Σε… «Χάλκινα κατώφλια» μας οδηγεί αυτή τη φορά ο γνωστός συγγραφέας Ισίδωρος Ζουργός. Στις σελίδες του νέου του τόμου (εκδόσεις μεταίχμιο) ο δημιουργός επιχειρεί μια αφηγηματική ακροβασία σε ένα «παράσπιτο», ένα «αυθαίρετο κτίσμα στην έπαυλη του ομηρικού κόσμου. Η συζήτηση μαζί του μάς δίνει μια πρόγευση του καινούριου αυτού έργου του.
Στο βιβλίο εγκαταλείπετε τον καταγεγραμμένο ιστορικό χρόνο και στρέφεστε στον μύθο. Τι ήταν αυτό που σας ώθησε σε αυτή τη μετατόπιση;
Υπάρχει όντως αυτή η στροφή η οποία συνοδεύεται όμως και από κάποια ψήγματα Ιστορίας κυρίως σε εκείνες τις σελίδες που αναφέρονται στους τόπους της Βίβλου. Θέλοντας να μιλήσουμε για την ώθηση που γέννησε το βιβλίο, ας ξεκινήσουμε με ένα παλαιότερό μου, τα «Ανεμώλια», που εκδίδονται το 2011, ένα μυθιστόρημα που αν και διαδραματίζεται στα χρόνια που ξεκινά η οικονομική και κοινωνική κρίση, έχει υπόβαθρο και διακριτικό σκηνικό τον ομηρικό κόσμο. Οι σύγχρονοι χαρακτήρες εκείνου του βιβλίου έχουν κάτι κοινό με τους ομηρικούς ήρωες ενώ σε όλο το μυθιστόρημα διακρίνονται συμβολισμοί, συνάψεις και αλληγορίες με τα έπη. Ήταν διακριτή λοιπόν από τότε η έλξη που ένιωθα γι’ αυτόν τον μυθολογικό κύκλο. Η ώθηση ήταν τελικά αυτή η διαρκής ενασχόληση με τον κόσμο του Ομήρου και μια αίσθηση ανεκπλήρωτης συνομιλίας μαζί τους.
Αυτή τη φορά εισερχόμαστε άμεσα στον κόσμο των επών επινοώντας όμως και άλλους χαρακτήρες δίπλα στους ομηρικούς ήρωες, στρέφοντας ταυτόχρονα τον αφηγηματικό φακό και στους δευτεραγωνιστές, στους αφανείς άνδρες και γυναίκες ενός αιματηρού πολέμου. Η διαστολή και επανανοηματοδότηση του ομηρικού κόσμου είναι λοιπόν και πάλι προϊόν σαγήνης και αναγνωστικού έρωτα, δεν είναι αναίρεση, είναι μια καινούρια ματιά από τα κάτω που συντηρεί τη συνέχεια ενός παγκόσμιου θαυμασμού τόσων αιώνων .
Ο τρόπος που εργάστηκα δεν είναι ριζικά διαφορετικός. Εκεί που σε άλλες περιπτώσεις στοιβάζονταν στο γραφείο μου ιστορικά κυρίως βιβλία, τώρα υπήρχαν μελέτες των επών και της εξέλιξης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού αλλά και βιβλικές μελέτες, καθώς η ανάπτυξη του μυθιστορήματος το απαιτούσε.
Στο έργο σας η αφήγηση μετατοπίζεται από τους ήρωες του κλέους στους ανθρώπους του περιθωρίου. Τι σας ενδιαφέρει σε αυτές τις «αθέατες μορφές»;
Στρέφομαι πράγματι συχνά στους αφανείς και τους δίνω φωνή και ρόλο. Το είδαμε στις υπηρέτριες και στους φαροφύλακες στο «Παλιές και νέες χώρες», στους αντιγραφείς των χειρογράφων του Βυζάντιου στο «Περί της εαυτού ψυχής», στον τρελό του χωριού στις «Ρετσίνες του βασιλιά» κ.ά. Μια πρώτη απάντηση είναι να υπενθυμίσω μια κοινή διαπίστωση πως κατά τo πέρασμα των αιώνων οι εικόνες που φτάνουν ως εμάς προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τον κόσμο των ισχυρών. Η ζωή των αρχόντων είναι αυτή που φωτίζεται και η όποια γνώση μας για τους φτωχούς και τους δούλους μάς έρχεται μέσω αντανακλάσεων και συνεπαγωγών. Αυτό πέρασε και στα έργα τέχνης των παλαιότερων εποχών, εκεί όπου οι υπηρέτες είναι βουβοί, οι δούλοι αθόρυβα εργαλεία, οι στρατιώτες πρόθυμα σφάγια των πολέμων… Στα κλασικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα για παράδειγμα, αν και πολλά από αυτά είναι αριστουργήματα, οι αμαξάδες, οι λακέδες, οι πλύστρες είναι βουβά χάρτινα πρόσωπα, κομπάρσοι μιας ολόκληρης εποχής χωρίς ρόλο και ανθρώπινη υπόσταση. Αυτό, όπως καταλαβαίνετε, είναι μια ατροφική θέαση του παρελθόντος. Γράφοντας σήμερα μυθιστορήματα ενδιαφερόμαστε και για την εμπειρία και την αλήθεια των ταπεινών. Χωρίς και τη δική τους θέαση έχουμε μια ελλειπτική εικόνα της ανθρώπινης συνθήκης.
