Αυτοί που κατάφεραν να επιστρέψουν από το Άουσβιτς - 81 χρόνια από την απελευθέρωση του στρατοπέδου

27 Ιανουαρίου 1945: Στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού εισέρχονται στο πιο φρικιαστικό κολαστήριο που έχει υπάρξει ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας - Χιλιάδες Θεσσαλονικείς χάθηκαν εκεί, ελάχιστοι επέζησαν

Από τα έξι εκατομμύρια Εβραίους της Ευρώπης που εξολοθρεύτηκαν στο Ολοκαύτωμα -ανάμεσά τους και σχεδόν 45.000 Θεσσαλονικείς- το ένα εκατομμύριο οδηγήθηκε στους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς. Οι πρώτοι Θεσσαλονικείς Εβραίοι πέρασαν την πύλη του στρατοπέδου τον Μάρτιο του 1943- από τους 2.800 άνδρες, γυναίκες και παιδιά που μεταφέρθηκαν με τρένο από τη Θεσσαλονίκη, οι 2.200 οδηγήθηκαν κατευθείαν στο θάνατο. Μεταξύ αυτών ήταν και οι μαθητές του Α' Γυμνασίου Αρρένων Θεσσαλονίκης...

Θα ακολουθούσαν άλλες 18 αποστολές από τη Θεσσαλονίκη με προορισμό το Άουσβιτς και την ίδια πάντα διαδικασία διαλογής, που οδηγούσε ηλικιωμένους, παιδιά και ανήμπορους για εργασία στους θαλάμους αερίων και τους υπόλοιπους σε ένα βασανιστήριο χειρότερο από θάνατο. Όπως η μοίρα της Θεσσαλονικιάς Σολ Στρούμσα, αλλά και τόσων άλλων γυναικών που έζησαν το μαρτύριο των πειραμάτων του Μένγκελε.

Προσπάθησαν να αποδράσουν

Ένας από τους ελάχιστους ομήρους που κατόρθωσε να διαφύγει από την κόλαση του Άουσβιτς, σκοτώνοντας μάλιστα και έναν Ες Ες, ήταν ο Θεσσαλονικιός Αλμπέρτο Ερρέρα. Πέρασε λίγες ώρες ελευθερίας και αγωνίας πριν υποκύψει στα τραύματα του και κατασπαραχθεί από σκυλιά. Ο συμπατριώτης του, Σιμόν Σαλτέρ, εκτελέστηκε το καλοκαίρι του 1943 στον «τοίχο του θανάτου», μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα απόδρασης. Ένας άλλος γενναίος Θεσσαλονικιός ήταν ο Μαρσέλ Νατζαρή, που συμμετείχε στην μοναδική απόπειρα εξέγερσης κρατουμένων στο Άουσβιτς. Μετά την αποτυχία του σχεδίου τους, ο Νατζαρή έγραψε ένα σπαρακτικό χειρόγραφο, το οποίο εντοπίστηκε δεκαετίες αργότερα και σήμερα φυλάσσεται στο Κρατικό Μουσείο του Άουσβιτς στην Πολωνία. Σε αυτό έγραφε: «Είμαστε αποφασισμένοι (σ.σ. οι 26 έλληνες Ζοντερκομάντο, που είχαν παραμείνει ζωντανοί μετά την εξέγερση) να πεθάνουμε σαν πραγματικοί Έλληνες, όπως ξέρει να αποθάνει ο κάθε Έλληνας, δείχνοντας μέχρι τας τελευταίας αυτάς στιγμάς, παρά την υπεροχή των κακούργων, ότι στας φλέβας μας ρέει αίμα ελληνικό, όπως το δείξαμε και στον πόλεμο τον ιταλικό (…) Πεθαίνω ευχαριστημένος, αφού ξέρω ότι η Ελλάδα μας ζει ελεύθερη. Η τελευταία μου λέξη θα είναι Ζήτω η Ελλάς».

Αλληλεγγύη, αντίσταση, επιβίωση

Οι ιστορίες των περισσοτέρων μπορεί να μην περιείχαν τέτοιου είδους πράξεις γενναιότητας ή τρέλας, αλλά τελικά η ίδια η επιβίωσή τους ήταν από μόνη της μία πράξη αντίστασης. Υπήρχαν μάλιστα αρκετοί που λόγω της θέσης τους στα ιατρεία ή τις αποθήκες με τις προμήθειες βοηθούσαν συγκρατούμενους τους. Μεταξύ αυτών οι εκ Θεσσαλονίκης Λεόν Περαχιά, που εξασφάλιζε με διάφορα τεχνάσματα τροφή και μία θέση τεχνίτη για τους συγκρατούμενους του, τραβώντας τους μακριά από το πεπρωμένο του κρεματορίου, Ιακώβ Μαέστρο που εργαζόταν στα γραφεία διοίκησης και απομάκρυνε από βαριές εργασίες αρκετούς συμπατριώτες του, Ααρών Ρόζα που προμήθευε με φάρμακα τους συγκρατούμενους του (και του προσέδωσαν το προσωνύμιο «πατέρας των Ελλήνων») και ο γνωστός γιατρός και μέλος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Λεόν Κουένκα.

