελάει. Γράφω πάντα με χιούμορ και αντιμετωπίζω αυτά τα πράγματα όχι με βαρύτητα αλλά με γέλιο για να τα ξορκίζω κιόλας. Εννοείται ότι είμαι ένας άνθρωπος που χαίρομαι και νομίζω ότι και τα κείμενά μου έχουν χαρά για το κοινό. Έτσι εισπράττω όλα αυτά τα χρόνια, ο κόσμος γελάει και ευχαριστιέται.»

Τονίζει δε, πως παρά όλους του τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς το «Cry» δεν είναι ένα φιλοσοφικό έργο. «Όπως σε όλα τα έργα μου, ο τρόπος του είναι απλός, κατανοητός και άμεσος. Απευθυνόμαστε στο κοινό, είμαστε κανονικοί, μιλάμε με λόγια καθημερινά, δεν είναι ένα βαρύ υπαρξιακό έργο, αν και νομίζω ότι μέσα του είναι βαθύ» εξηγεί. 

«Μου αρέσει να βλέπω και τη σκληρή πλευρά της ζωής»

Όσο για την «επίθεση» που προαναφέρθηκε, αυτή είναι ένα χαρακτηριστικό των παραστάσεων της. «Μου αρέσει να βγάζω τον κόσμο από το comfort zone τόσο στο θέατρο όσο και στη ζωή. Η αλήθεια του ότι δεν είναι μονόπλευρα τα πράγματα - αφού υπάρχει και η άλλη πλευρά, γιατί να μην την πούμε; Μου αρέσει αυτό να το κάνω και στη ζωή μου, να τη μετατοπίζω, να δω και το άσχημο. Μου αρέσει να βλέπω τη σκληρή πλευρά της ζωής γιατί αυτή είναι η αλήθεια και η αλήθεια ξεβολεύει» λέει χαρακτηριστικά. Παραδέχεται πως το έργο καταλήγει ουσιαστικά μια «μάχη» της προσωπικής αλήθειας απέναντι στο συλλογικό ψέμα.

 «Είδα, έζησα, δεν έμεινα με το απωθημένο»

Η Λένα Κιτσοπούλου γράφει, παίζει, σκηνοθετεί, τραγουδάει, ζωγραφίζει αλλά δεν θεωρεί ότι κάνει και «καμιά τρομερή επανάσταση» στη ζωή της. «Με έναν τρόπο ,προσωρινά, έστω μέρα τη μέρα όμως, όλο αυτό ίσως νικάει και τον φόβο του θανάτου, ο οποίος εντάξει δεν νομίζω ότι ξεπερνιέται κι εύκολα. Όλοι έχουμε τις στιγμές που αυτό μας βαραίνει, δεν είναι απλό να το αντιμετωπίσεις. Αν όμως τη ζωή την αντιμετωπίζεις με αλήθεια καθημερινά, σίγουρα κερδίζεις με την έννοια ότι και να πεθάνεις σήμερα λες τουλάχιστον είδα, έζησα, δεν έμεινα με το απωθημένο. Το μόνο που μπορείς να κάνεις νομίζω για να νικήσεις αυτό το πράγμα είναι να γεύεσαι κάθε μέρα τα πάντα όσο μπορείς περισσότερο».

Αν πέθαινε αύριο θα έλεγε ότι «κάπως έχει καταφέρει να γευτεί τη ζωή, έχει ζήσει». «Πολλές φορές νιώθω ότι έχω ζήσει 100 ζωές - και λόγω δουλειάς αλλά κυρίως λόγω ιδιοσυγκρασίας. Δεν είμαι ήρωας αλλά δεν άφησα και τίποτα ανεκμετάλλευτο. Πήγα προς τα εκεί που ήθελα με το όποιο κόστος οπότε ναι, μπορώ να πω ότι νιώθω μια σχετική πληρότητα» καταλήγει.

Ιnfo

«Cry» της Λένας Κιτσοπούλου

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00 στο Θέατρο Αμαλία

Μέχρι 27 Ιανουαρίου 

Εισιτήρια: more.com 

Loader