- Newsroom
Η Ελλάδα υποδέχθηκε με τιμές την Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2026, τη νέα φρεγάτα Belharra «Κίμων», το πρώτο από τα υπερσύγχρονα πλοία που εντάσσονται στον στόλο. Η τελετή υποδοχής πραγματοποιήθηκε στη Σαλαμίνα, παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, του Προέδρου της Βουλής Κωνσταντίνου Τασούλα και του Υπουργού Άμυνας Νίκου Δένδια.
Ο πρωθυπουργός, μέσω ανάρτησης στα κοινωνικά δίκτυα, τόνισε το χρέος του να παραδώσει μια πατρίδα πιο ασφαλή, χαρακτηρίζοντας την άφιξη της φρεγάτας ως ένα καθοριστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Το πλοίο αποτελεί μέρος μιας συνολικής παραγγελίας τεσσάρων φρεγατών κλάσης Belharra από τη Γαλλία.
Τουρκικός εκνευρισμός και προκλήσεις στο Αιγαίο
Η ενίσχυση της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Άγκυρας, τόσο σε επιχειρησιακό όσο και σε επικοινωνιακό επίπεδο. Την ίδια ημέρα, δύο τουρκικά αεροσκάφη (ένα UAV και ένα CN-235) προέβησαν σε πέντε παραβάσεις και τρεις παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου στο Βορειοανατολικό και Νοτιοανατολικό Αιγαίο.
Συγχρόνως, μεγάλα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, όπως η Sabah και η Hurriyet, δεν έκρυψαν την ενόχλησή τους, κάνοντας λόγο για «γαλλικές ενισχύσεις» και υπογραμμίζοντας την αναβάθμιση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Διπλωματικές κινήσεις και το ραντεβού του Φεβρουαρίου
Παρά την ένταση, οι διπλωματικοί δίαυλοι παραμένουν ανοιχτοί. Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, επιβεβαίωσε ότι προετοιμάζεται νέα συνάντηση μεταξύ του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εντός του Φεβρουαρίου. Ο κ. Φιντάν σημείωσε ότι η βελτίωση των σχέσεων είναι εφικτή, ωστόσο άφησε αιχμές για την ελληνική εσωτερική πολιτική, υποστηρίζοντας ότι δεν αφήνει περιθώρια για την επίλυση των διμερών ζητημάτων.
Την ίδια ώρα, η Ελλάδα προβάλλεται ως παράδειγμα οικονομικής επιτυχίας. Ο Στίβεν Μιράν, στέλεχος της αμερικανικής Federal Reserve και στενός συνεργάτης του Ντ. Τραμπ, βρέθηκε στην Αθήνα και χαρακτήρισε την ελληνική πορεία ως μια «τεράστια ιστορία επιτυχίας». Συναντήθηκε με τον Πρωθυπουργό και την πρέσβη των ΗΠΑ, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, τονίζοντας ότι η Ελλάδα και η ΕΚΤ «έδειξαν τον δρόμο» για το πώς η νομισματική πολιτική μπορεί να στηρίξει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.