Η αδυναμία διακυβέρνησης στον ευρωπαϊκό πυρήνα. Του Παύλου Αβραμόπουλου

Δεν πρόκειται για μεμονωμένες εθνικές δυσλειτουργίες, αλλά για ένα μοτίβο

Η Ευρώπη μπαίνει στο 2026 με κυβερνήσεις που επιβιώνουν πολιτικά, αλλά δυσκολεύονται να κυβερνήσουν. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες εθνικές δυσλειτουργίες, αλλά για ένα μοτίβο που διατρέχει τον ευρωπαϊκό πυρήνα.

Στη Γαλλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, η πολιτική σταθερότητα υπάρχει, οι κυβερνήσεις παραμένουν στη θέση τους, αλλά η ικανότητά τους να λαμβάνουν αποφάσεις, να περνούν μεταρρυθμίσεις και να διαμορφώνουν στρατηγική έχει περιοριστεί δραστικά.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε φάση παρατεταμένης κρίσης. Η άνοδος του Reform UK και του Νάιτζελ Φάρατζ παγιώνει τον κατακερματισμό, πιέζοντας τόσο τους Συντηρητικούς όσο και τους Εργατικούς να εγκαταλείψουν το έδαφος των συγκλήσεων.

Ακόμα και αν η κυβέρνηση Στάρμερ επιβιώσει των επόμενων μηνών, η λαϊκή της εντολή είναι αδύναμη και η εσωτερική της συνοχή εύθραυστη. Το αποτέλεσμα είναι μία χώρα όπου η πολιτική ενέργεια καταναλώνεται στην επιβίωση και όχι στη διακυβέρνηση.

Η Γαλλία έχει ήδη περάσει το κατώφλι της ακυβερνησίας. Οι συνεχείς κυβερνητικές αλλαγές, η αδυναμία ψήφισης προϋπολογισμού και η κατάρρευση των παραδοσιακών πολιτικών μπλοκ έχουν δημιουργήσει ένα κοινοβούλιο χωρίς λειτουργική πλειοψηφία. Ακόμη και χωρίς μία άμεση εκλογική νίκη της ακροδεξιάς, η χώρα παραμένει πολιτικά παγιδευμένη, ανίκανη να μεταρρυθμιστεί ή να ηγηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Στη Γερμανία, η πίεση είναι πιο αργή αλλά εξίσου επικίνδυνη. Η άνοδος της AfD και η φθορά των μεγάλων κομμάτων δοκιμάζουν τα όρια του πολιτικού συστήματος, ιδίως στα ανατολικά κρατίδια. Οι εσωτερικές εντάσεις στον κυβερνητικό συνασπισμό περιορίζουν την ικανότητα του Βερολίνου να λειτουργήσει ως σταθεροποιητικός άξονας για την Ευρώπη, ακριβώς τη στιγμή που αυτός ο ρόλος είναι πιο αναγκαίος από ποτέ.

Αυτή η ταυτόχρονη αποδυνάμωση των τριών κεντρικών ευρωπαϊκών δυνάμεων έχει ευρύτερες συνέπειες. Η Ευρώπη δυσκολεύεται να χαράξει κοινή οικονομική στρατηγική, να κινηθεί αποφασιστικά στην άμυνα και να διαχειριστεί το κενό ασφάλειας που αφήνει η σταδιακή αμερικανική αποστασιοποίηση. Η στήριξη της Ουκρανίας απαιτεί πολιτικό κεφάλαιο, δημοσιονομικό χώρο και δημόσια νομιμοποίηση, δεδομένα που σήμερα σπανίζουν.

Την ίδια στιγμή, μία πιο επιθετική και ευρωσκεπτικιστική Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει ανοιχτά την ευρωπαϊκή συνοχή ως πρόβλημα και όχι ως εταίρο. Η εξωτερική πίεση επιταχύνει τις εσωτερικές ρωγμές, ενισχύοντας δυνάμεις που υπόσχονται ρήξεις αντί για λύσεις.

Το αποτέλεσμα δεν είναι αναγκαστικά η άμεση κατάρρευση. Είναι μία Ευρώπη που στέκεται όρθια, αλλά χωρίς βάθος ισχύος. Κυβερνήσεις που παραμένουν, αλλά δεν κινούνται. Πολιτικά συστήματα που λειτουργούν, αλλά χάνουν την ικανότητα να καθοδηγούν.

Και σε έναν κόσμο όπου η αβεβαιότητα γίνεται κανονικότητα, αυτή η αδυναμία διακυβέρνησης μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνη από μία ανοιχτή κρίση.