Άγιος Μηνάς: Ενώνουν δυνάμεις Δήμος Θεσσαλονίκης και Μητρόπολη για την ανάδειξη της περιοχής

Η ιστορία του ναού και οι προοπτικές ανάδειξης του - Στόχος η δημιουργία ενός χώρου πρασίνου στην «καρδιά» της πόλης

Έναν από τους σημαντικότερους ιστορικούς και πνευματικούς πυρήνες της πόλης, του ιερού ναού του Αγίου Μηνά, επιχειρούν να επανασυστήσουν από κοινού η Μητρόπολη και ο Δήμος Θεσσαλονίκης στο ευρύ κοινό. Με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Φιλόθεου και σε συνεργασία με τον δήμαρχο Στέλιο Αγγελούδη, μητρόπολη και Δήμος φιλοδοξούν να προχωρήσουν στην ανάπλαση του περιβάλλοντος χώρου του Ιερού Ναού, που παραμένει περίκλειστος για δεκαετίες.

Η πλευρά του Αγίου Μηνά από την Ίωνος Δραγούμη
Η πλευρά του Αγίου Μηνά από την Ίωνος Δραγούμη
Η εσωτερική αυλή του ναού
Η εσωτερική αυλή του ναού

Στόχος της παρέμβασης είναι αφενός η αισθητική και λειτουργική αναβάθμιση μιας ιδιαίτερα επιβαρυμένης περιοχής στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης και αφετέρου η ουσιαστική ανάδειξη του ίδιου του μνημείου, που για δεκαετίες παραμένει «κρυμμένο» μέσα στον αστικό ιστό.

Σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά με σαφήνεια το κοινό σχέδιο της Μητρόπολης και του Δήμου Θεσσαλονίκης για τον Ιερό Ναό Αγίου Μηνά, με έμφαση τόσο στην ανάπλαση του χώρου όσο και στην ανάδειξη της ιστορικής του σημασίας. Η υλοποίηση ωστόσο ενός τέτοιου σχεδίου, αν και φαντάζει αισιόδοξη, είναι εκ των πραγμάτων δύσκολη και γεμάτη εμπόδια.

Η πλούσια ιστορία του ναού

Η ιστορική διαδρομή του Αγίου Μηνά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις πιο κρίσιμες περιόδους της Θεσσαλονίκης. Μετά την κατάληψη της πόλης από τους Οθωμανούς, αποτέλεσε έναν από τους δώδεκα ναούς στους οποίους επιτράπηκε η άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων των Χριστιανών. Κατά την περίοδο πριν την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, η ελληνική κοινότητα της πόλης αξιοποίησε το γυναικωνίτη του ναού για τη δημιουργία ενός κρυφού νοσοκομείου, όπου περιθάλπονταν τραυματίες του Μακεδονικού Αγώνα.

Πρόκειται για μία από τις δύο εκκλησίες της πόλης που δεν μετατράπηκαν ποτέ σε τζαμί, με την άλλη να είναι ο Άγιος Αθανάσιος. Εδώ ασκήτεψε τον 9ο αιώνα ο Γρηγόριος ο Δεκαπολίτης, όταν ο ναός λειτουργούσε ως μοναστήρι. Το 1979, κατά τη διάρκεια εργασιών αποκατάστασης των ζημιών που είχε προκαλέσει ο μεγάλος σεισμός της προηγούμενης χρονιάς, αποκαλύφθηκε μια ημιυπόγεια θολωτή κρύπτη σε άμεση γειτνίαση με το Ιερό Βήμα. Στο εσωτερικό της εντοπίστηκαν περίπου είκοσι κιβώτια, τα οποία περιείχαν ανθρώπινα οστά.

