Η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει να μπαίνει σε μία περίοδο που δεν χωρά πια εύκολα συνθήματα. Ούτε μεγάλες υποσχέσεις. Ούτε απλές αφηγήσεις. Η αίσθηση που κυριαρχεί είναι μίας μορφής συλλογικής επιφύλαξης: Η Ευρώπη καλείται να λειτουργήσει σε έναν κόσμο λιγότερο προβλέψιμο και πολύ λιγότερο φιλικό.
Η ευρωπαϊκή επικαιρότητα των τελευταίων μηνών το δείχνει καθαρά. Από τα ζητήματα ασφάλειας και τη γεωπολιτική μέχρι την οικονομία, τη μετανάστευση και την πράσινη μετάβαση, η Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με το ίδιο πρόβλημα: Οι κανόνες που τη σταθεροποίησαν τις προηγούμενες δεκαετίες δεν αρκούν πλέον για να την καθοδηγήσουν. Δεν καταρρέουν, αλλά δεν επαρκούν.
Για πρώτη φορά μετά από καιρό, η ευρωπαϊκή συζήτηση δεν εξαντλείται στο αν χρειάζεται δράση, αλλά στο πώς αυτή μπορεί να γίνει πράξη. Πώς διατηρείς τη συνοχή με τόσο διαφορετικές εθνικές πιέσεις; Πώς παίρνεις αποφάσεις όταν η συναίνεση γίνεται όλο και πιο δύσκολη; Πώς προστατεύεις το ευρωπαϊκό εγχείρημα χωρίς να διολισθαίνεις σε αδράνεια ή σε υπερσυγκέντρωση εξουσίας;
Η άνοδος των άκρων, η κόπωση των κοινωνιών, η αίσθηση ότι η Ευρώπη ρυθμίζει πολλά αλλά προστατεύει λίγα, δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η ευρωπαϊκή πολιτική δεν μπορεί πια να λειτουργεί με τον αυτόματο πιλότο. Το παλιό μοντέλο με τις αργές αποφάσεις, τους προσεκτικά διατυπωμένους συμβιβασμούς και τη θεσμική ουδετερότητα, αρχίζει να δείχνει τα όριά του.
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να απαντήσει σε κάθε πρόβλημα με νέα νομοθεσία. Το ερώτημα δεν είναι πόσους κανόνες παράγει, αλλά αν μπορεί να δράσει με πολιτική σαφήνεια. Αν μπορεί να πει τι υπερασπίζεται και τι όχι. Αν μπορεί να αντέξει τη σύγκρουση χωρίς να διαλυθεί εσωτερικά.
Ίσως γι’ αυτό η τρέχουσα φάση να είναι λιγότερο θεαματική, αλλά πιο κρίσιμη. Δεν πρόκειται για μία Ευρώπη σε κρίση υπαρξιακή. Πρόκειται για μία Ευρώπη σε δοκιμασία ωριμότητας. Καλείται να αποδείξει αν μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτική ένωση και όχι μόνο ως μηχανισμός ισορροπιών.
Το επόμενο διάστημα δεν θα κριθεί από μεγάλες εξαγγελίες. Θα κριθεί από μικρές, δύσκολες αποφάσεις. Από το αν η Ένωση θα μπορέσει να κινηθεί γρήγορα χωρίς να χάσει τη δημοκρατική της φύση. Από το αν θα προστατεύσει τη συνοχή χωρίς να αγνοήσει τις ανισότητες. Από το αν θα παραμείνει χώρος συμβιβασμού χωρίς να γίνει χώρος ακινησίας.
Και αυτό δεν αφορά μόνο τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Αφορά πρωτίστως τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών.
- Εκείνες που συχνά μεταφέρουν την ευθύνη «στις Βρυξέλλες», αλλά ταυτόχρονα καθορίζουν τα όρια του εφικτού στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
- Εκείνες που καλούνται να εξηγήσουν δύσκολες αποφάσεις στο εσωτερικό τους, αντί να τις παρουσιάζουν ως επιβολές.
- Και εκείνες που τελικά κρίνουν αν η Ευρώπη θα λειτουργήσει ως κοινό πολιτικό εγχείρημα ή ως άθροισμα εθνικών αμυνών.
Η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα σημείο όπου καλείται να αποφασίσει αν μπορεί να ενηλικιωθεί πολιτικά σε έναν κόσμο που δεν της χαρίζεται πια. Και αυτό είναι ένα στοίχημα που δεν αφορά μόνο τις Βρυξέλλες, αλλά όλους όσοι εξακολουθούν να βλέπουν την Ευρωπαϊκή Ένωση όχι ως δεδομένο, αλλά ως επιλογή.