Όλη η λειτουργία της κοινωνίας είναι βασισμένη στη φροντίδα. Μπορούμε να φανταστούμε τη ζωή χωρίς φροντίδα για εμάς και τους οικείους μας σε περίπτωση ασθένειας ή ατυχήματος; Μπορούμε να ζήσουμε την καθημερινότητά μας χωρίς φροντίδα για τα παιδιά ή τους ηλικιωμένους γονείς μας; Μπορεί να υπάρξει ένα νοικοκυριό αν δε φροντίσουμε εμείς οι ίδιοι/ες ή κάποιο άλλο άτομο για τις ανάγκες του; Ακριβώς, λοιπόν, επειδή η φροντίδα βρίσκεται στα θεμέλια όλων των εκφάνσεων της ζωής είναι εξαιρετικά κρίσιμος ο τρόπος οργάνωσής της.
Στην έκδοση «Η κοινωνική οργάνωση της φροντίδας στην Ελλάδα» (Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ, 2024) οι συγγραφείς Χαρά Κούκη, Χάρης Μαλαμίδης και Αντρέας Χατζηδάκης χρησιμοποιούν ένα πολύ πρακτικό διάγραμμα, το λεγόμενο «διαμάντι της φροντίδας» για να καταστήσουν σαφές πως η παροχή της φροντίδας έχει τέσσερις βασικούς πυλώνες: Την οικογένεια, την κοινότητα, την αγορά και το κράτος.
Με αυτό το πλαίσιο αναφοράς και μέσω τόσο βιβλιογραφικής επισκόπησης όσο και συνεντεύξεων οι συγγραφείς οδηγούνται σε μία σειρά από κεντρικά συμπεράσματα. Η έννοια της ατομικής ευθύνης ενισχύεται και ο ούτως ή άλλος αποσπασματικός ρόλος του κράτους υποχωρεί, βρίσκοντας έκφραση κυρίως μέσα από επιδοματικές πολιτικές.
Η αγορά της φροντίδας έχει στον πυρήνα της πέρα από τη θηλυκοποίηση, την εθνικοποίηση και φυλετικοποίηση της φροντίδας που την καθιστούν υποτιμημένη ή και αόρατη. Η οικογένεια εξακολουθεί να είναι ο βασικός πυρήνας παροχής φροντίδας ενώ η κοινότητα είναι συνυφασμένη με την αλληλεγγύη στις διάφορες μορφές που εκδηλώνεται. Η ενίσχυση του ρόλου τόσο της οικογένειας όσο και της κοινότητας συμβαδίζει, όπως είναι αναμενόμενο, με την αποδυνάμωση του κράτους πρόνοιας.
Η κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής είναι και κρίση φροντίδας, υπογράμμισε μιλώντας στο πρόσφατο συνέδριο «Participatory Lab: Πόλη σε Μετασχηματισμό» η Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου, Σοφία Αδάμ. Στην πραγματικότητα, μοιάζει η χώρα -όπως και μεγάλα κομμάτια της Ευρώπης- να είναι εγκλωβισμένη σε ένα σπιράλ «μη λύσεων στην κρίση φροντίδας» κατά την κυρία Αδάμ.
Συνοπτικά, έχει παγιωθεί μία κατάσταση που χαρακτηρίζεται από χειρότερες συνθήκες εργασίας για παρόχους φροντίδας σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, μετανάστριες γυναίκες που καλύπτουν το κενό φροντίδας στον παγκόσμιο Βορρά (συχνά χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα) με πολλές κοινωνικές ανάγκες να μένουν ακάλυπτες ενώ άλλες να γίνονται αόρατες. Το φαινόμενο αυτό είναι πιο έντονα συνυφασμένο με τη φροντίδα ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας, ένα καίριο κομμάτι της δημογραφικής πρόκλησης για την Ελλάδα.
Μία άλλη υποφωτισμένη πτυχή της κρίσης φροντίδας είναι ποιος φροντίζει τους φροντιστές. Απάντηση σε αυτό το καίριο ερώτημα δίνει η δουλειά του ινστιτούτου Autonomy στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως την παρουσίασε πριν από μερικές εβδομάδες στη Θεσσαλονίκη ο διευθυντής του, Julian Siravo.
Σε μία πόλη που εφαρμόζει την προσέγγιση των Καθολικών Βασικών Υπηρεσιών (Universal Basic Services), όπου δηλαδή η περίθαλψη, η εκπαίδευση, η στέγαση, η σίτιση, η φροντίδα και ο πολιτισμός είναι καθολικά προσβάσιμα σε όλες και όλους. Ιδιαίτερα για τη φροντίδα πόσο διαφορετική θα ήταν η πραγματικότητα αν υπήρχαν χώροι και υποδομές ψυχολογικής και σωματικής υποστήριξης αλλά και κατάρτισης των φροντιστών;
Είναι κρίσιμο ιδέες σαν και αυτή να μην τις αφήσουμε να κινούνται στη σφαίρα της ουτοπίας. Πολύ περισσότερο σε περιόδους αλλεπάλληλων κρίσεων είναι καθοριστικό για την κοινωνική συνοχή και ανθεκτικότητα να διαμορφωθεί ένα στιβαρό πλαίσιο φροντίδας.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 11-12.04.2026