28o Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης - David Wilkinson: Μια ισχυρή βρετανική φωνή υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα

Ο σκηνοθέτης με την ταινία του επιχειρεί να επανατοποθετήσει το ζήτημα ως βρετανικό ηθικό δίλημμα - «Τα Μάρμαρα δεν ανήκουν εδώ», λέει από τη χώρα του

Υπάρχουν ιστορίες που δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν. Παραμένουν ανοιχτές, αιχμηρές, πολιτικά και πολιτιστικά φορτισμένες. Το ζήτημα των Γλυπτών του Παρθενώνα είναι μία από αυτές. Και ο Βρετανός σκηνοθέτης και διευθυντής μιας από τις πιο καταξιωμένες εταιρείες παραγωγής της Βρετανίας, της Guerilla Films, David Wilkinson (Ντέιβιντ Γουίλκινσον) παίρνει θέση στη μακροχόνια διαμάχη αποφασίζοντας να αφηγηθεί το θέμα, όχι από την ελληνική, αλλά από τη βρετανική σκοπιά ως ένα εσωτερικό, ηθικό πρόβλημα του Ηνωμένου Βασιλείου.

wilkinson.jpg

Δεκαεπτά χρόνια έρευνας, οικονομικών δυσκολιών και επιμονής χρειάστηκαν για να γίνει πραγματικότητα το ντοκιμαντέρ «The Marbles» («Τα μάρμαρα»), μια ταινία που γεννήθηκε, όπως λέει ο ίδιος ο Wilkinson από «την αδικία όλης της υπόθεσης». Θεωρεί προσβλητικό τον ισχυρισμό ορισμένων πολιτικών κύκλων στη Βρετανία ότι τα Γλυπτά αποτελούν πλέον μέρος της βρετανικής πολιτιστικής ταυτότητας. «Δεν έχουν καμία σχέση με τον βρετανικό πολιτισμό», τονίζει. «Κλάπηκαν, και είναι γελοίο ότι η χώρα μου εξακολουθεί να διαιωνίζει αυτό το ψέμα. Δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο ότι πωλήθηκαν νόμιμα».

Η διαδρομή μέχρι την ολοκλήρωση της ταινίας ήταν μακρά και επίπονη. Ο Wilkinson υποστηρίζει πως ερευνά το θέμα ήδη από το 1976, ενώ ξεκίνησε να εργάζεται συστηματικά πάνω στο φιλμ το 2008. Ωστόσο, η χρηματοδότηση αποδείχθηκε σχεδόν αδύνατη υπόθεση. Όπως αναφέρει, δεν ανέμενε στήριξη από θεσμούς όπως το British Film Institute, το British Broadcasting Corporation ή η το τότε British Sky Broadcasting. Τελικά, ξεκίνησε τα γυρίσματα στις 25 Μαρτίου 2021, ημερομηνία με έντονο συμβολισμό για την Ελλάδα, χωρίς να έχει εξασφαλίσει τα απαραίτητα κεφάλαια, επενδύοντας δικά του χρήματα.

quad-portrait-marbles-november-2025-final-04-copy.jpeg

Ιδιαίτερη πικρία εκφράζει για την έλλειψη οικονομικής στήριξης από εύπορους Έλληνες. «Ο απλός εργαζόμενος Έλληνας ήταν πλήρως στο πλευρό μου», σημειώνει, «αλλά πολλοί πλούσιοι που προσέγγισα δεν ενδιαφέρθηκαν. Συνάντησα άνθρωπο που δήλωνε περιουσία άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ και δεν προσέφερε ούτε 1.000 ευρώ για την παραγωγή».

Το μεγαλύτερο εμπόδιο, ωστόσο, δεν ήταν μόνο τα χρήματα. Ήταν και η πρόσβαση. Ο σκηνοθέτης περιγράφει ως δεύτερη μεγαλύτερη δυσκολία την εξασφάλιση άδειας γυρισμάτων στο Βρετανικό Μουσείο, όπου εκτίθενται τα Γλυπτά. Η ταινία του, διευκρινίζει, δεν επιδιώκει να αποτελέσει ελληνική καταγγελία, ούτε απευθύνθηκε στην ελληνική κυβέρνηση για στήριξη. «Είναι μια βρετανική ιστορία. Ένα βρετανικό αίνιγμα. Αφορά το τι κάνουν οι Βρετανοί για να διορθώσουν ένα μεγάλο λάθος».

Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του βρίσκεται το ζήτημα της νομιμότητας. Ο Wilkinson αντιστρέφει το ερώτημα: «Πού είναι τα στοιχεία ότι αποκτήθηκαν νόμιμα;» Υπενθυμίζει ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατηρούσε λεπτομερή αρχεία, όμως καμία καταγραφή για την υποτιθέμενη πώληση των Γλυπτών δεν υπάρχει στα αρχεία της Κωνσταντινούπολης. Παράλληλα, επικαλείται αναφορές του Λόρδου Έλγιν προς τη βρετανική κυβέρνηση περί χρεών λόγω δωροδοκιών σε Οθωμανούς αξιωματούχους. «Αν τα είχε αγοράσει, γιατί πλήρωνε δωροδοκίες;» διερωτάται.

Ο σκηνοθέτης απορρίπτει τα έγγραφα που επικαλείται το Βρετανικό Μουσείο ως ανεπαρκή, υποστηρίζοντας ότι δεν θα άντεχαν σε κανένα δικαστήριο. Κατά την άποψή του αυτά συνιστούν μεταγενέστερη κατασκευή με σκοπό να καμφθούν οι αντιρρήσεις Βρετανών πολιτικών που ήδη από τον 19ο αιώνα ζητούσαν την επιστροφή των Γλυπτών.

Σημαντικό ρόλο στην ταινία διαδραματίζει και η Σκωτία. Ο Wilkinson επισημαίνει ότι ο Λόρδος Έλγιν ήταν Σκωτσέζος και υποστηρίζει πως η Σκωτία σήμερα πρωτοστατεί διεθνώς στην επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που αποκτήθηκαν υπό αμφισβητούμενες συνθήκες. Για τον λόγο αυτό ζήτησε τη συμμετοχή του Brian Cox, τον οποίο χαρακτηρίζει «τον πιο διάσημο ηθοποιό της Σκωτίας» και προσωπικό του φίλο επί πέντε δεκαετίες, καθώς, όπως λέει, κανένας πολιτικός δεν ήταν διατεθειμένος να μιλήσει δημόσια.

marbles.jpg

Όσο για τη σημερινή στάση του Βρετανικού Μουσείου, ο Wilkinson τη συνοψίζει σε μία λέξη: άρνηση. «Αν παραδεχθούν ότι κλάπηκαν, θα πρέπει να αποδεχθούν ότι η βρετανική κυβέρνηση λέει ψέματα στον κόσμο εδώ και πάνω από 200 χρόνια». Και προσθέτει μια αιχμηρή ιστορική παρατήρηση: «Είμαστε περήφανοι που καταργήσαμε τη δουλεία. Σπάνια, όμως, αναφέρουμε ότι εμείς τη δημιουργήσαμε».

Το συμπέρασμά του είναι ξεκάθαρο: τα Γλυπτά του Παρθενώνα πρέπει να επιστραφούν. Όχι μόνο ως πράξη αποκατάστασης προς την Ελλάδα, αλλά, κυρίως, ως πράξη ηθικής συνέπειας για τη Βρετανία.

Σε μια εποχή όπου τα μουσεία και τα κράτη επανεξετάζουν τις αποικιακές τους κληρονομιές, το «The Marbles» δεν φιλοδοξεί απλώς να προσθέσει μία ακόμη φωνή στη συζήτηση. Φιλοδοξεί να μετατρέψει το ερώτημα από «αν πρέπει» σε «πώς αργήσαμε τόσο».

Η ταινία θα παρουσιαστεί στη Θεσσαλονίκη σε διεθνή πρεμιέρα στο πλαίσιο του τμήματος «Ανοιχτοί Ορίζοντες» του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ.

Προβολή: Παρασκευή 6 Μαρτίου στις 8μμ – Ολύμπιον

Loader
ESPA