Το ιερό του Αγίου Μηνά - Πηγή: Διαδικτυακή Ομάδα «Παλιές Φωτογραφίες Θεσσαλονίκης»
Το ιερό του Αγίου Μηνά - Πηγή: Διαδικτυακή Ομάδα «Παλιές Φωτογραφίες Θεσσαλονίκης»

Η ίδρυση του ναού ανάγεται κατά πάσα πιθανότητα στον 5ο-6ο αιώνα μ.Χ., γεγονός που τον κατατάσσει μεταξύ των αρχαιότερων εκκλησιών της Θεσσαλονίκης. Αν και υπέστη επανειλημμένες καταστροφές και ανοικοδομήσεις, διατήρησε σημαντικά στοιχεία της αρχικής του μορφής. Η κόγχη του ιερού αποτελεί στοιχείο της πρωτοβυζαντινής βασιλικής, ενώ σώζονται το αρχικό σχέδιο, κιονόκρανα και ο μονολιθικός αρχιερατικός άμβωνας του 5ου αιώνα, κατασκευασμένος από πράσινο θεσσαλικό λίθο.

Η κόγχη του ιερού - Πηγή: Διαδικτυακή Ομάδα «Παλιές Φωτογραφίες Θεσσαλονίκης»
Η κόγχη του ιερού - Πηγή: Διαδικτυακή Ομάδα «Παλιές Φωτογραφίες Θεσσαλονίκης»

Η ιστορία του ναού σημαδεύτηκε από καταστροφές καθώς κάηκε το 1770 και ανοικοδομήθηκε το 1806 από τον αρχιτέκτονα Λύσανδρο Καυταντζόγλου, ενώ καταστράφηκε εκ νέου το 1839 για να ξανακτιστεί το 1852, αποκτώντας περίπου τη σημερινή του μορφή.

Ιερείς στον περίβολο στα μέσα του 20ου αιώνα - Πηγή: Διαδικτυακή Ομάδα «Παλιές Φωτογραφίες Θεσσαλονίκης»
Ιερείς στον περίβολο στα μέσα του 20ου αιώνα - Πηγή: Διαδικτυακή Ομάδα «Παλιές Φωτογραφίες Θεσσαλονίκης»

Ο ναός διαδραμάτισε και ενεργό ρόλο και στην προεπαναστατική περίοδο, καθώς αποτέλεσε σημείο συνάντησης των Φιλικών της Θεσσαλονίκης. Η δράση αυτή είχε βαρύ τίμημα, καθώς ο ιερέας του ναού, Παπαγιάννης, απαγχονίστηκε εξαιτίας της έντονης συμμετοχής του στο κίνημα. Παρά το γεγονός ότι η περιοχή αποτελούσε κυρίως εβραϊκό οικισμό εκείνη την περίοδο, υπήρχε ισχυρή ελληνική παρουσία, ιδιαίτερα στα χρόνια της Επανάστασης.

Ιδιαίτερη ιστορική σημασία έχει και η επιλογή του ναού για την τέλεση της δοξολογίας μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912. Η τελετή πραγματοποιήθηκε παρουσία του Γεωργίου Α’ της Ελλάδας την επόμενη ημέρα της επίσημης εισόδου του στην πόλη, καθώς η περιοχή θεωρούνταν τότε πιο «ελληνική» και προσβάσιμη.

Η πρώτη Θεία Λειτουργία στον Άγιο Μηνά μετά την απελευθέρωση της πόλης - Πηγή: Διαδικτυακή Ομάδα «Παλιές Φωτογραφίες Θεσσαλονίκης»
Η πρώτη Θεία Λειτουργία στον Άγιο Μηνά μετά την απελευθέρωση της πόλης - Πηγή: Διαδικτυακή Ομάδα «Παλιές Φωτογραφίες Θεσσαλονίκης»

Σήμερα, ο ναός ανήκει στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, ενώ στο παρελθόν διατηρούσε ιστορικούς δεσμούς με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και τη Μονή του Παναγίου Τάφου. Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εκκλησίας σήμερα είναι ο επιτάφιος της, ο οποίος βγαίνει σε λιτανεία το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής, παράδοση που διατηρείται από πολύ παλιά καθώς η μεσημεριανή πομπή είχε ξεκινήσει για να μπορούν να συμμετέχουν σε αυτή οι έμποροι της περιοχής.

