Δεν σκόπευα να ασχοληθώ εκ νέου με την υπόθεση του δημοψηφίσματος για το σχέδιο ανάπλασης της ΔΕΘ έως την προσεχή Τετάρτη που το θέμα εισάγεται προς συζήτηση στο δημοτικό συμβούλιο.
Μου έκανε όμως εντύπωση το περιεχόμενο μιας πρόσκλησης που αναρτήθηκε χθες στο facebook και η οποία καλούσε σε γενική συνέλευση για το συγκεκριμένο θέμα.
Στην πρόσκληση δεν διευκρινιζόταν ποιος καλούσε και ποιας συλλογικότητας ήταν η γενική συνέλευση, εάν επρόκειτο δηλαδή για κάποια δημοτική παράταξη ή για την Οργανωτική Επιτροπή Δημοψηφίσματος (ΟΕΔ), αλλά αυτό είναι ήσσονος σημασίας.
Εκείνο που με ώθησε σε αυτό το άρθρο ήταν το περιεχόμενο της πρόσκλησης η οποία ξεκινούσε ως εξής: “Στο Δημοτικό Συμβούλιο της Τετάρτης θα έρθουμε αντιμέτωποι και αντιμέτωπες με μια αδιανόητη εκτροπή: η διοίκηση Αγγελούδη ετοιμάζεται να απορρίψει το αίτημα των 23.214 πολιτών, για να αποφύγει το δημοψήφισμα” και συνέχιζε λέγοντας ότι “Πρόκειται για μια ακραία, αντιδημοκρατική, αυταρχική καταπάτηση δικαιωμάτων”.
Δημοκρατική εκτροπή σημαίνει ότι κάποιος ή κάποιοι επιβάλουν με το “έτσι θέλω” το δικό τους, προβαίνοντας σε καταφανή παραβίαση του νόμου.
Πάμε, όμως, να δούμε τι ακριβώς λέει ο νόμος 4555/2018 ο οποίος ορίζει το πλαίσιο για τη διεξαγωγή τοπικού δημοψηφίσματος.
Για τη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως το δημοψήφισμα για τη ΔΕΘ ο νόμος στην παράγραφο 2 του άρθρου 134 αναφέρει τα ακόλουθα: “Όταν η πρωτοβουλία για τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος ανήκει στους εκλογείς του οικείου Δήμου ή Περιφέρειας, σύμφωνα με την περ. β’ της προηγούμενης παραγράφου, το αίτημα των ενδιαφερομένων υποβάλλεται στον πρόεδρο του Δημοτικού ή του Περιφερειακού Συμβουλίου, αντίστοιχα, ο οποίος οφείλει να εισαγάγει το θέμα προς συζήτηση και ψήφιση στο οικείο Συμβούλιο εντός ενός (1) μήνα από την υποβολή του”. Την 1η Απριλίου που το θέμα έρχεται προς συζήτηση στο δημοτικό συμβούλιο συμπληρώνεται ένας μήνας (παρά μία μέρα). Συνεπώς, στο σημείο αυτό ο νόμος τηρείται κατά γράμμα.
Περαιτέρω η ίδια παράγραφος του άρθρου 134 συνεχίζει αναφέροντας: “Στην περίπτωση αυτή και εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, το Συμβούλιο εγκρίνει, με απλή πλειοψηφία, την προκήρυξη του δημοψηφίσματος και αποφασίζει για τα θέματα των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 123”.
Σύμφωνα με την ανωτέρω σαφή διατύπωση του νόμου, αρμόδιο όργανο να κρίνει για το εάν “συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις” είναι το δημοτικό συμβούλιο, το οποίο λαμβάνει μάλιστα τη σχετική απόφαση με απλή πλειοψηφία.
Στην υποτιθέμενη, επομένως, περίπτωση που το δημοτικό συμβούλιο κρίνει ότι ο τρόπος συλλογής των 23.214 υπογραφών δεν πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις (δεν υπεισέρχομαι στην εκατέρωθεν επιχειρηματολογία), ασκεί το κυριαρχικό του δικαίωμα όπως αυτό απορρέει από το νόμο.
Και διερωτώμαι: από πότε η, υποχρεωτική μάλιστα, άσκηση ενός νόμιμου δικαιώματος από ένα αιρετό συλλογικό όργανο θεωρείται εκτροπή;
Επειδή, ενδεχομένως, το δημοτικό συμβούλιο δεν θα κάνει αποδεκτή τη νομική επιχειρηματολογία της ΟΕΔ;
Εάν ο νομοθέτης ήθελε να καταστήσει κυρίαρχη τη συλλογή των υπογραφών και μόνο, αφήνοντας ουσιαστικά στην κρίση της ΟΕΔ την τήρηση ή όχι της νομιμότητας κατά τη διαδικασία της συλλογής των υπογραφών, τότε θα παρέκαμπτε την παράγραφο 2 του άρθρου 134. Δεν το έκανε όμως κι έτσι η αποκλειστική ευθύνη ανήκει στο δημοτικό συμβούλιο.
Και μία ακόμη παρατήρηση: Η πρόσκληση για τη χθεσινή γενική συνέλευση καταλήγει λέγοντας: “Οι έκτακτες καταστάσεις απαιτούν έκτακτα μέτρα. Μια άλλη στάση την Τετάρτη, μια άλλη στάση από εδώ και πέρα”. Επειδή η αναφορά αυτή επιδέχεται πολλές ερμηνείες καλό είναι η ΟΕΔ (ή όποιος άλλος είναι ο συγγραφέας της πρόσκλησης) να διευκρινίσει τι ακριβώς εννοεί. Εκτός εάν περιμένουμε να το δούμε την Τετάρτη στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου.
Σε κάθε περίπτωση οι κρίσεις περί “εκτροπής” και η προαναγγελία περί λήψης “έκτακτων μέτρων” και περί “μιας άλλης στάσης την Τετάρτη” το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να τορπιλίζουν εξ αρχής μια δημοκρατική διαδικασία, όπως αυτή προσδιορίζεται με σαφήνεια στο νόμο.