28ο ΦΝΘ: Μια συζήτηση για τις φωτογραφίες των 200 της Καισαριανής

Ανοιχτή συζήτηση με τίτλο «Οι φωτογραφίες από την εκτέλεση της Καισαριανής και η αξία της τεκμηρίωσης της ιστορικής αλήθειας», με τον Καθηγητή Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και πρόεδρο της Εφορείας των ΓΑΚ, Δ. Σωτηρόπουλο

Μια συζήτηση για την αξία της τεκμηρίωσης της ιστορικής αλήθειας έλαβε χώρα στην αποθήκη Γ’ στο λιμάνι το μεσημέρι της Πέμπτης στο πλαίσιο του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Το φεστιβάλ, που φέτος έχει στο επίκεντρο τα «αρχεία», με αφορμή την αποκάλυψη των 200 φωτογραφιών των εκτελεσθέντων στην Καισαριανή διοργάνωσε την ανοιχτή συζήτηση με τίτλο «Οι φωτογραφίες από την εκτέλεση της Καισαριανής και η αξία της τεκμηρίωσης της ιστορικής αλήθειας», με τον Καθηγητή Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και πρόεδρο της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους, Δημήτρη Σωτηρόπουλο. 

Ερωτήσεις στον κ. Σωτηρόπουλο έκανε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ, Ορέστης Ανδρεαδάκης ο οποίος τόνισε πως η αποκάλυψη των φωτογραφιών «ήρθε κι έδεσε» με το αφιέρωμα του φεστιβάλ με έναν ιδιαίτερο και συγκινητικό τρόπο. «Λίγο πριν τυπωθούν τα έντυπα του Φεστιβάλ, αποκαλύφθηκε το αρχείο με την συγκλονιστική ιστορία των εκτελεσθέντων στην Καισαριανή. Δεδομένου ότι όλο το αφιέρωμα έγινε σε συνεργασία με τα ΓΑΚ, αποφασίσαμε να κάνουμε και μια συζήτηση για την αξία της τεκμηρίωσης της ιστορικής αλήθειας. Πόσο σημαντικά είναι τελικά τα αρχεία για τη διάσωση της μνήμης όταν ζούμε σε μια εποχή που οι αλγόριθμοι μπορούν να παραποιήσουν τη μνήμη και να δημιουργήσουν ψευτικες μνήμες;»

253d5a54-aee1-4eb9-88ff-3e0635ef637a.jpg?v=0

«Η αλλοίωση της μνήμης δεν είναι καινούργια υπόθεση» σημείωσε αρχικά ο κ. Σωτηρόπουλος. «Συχνά οι επαγγελματίες ιστοριογράφοι είναι καχύποπτοι απέναντι στη μνήμη γιατί συχνά λειτουργεί ανταγωνιστικά με την τεκμηριωμένη ιστοριογραφία.

Πολύ συχνά όταν μιλάμε για την ιστορία του 20ου ένας επιζών και ένας ιστορικός μπορεί να πουν διαφορετικά πράγματα. Μπορεί ο επιζών να θυμάται όντως κάτι διαφορετικό και να έχουμε όντως μια ανταγωνιστική σχέση. Δεν είναι πρώτη φορά δηλαδή που βρισκόμαστε στην απειλή της αλλοίωσης της μνήμης ως ιστορικοί και ως κοινωνία» εξήγησε.

Σε ό,τι αφορά στις φωτογραφίες της Πρωτομαγιάς του 1944 ο κ. Σωτηρόπουλος τόνισε πως αυτές πρέπει να «διαβαστούν» σε ένα ευρύτερο πεδίο κατανόησης. «Έχει αξία να δούμε και να θυμηθούμε ποιοι είναι αυτοί οι 200. Το έργο της τεκμηρίωσης των ταυτοτήτων τους έχει ολοκληρωθεί σε μεγάλο βαθμό ήδη με μικρές αποκλίσεις, έχουμε δηλαδή έναν σχεδόν πλήρη κατάλογο με τα ονόματα και τις βιογραφίες τους. Στην συντριπτική πλειοψηφία τους ήταν κομμουνιστές που κρατούνταν στις φυλακές της Ακροναυπλίας και με την κάθοδο των Γερμανών το ‘41 παραδόθηκαν στον κατακτητή. Αυτές οι φωτογραφίες απεικονίζουν τον ηρωισμό του απλού ανθρώπου και αυτό τις κάνει πιο συγκινητικές. Οι κομμουνιστές του μεσοπολέμου ήταν απλοί άνθρωποι της βιωτής και της ανάγκης: Σερβιτόροι, ναυτεργάτες, εργάτες της γης, όλη η φτωχολογιά του μεσοπολέμου. Είναι δύσκολο να διακρίνεις εκεί μέσα τα επαναστατικά στοιχεία που βάζουμε ως συμπαραδηλωση του κομμουνιστισμού σήμερα. Είναι θύματα του συστήματος. Στην κατοχή βρίσκονται στη φυλακή και δεν παίρνουν μέρος στην αντίσταση. 

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως ο βασικός εχθρός του ναζιστικού καθεστώτος ήταν κατά βάση ο σλαβοκομμμουνισμός. Μη ξεχνάμε πως το 1943 προηγήθηκε η πτώση του Στάλινγκραντ και άρα η απαρχή της απασχόλησης των ναζιστικών στρατευμάτων από το ανατολικό μέτωπο. Αυτό σημαίνει πως οι 200 δεν εκτελέστηκαν μόνο για αντίποινα για τη δολοφονία του Γερμανού διοικητή αλλά στο πρόσωπό τους τιμωρήθηκε και η κομμουνιστική απειλή. Το δυτικό μέτωπο είναι ακόμα υπό γερμανικό έλεγχο καθώς δεν έχει γίνει η απόβαση στη Νορμανδία. Συνεπώς το βασικό μέτωπο είναι η Ανατολική Ευρώπη, εκεί χάνουν».