Ο Λύκαστος ξεκινά ανώνυμος και αποκτά όνομα εκ των υστέρων. Πόσο σημαντική είναι για εσάς η ιδέα της ταυτότητας;
Η έννοια της ταυτότητας νομίζω πως διατρέχει γενικά την ιστορία του μυθιστορήματος. Πολλά από τα μυθιστορηματικά πάθη βασίζονται σε αυτή την αγωνία, την εύρεση της πραγματικής ταυτότητας είτε αυτή αφορά ένα εθνοτικό σύνολο, μια θρησκευτική πίστη ή μια ερωτική κλίση. Το μυθιστόρημα φιλοξενούσε πάντα το εναγώνιο ερώτημα ποιος πραγματικά είμαι και προς τα πού θα πρέπει να βαδίσω. Ο Λύκαστος, ο βασικός χαρακτήρας, απεικονίζει αυτή την αγωνία της αυτογνωσίας και μάλιστα σε συνθήκες πολιτιστικής ρευστότητας και επιβολής, την αναζήτηση εκεί όπου η επιβίωση αναδεικνύεται ως το πρώτο ζητούμενο.
Η εμπειρία του πολέμου παρουσιάζεται ως φθορά και όχι ως πεδίο δόξας. Είναι το βιβλίο ένα βαθιά αντιπολεμικό μυθιστόρημα;
Ναι, αυτός θα ήταν και ο πρώτος του χαρακτηρισμός καθώς οι σκηνές του ιλιαδικού πολέμου, ο στρατοπεδικός βίος των Αχαιών, η βία και το αίμα ξεγυμνώνουν την αφήγηση από τον ανώφελο ηρωισμό και τον τιμημένο θάνατο. Προφανώς και στο μυαλό του αναγνώστη γεννιούνται πλείστοι όσοι συνειρμοί με το σήμερα, καθώς όλοι μας κουβαλάμε μέσα μας το βάρος της ειδησιογραφίας δυο αιματηρών πολέμων που τα τελευταία χρόνια μαίνονται στη γειτονιά μας. Έπονται και άλλοι θεματικοί άξονες εκτός από τον πόλεμο, η σχέση δούλου – αφέντη, η μεταμόρφωση του θεϊκού στοιχείου, η συνάντηση των πολιτισμών, ο σαρκασμός απέναντι στην εξουσία κ.ά.
Η «φωνή» που ακούει ο ήρωας λειτουργεί προφητικά χωρίς να καταφεύγει στη μαντεία. Τι ρόλο παίζει αυτό το στοιχείο στη σύνδεση ατομικής μοίρας και ιστορικής αναγκαιότητας;
Είναι μια βαλβίδα που εκτονώνει την πίεση της εμφάνισης του μυθολογικού, του υπερφυσικού μεγαλείου των θεών σε σύνδεση με τον πεζό και άχαρο κόσμο του πολέμου. Από τη στιγμή που στο μυθιστόρημα δεν υπάρχουν άμεσες θεοφάνειες όπως στον Όμηρο και καθώς η αναζήτηση της μοίρας και του υπερβατικού είναι ζητούμενο, η φωνή είναι τελικά ο μοναδικός σύνδεσμος του εδώ με το επέκεινα. Επαφίεται όμως η εξιχνίαση της φωνής και μέσα από την ερμηνευτική ματιά του κάθε αναγνώστη. Άκουσα για παράδειγμα σε μια παρουσίαση του βιβλίου ότι η φωνή είναι τελικά εκείνη της μάνας του πρωταγωνιστή, η οποία έφυγε νωρίς από την εξέλιξη της δράσης του βιβλίου. Ενδιαφέρουσα άποψη και αυτή.
Η γλώσσα σας διασώζει λέξεις και ρυθμούς που μοιάζουν να χάνονται. Πόσο πολιτική -με την ευρεία έννοια- είναι για εσάς αυτή η «εμμονή»;
Νομίζω πως μια σημαντική πτυχή της λογοτεχνικής δημιουργίας είναι η αγωνία για τη γλώσσα. Στα δικά μου βιβλία όλα ξεκίνησαν από αυτή την αγωνία και εκεί αποσκοπούν, στη δόμηση ενός κόσμου που θα εμπεριέχει παραδομένες γλωσσικές μορφές όμως ταυτόχρονα θα είναι ένας κόσμος εύπλαστος, ιδιοπρόσωπος στο ύφος του συγγραφέα αλλά και σύγχρονος. Η εμμονή με τη γλωσσική καλλιέπεια και λειτουργικότητα πέρα από υπεράσπιση του δικού μας πολιτισμού είναι και μια πράξη αναπόφευκτα πολιτική, καθώς τα μυθιστορήματα δεν κλειδώνονται στα συρτάρια αλλά κυκλοφορούν και διαβάζονται. Τα κείμενα, αθόρυβα μεν αλλά καμιά φορά και δραστικά εκπαιδεύουν τους αναγνώστες γλωσσικά, ανοίγουν μονοπάτια νοήματος, δίνουν παραδείγματα εκφοράς και επισημαίνουν τη σημασία και της παραμικρής λέξης στον κόσμο της γλώσσας και κατ’ επέκταση της νοητικής συγκρότησης.
Κυριακή Τσολάκη