Μία εκκλησία σε εμπορική περιοχή

Ο Άγιος Μηνάς δεν υπήρξε ποτέ ένας απομονωμένος θρησκευτικός χώρος. Αντιθέτως, βρισκόταν στο επίκεντρο έντονης εμπορικής δραστηριότητας ήδη από τα οθωμανικά χρόνια. Στη βόρεια πλευρά του ναού λειτουργούσαν, στα τέλη του 19ου αιώνα, 16 εργαστήρια, ενώ στην ανατολική πλευρά αναπτύχθηκαν εμπορικά καταστήματα μετά το 1900. Στη νότια πλευρά, επί της οδού Αγίου Μηνά, βρίσκονταν τα παλιά ψαράδικα, τα οποία αργότερα μετατράπηκαν σε εργαστήρια δερμάτινων ειδών.

Η περιοχή φιλοξενούσε επίσης εργαστήρια αργυροχρυσοχοΐας, ενώ τα καταστήματα κατά τα οθωμανικά χρόνια και για κάποια χρόνια μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, ήταν κοινοτικά και εκμισθώνονταν από την κοινότητα Θεσσαλονίκης σε ιδιώτες. Ιδιαίτερα υψηλή αξία είχε η πλευρά προς τη Βασιλέως Ηρακλείου, γνωστή και για τα «γυαλάδικα», λόγω των πολλών εργαστηρίων υαλικών.

Πηγή: Διαδικτυακή Ομάδα «Παλιές Φωτογραφίες Θεσσαλονίκης»
Πηγή: Διαδικτυακή Ομάδα «Παλιές Φωτογραφίες Θεσσαλονίκης»

Ο ναός δεν λειτουργούσε απλώς ως θρησκευτικός χώρος, αλλά συνδεόταν και με τα εκπαιδευτήρια της ελληνικής κοινότητας προς το τέλος της οθωμανικής περιόδου. Ωστόσο, οι εξωτερικές πλευρές του δεν αναδείχθηκαν όπως θα έπρεπε, καθώς για χρόνια παρέμεναν καλυμμένες από παρακείμενα κτίσματα. Τα συγκεκριμένα κτίσματα σήμερα είναι το κύριο ζήτημα το οποίο πρέπει να λυθεί για να αναδειχθεί η περιοχή.

Η σημερινή κατάσταση

Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των κτιρίων που περιβάλλουν τον ναό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το σύνολο του ακινήτου, συνολικής επιφάνειας 1.913 τ.μ., ανήκει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα της «Κτηριακές Υποδομές ΑΕ». Το ακίνητο εντάσσεται στο Οικοδομικό Τετράγωνο 126 και περιήλθε στο Δημόσιο ήδη από το 1976, ενώ η μεταγραφή του ολοκληρώθηκε το 1984.

Το συγκρότημα περιλαμβάνει τρία διώροφα κτίρια που αναπτύσσονται περιμετρικά του ναού και στεγάζουν 57 χώρους, με χρήσεις καταστημάτων και γραφείων. Σήμερα, οι περισσότεροι από αυτούς είτε παραμένουν κλειστοί είτε έχουν εγκαταλειφθεί, δημιουργώντας εικόνες υποβάθμισης και εγκατάλειψης. Ήδη από το 2020 έχει ολοκληρωθεί η πλήρης αποτύπωση των κτιρίων, με στόχο την αξιοποίησή τους και την επαναλειτουργία τους με τρόπο που θα αποφέρει έσοδα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι τα τμήματα επί των οδών Αγίου Μηνά και Ίωνος Δραγούμη έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα από την Εφορεία Νεοτέρων Μνημείων, όπως και το μεγαλύτερο μέρος του κτιρίου επί της Βασιλέως Ηρακλείου, με εξαίρεση συγκεκριμένο γωνιακό κατάστημα.

Η γωνία Β. Ηρακλείου με Ι. Δραγούμη
Η γωνία Β. Ηρακλείου με Ι. Δραγούμη

Ακριβώς αυτό το σημείο βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας παρέμβασης που θέλει να δρομολογήσει η Μητρόπολη σε συνεργασία με το Δήμο Θεσσαλονίκης, καθώς προτείνεται η κατεδάφισή του εν λόγω κτιριακού τμήματος, ώστε να δημιουργηθεί ένας ανοιχτός δημόσιος χώρος που θα αποδοθεί στους πολίτες και θα αναδείξει τον ναό.

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία δύναται να λειτουργήσει ως «ανάσα» για το πυκνοδομημένο κέντρο, αποκαθιστώντας ταυτόχρονα την οπτική παρουσία και τη μνημειακότητα του ναού στον αστικό ιστό.