Ζωντανοί νεκροί

Λίγες ημέρες πριν φτάσει ο Κόκκινος Στρατός στο Άουσβιτς οι Ναζί είχαν ανατινάξει τα κρεματόρια II, III και IV για να κρύψουν τα ίχνη των εγκλημάτων τους και ανάγκασαν όσους κρατούμενους είχαν τις φυσικές δυνάμεις να περπατήσουν δεκάδες χιλιόμετρα προς δυτικά, στις λεγόμενες «Πορείες Θανάτου». Πολλοί άφησαν την τελευταία τους πνοή σε αυτές τις πορείες, σε μια τραγική ειρωνεία της τύχης, έχοντας φτάσει τόσο κοντά στη σωτηρία τους. Η 22χρονη Θεσσαλονικιά Λινά Καπόν θα ήταν αναγκασμένη θα ακολουθήσει μια τέτοια πορεία, αν δεν λιποθυμούσε από εξάντληση. Οι Γερμανοί τη θεώρησαν πεθαμένη και την παράτησαν στο Άουσβιτς. Όταν συνήλθε σύρθηκε στο χιόνι, ανάμεσα στα πτώματα άλλων και έφτασε μέχρι το έρημο νοσοκομείο. Για καλή της τύχη επτά συμπατριώτες της που είχαν κρυφτεί στο στρατόπεδο για να αποφύγουν τις πορείες θανάτου, τη βρήκαν και την πήραν μαζί τους. Ένας από αυτούς ήταν και ο Λεόν Περαχιά, με τον οποίον παντρεύτηκε όταν επέστρεψαν στην Ελλάδα.

Οι Σοβιετικοί στρατιώτες, παρόλο που είχαν ήδη απελευθερώσει άλλα ναζιστικά στρατόπεδα πιο πριν, το μεσημέρι εκείνης της [αγωμένης χειμωνιάτικης ημέρας, έμειναν εμβρόντητοι από όσα είδαν στο Άουσβιτς. Βρήκαν περίπου 7.000 εξαθλιωμένους ομήρους, ζωντανούς- νεκρούς. Βρήκαν ακόμα αποθήκες γεμάτες με 7,7 τόνους ανθρώπινων μαλλιών, χιλιάδες ζευγάρια παπούτσια, γυαλιά οράσεως και πάνω από 350.000 ανδρικά κοστούμια και 837.000 γυναικεία ενδύματα.

Επιστροφή σε μια πόλη που είχε σβήσει τα ίχνη τους

Λιγότεροι από 2.000 Εβραίοι της Θεσσαλονικείς επέστρεψαν στην γενέτειρα πόλη. Όμως η δική τους πόλη δεν υπήρχε πια. Ήδη από τα χρόνια της Κατοχής οι συνάδελφοί τους έσπευσαν να τους διαγράψουν από τις επαγγελματικές ενώσεις όπου συμμετείχαν, οι δημοσιογράφοι από την ΕΣΗΕΜΘ, οι δικηγόροι από τον δικηγορικό σύλλογο, οι έμποροι και βιομήχανοι από το ΕΒΕΘ. Επιστρέφοντας ξεκληρισμένοι, έχοντας χάσει όλους τους συγγενείς και φίλους τους στα ναζιστικά στρατόπεδα, γύρισαν σε μια Θεσσαλονίκη που εν τη απουσία τους είχε φροντίσει να σβήσει κάθε εβραϊκό ίχνος. Το αρχαίο εβραϊκό νεκροταφείο, όπου ήταν θαμμένοι όσοι Εβραίοι έζησαν επί 2.000 χρόνια στη Θεσσαλονίκη, είχε λεηλατηθεί και οι ταφόπλακες που σκέπαζαν τους προγόνους τους είχαν γίνει οικοδομικό υλικό για δρόμους, πεζοδρόμια και αυλές. Τα καταστήματα τους είχαν λεηλατηθεί από τους συνεργάτες των Γερμανών. Τα σπίτια τους είχαν καταληφθεί από τους μεσεγγυούχους, που αρνούνταν να τα επιστρέψουν... Πολλοί δεν άντεξαν το βάρος να ζουν με τα φαντάσματα του παρελθόντος και τις πληγές του παρόντος και μετανάστευσαν. Άλλοι δεν άντεξαν να ζήσουν μακριά από τη μόνη πατρίδα που γνώρισαν και παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη.

*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 25.01.2026

Loader