Το μέτρο των διαγραφών των φοιτητών που έχουν υπερβεί (και μάλιστα κατά πολύ αυτή την πρώτη φορά) το ανώτατο χρονικό όριο φοίτησης, είναι πολύ θετικό για τα Ελληνικά ΑΕΙ. Όσοι διατείνονται ότι οι λεγόμενοι «αιώνιοι» φοιτητές δεν κοστίζουν τίποτε στο Ελληνικό Δημόσιο, κάνουν λάθος. Θα αποδείξω με δύο έμπρακτα παραδείγματα το γιατί.
1) Τα Ελληνικά ΑΕΙ εμφανίζουν σήμερα έναν λόγο διδασκόντων προς διδασκόμενους υπερβολικά υψηλό, με την έννοια πως τα αρχεία μας δίνουν μία εικόνα ότι σε κάθε διδάσκοντα αναλογεί ένας πολύ μεγάλος αριθμός φοιτητών, γεγονός που συμβάλλει στην υποβάθμιση των Ελληνικών ΑΕΙ λόγω της δυσμενούς αξιολόγησής των. Όταν, όμως, τα Ελληνικά ΑΕΙ βγαίνουν όλο και συχνότερα στην παγκόσμια αγορά της παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης, προσφέροντας ξενόγλωσσα προγράμματα σπουδών και αξιολογούνται αρνητικά, αντιλαμβάνεται κανείς την ζημιά που γίνεται στα ίδια και στη χώρα.
2) Επειδή κανείς δεν αποφοιτούσε και όλο και κάποιος εμφανιζόταν κάποια στιγμή να δίνει μαθήματα στις εξεταστικές περιόδους από τότε που ιδρύθηκε η Σχολή του, στο μέτρο που, αν κάποιος είχε γραφτεί κάποτε και δεν είχε στο μεταξύ αποδοιμήσει εις Κύριον, μπορούσε πάντως να ερχόταν να δίνει μαθήματα, εσύ ήσουν υποχρεωμένος να διατηρείς το πρόγραμμα σπουδών του και να τον δέχεσαι στις εξετάσεις και να του δίνεις πτυχίο ανάλογα με το πρόγραμμα σπουδών που ίσχυε όταν πρωτομπήκε στη Σχολή κάποιες δεκαετίες πριν. Με αποτέλεσμα, πέραν όλων των άλλων, να μην μπορείς να κάνεις αναμόρφωση του προγράμματος σπουδών, επειδή η Γραμματεία σου θα έπρεπε να διαχειρίζεται τρία-τέσσερα προγράμματα σπουδών ταυτόχρονα. Λόγος για τον οποίον και δεν γίνονταν ουσιώδεις αναμορφώσεις των προγραμμάτων σπουδών, ιδία στις παλιές και μαζικές Σχολές.
Υπό τις συνθήκες αυτές, αντιλαμβάνεται κανείς γιατί τα Ελληνικά ΑΕΙ υστερούσαν σε τέτοιο βαθμό σε σχέση με τα ομοταγή ευρωπαϊκά και αλλοδαπά ΑΕΙ, τα οποία, όμως, καλούνται να ανταγωνισθούν στην διεθνοποιημένη αγορά της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, στην οποία και αυτά λειτουργούν πλέον σήμερα. Με όρους κόστους-οφέλους, αναλογίστηκε κανείς τί θυσιάζαμε τόσο καιρό για να μπορούμε να δίνουμε πτυχία σε όλους ανεξαιρέτως όσοι είχαν περάσει σε μία οποιαδήποτε Σχολή; Διότι, περί αυτού πρόκειται. Εφόσον κάποτε κάποιος μπήκε σε μία Σχολή, έπρεπε σώνει και καλά να αποφοιτήσει, εκτός κι αν ο ίδιος εγκατέλειπε, που όμως και πάλι δεν μπορούσαμε ούτε αυτόν να διαγράψουμε αν δεν μας το ζητούσε ο ίδιος, που δεν μας το ζητούσε ποτέ. Απίστευτα πράγματα, δηλαδή. Για να καταλάβουμε, όλοι μπήκαν κάποια στιγμή στη Σχολή που θέλανε; Δεν δώσανε εξετάσεις; Άλλοι μπήκαν άλλοι δεν μπήκαν. Γιατί όσοι μπήκαν σε κάποια Σχολή, θα πρέπει σώνει και καλά να αποφοιτήσουν από αυτήν; Είναι ένα ερώτημα που, ειλικρινά, όπου και να το υποβάλλω, κανείς δεν μπορεί να μου πει το γιατί. Με ποιο σκεπτικό όλοι θα πρέπει να «πετύχουν». Διότι, επιτυχία είναι η ολοκλήρωση ενός κύκλου σπουδών. Όλοι πρέπει να περνούν ένα μάθημα; Μα, σ’ αυτό καταλήγουμε όταν λέμε πως όλοι θα πρέπει ν’ αποφοιτήσουν. Ας περάσουν, λοιπόν, όλοι τα μαθήματα, ας βάλουμε σ’ όλους ένα πέντε, να μην κουραζόμαστε κι εμείς να διορθώνουμε και να ξαναδιορθώνουμε τα γραπτά τους, μιας και ούτως ή άλλως μία μέρα, θα το πάρουν που θα το πάρουν το πτυχίο. Τέλος, δεν σεβόμαστε καθόλου τον κόπο όσων στρώθηκαν και τέλειωσαν τη Σχολή τους και βγήκαν στην αγορά εργασίας για να συναγωνιστούν την προηγούμενη γενιά, που τέλειωσε μαζί τους, αλλά δέκα χρόνια μετά; Και βρίσκονται και οι δύο στο ίδιο σημείο εκκίνησης; Και το δεχόμαστε αυτό; Το δεχόμασταν. Τώρα πια, δεν το δεχόμαστε άλλο και καλά κάνουμε.
*Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 11/1/26