Σύμπραξη Πολιτείας, Δήμου και Μητρόπολης

Καθοριστικό ρόλο στην ανάδειξη του ζητήματος έχει διαδραματίσει ο βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης Στράτος Σιμόπουλος, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει προχωρήσει σε σειρά παρεμβάσεων, διατηρώντας το θέμα ψηλά στην ατζέντα της δημόσιας συζήτησης.

«Η σημερινή εικόνα της περιοχής δεν συνάδει με τη σημασία του μνημείου, καθώς ο χώρος είναι μία αρχιτεκτονική και υγειονομική τρύπα, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη άμεσης παρέμβασης», αναφέρει στη «ΜτΚ» ο κ. Σιμόπουλος, ο οποίος τονίζει πως χρειάζονται συγκεκριμένες παρεμβάσεις για την ανάδειξη του ναού που υπήρξε η πρώτη Μητρόπολη της πόλης μετά την απελευθέρωση.

Ο κ. Σιμόπουλος έχει υπογραμμίσει κατά το παρελθόν ότι η ευθύνη για την προώθηση των απαιτούμενων παρεμβάσεων ανήκει πρωτίστως στην πολιτεία, εκφράζοντας παράλληλα τη σαφή στήριξή του στις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν ο Δήμος και η Μητρόπολη.

Την ίδια στιγμή, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα του σχεδιασμού των παρεμβάσεων, καθώς δεν υπάρχει ακόμη συγκεκριμένο πλάνο. «Λύσεις μπορούν να υπάρξουν. Θα μπορούσε να γίνει μια πρόσκληση ενδιαφέροντος προς πιθανούς επενδυτές αλλά ακόμα θέλουμε δρόμο», αναφέρει.

Σύμφωνα με πληροφορίες, βασική επιδίωξη της διοίκησης Αγγελούδη είναι η κατάργηση των χώρων που σήμερα λειτουργούν ως εστίες μόλυνσης στο κέντρο της πόλης και η μετατροπή τους σε σύγχρονους δημόσιους χώρους, προσβάσιμους στους πολίτες.

Το εσωτερικό του ναού
Το εσωτερικό του ναού

Ο δήμαρχος έχει ήδη αναφερθεί στην ανάγκη συνολικής αξιοποίησης και των υπόλοιπων κτιρίων του συγκροτήματος, επισημαίνοντας ότι έχουν αποσταλεί σχετικές επιστολές προς την ΚΤΥΠ ΑΕ, προκειμένου να δρομολογηθούν παρεμβάσεις που θα δώσουν τέλος στην εικόνα εγκατάλειψης που επικρατεί σήμερα.

Από την πλευρά του, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Φιλόθεος αναδεικνύει τη σημασία της ιστορικής και πνευματικής διάστασης του εγχειρήματος, επισημαίνοντας ότι το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στο εγκαταλελειμμένο κτίριο που βρίσκεται βορειοδυτικά του συγκροτήματος και λειτουργεί ως «φυσικό σύνορο» μεταξύ του ναού και της πόλης.

Όπως τονίζει στη «ΜτΚ», ο Άγιος Μηνάς διαθέτει μία εξαιρετικά πλούσια ιστορική και θρησκευτική παρακαταθήκη, η οποία παραμένει σε μεγάλο βαθμό αόρατη, καθώς το μνημείο είναι ουσιαστικά «κρυμμένο» μέσα στον αστικό ιστό.

Η εσωτερική αυλή του ναού
Η εσωτερική αυλή του ναού

«Σε συνεργασία με τον Δήμο, η Μητρόπολη επιδιώκει την προώθηση όλων των απαραίτητων ενεργειών, με στόχο αφενός τη δημιουργία περισσότερων χώρων πρασίνου και αφετέρου την ανάδειξη της αισθητικής και ιστορικής ταυτότητας του ναού», αναφέρει ο κ.κ. Φιλόθεος. Παράλληλα, προσθέτει πως βρίσκεται σε εξέλιξη επικοινωνία με το υπουργείο Πολιτισμού, ώστε να υπάρξουν συγκεκριμένες εξελίξεις και να επιταχυνθούν οι διαδικασίες.

Loader
ESPA