Για τον φωτογράφο των ντοκουμέντων, ο κ. Σωτηρόπουλος τόνισε πως επίσης και αυτή η συζήτηση πρέπει να μπει στον ευρύτερο διάλογο για το πώς αποτυπώνεται η γερμανική παρουσία στην κατοχή.

«Από όσο ξέρουμε φωτογράφος ήταν ένας αρχιλοχίας που συμμετείχε στην πρώτη φάση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αποστρατεύτηκε και ξαναγύρισε το 1943 όταν και τοποθετήθηκε σε ένα σώμα Σκαπανέων στη Μαλακάσα. Φωτογράφιζε και αυτός, όπως πολλοί Γερμανοί στρατιώτες. Το διαφορετικό είναι ότι δεν φωτογράφιζαν τις θηριωδίες όπως στην περίπτωση της Καισαριανής. Οι θηριωδίες καταγράφονται μόνο αν η γερμανική προπαγάνδα θέλει να τις χρησιμοποιήσει για συγκεκριμένους σκοπούς.

Στις φωτογραφίες υπάρχει μια διττή ανάγνωση. Από τη μία ήταν ένα είδος πολεμικού τουρισμού. Σημειώνεται πως το ελληνικό μέτωπο δεν ήταν από τα βαρύτερα άρα είναι επίσης συνδεδεμένο με την αρχαιολατρία και την ιδανικοποίηση του αρχαίου καλούς του οποίου οι Γερμανοί πιστεύουν ότι είναι πνευματικά και πολιτισμικά οι δίκαιοι κληρονόμοι. Επιπλέον εκείνη την περίοδο υπάρχει και η “ξεπεσμένη Ελλάδα” των ανθρώπων που την κατοικούν οι οποίοι επειδή πέρασαν μέσα από επιμειξίες πέρασαν στην παρακμή. Να μη ξεχνάμε πως ναζιστικό καθεστώς σημαίνει αποθέωση της ρατσιστικής ιδεολογίας. Είναι απόλυτα πεπεισμένοι ότι είναι η ανώτερη φυλή του πλανήτη. Ακόμα και μετά την κατάρρευση του ναζιστικού καθεστώτος υπάρχουν περιοδικά που κυκλοφορούν και αγοράζονται κυρίως μεταξύ βετεράνων και της Βέρμαχτ ανθρώπων δηλαδή που πιστεύουν ότι αυτός ο πόλεμος ήταν πατριωτικός. Αυτό αφορά την μεταπολεμική Δυτική Γερμανία, η μνήμη δεν έχει αποναζιστικοποιηθεί. Αυτό έγινε με την γενιά του ‘68 η οποία αφορά τον θυμό των νέων ανθρώπων απέναντι στην προηγούμενη γενιά που δεν έχει αποναζιστικοποιηθει πλήρως, αυτή είναι η μνήμη που βλέπουμε εν πολλοίς σε αυτά τα περιοδικά. 

fbbb154b-b78a-4eba-adcd-3abd187d93e6.jpg?v=0

Στην περίπτωση του αρχείου Χόιερ έχει σημασία να δούμε πού πήγαν αυτές οι φωτογραφίες και ποιους σκοπούς εξυπηρέτησαν.» 

Σχετικά με την ευκολία παραποίησης φωτογραφιών, ο κ. Σωτηρόπουλος τόνισε πω; αυτή η συζήτηση αφορά την ίδια τη δημοκρατία όχι μόνο την παραχάραξη της μνήμης. «Σήμερα αυτή είναι και μια από τις βασικές δουλειές των ιστοριογράφων: η προστασία και ανάδειξη της αλήθειας» είπε χαρακτηριστικά. 

«Δε μπορεί κάποιος να μη συγκλονίζεται κοιτώντας αυτές τις φωτογραφίες» πρόσθεσε ο κ. Σωτηρόπουλος. «Την ίδια ώρα που κάποιος συγκινείται αυτό λειτουργεί λυτρωτικά και ενωτικά. Οι περισσότεροι είδαμε τους παππούδες μας σε αυτές, πρόσωπα οικεία με τις φωτογραφίες των οικογενειακών άλμπουμ. Ήταν λάθος που πήγαμε να ανοίξουμε μια εμφυλιοπολεμική προσέγγιση στις φωτογραφίες και αυτή ήταν και η επιτυχία της πολιτείας: το ότι δεν επέτρεψε την παραταξικοποίηση της μνήμης. Ευτυχώς, επέδειξε γρήγορα αντανακλαστικά, τις αγόρασε και θα τις αποδώσει στη συλλογική μνήμη».

Τέλος, ο κ. Σωτηρόπουλος επεσήμανε πως ιστοριογραφικα, καμία άλλη περίοδος της ελληνικής ιστορίας δεν έχει μελετηθεί και τεκμηριωθεί με τόση επιστημονικότητα, σοβαρότητα και έκταση όσο ο εμφύλιος ενώ τόσο η ελληνική πολιτεία όσο και κοινωνία επέδειξαν μεγάλη ωριμότητα στον διάλογο που άνοιξε, υπερβαίνοντας το μεταμφυλιακό τραύμα.

Loader
ESPA